Η ενεργειακή αποτυχία που γύρισε μπούμερανγκ στον Κυριάκο Μητσοτάκη
Πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε σηκώσει ψηλά τη σημαία της καταγγελίας απέναντι στην επιδοματική πολιτική του Αλέξη Τσίπρα. Και πράγματι τότε είχε δίκιο. Είχε δίκιο όταν στηλίτευε μια πρακτική που στηριζόταν στην αφαίμαξη της οικονομίας μέσω υπερφορολόγησης, στην παραγωγή υπερπλεονασμάτων πάνω στα συντρίμμια της αγοράς και στη διανομή ενός μέρους αυτών των χρημάτων στους λεγόμενους ευάλωτους, με τρόπο που καλλιεργούσε πολιτική εξάρτηση και εκλογική πελατεία. Είχε δίκιο όταν ειρωνευόταν εκείνη τη λογική ως αντιπαραγωγική, κοντόφθαλμη και βαθιά φαύλη. Είχε δίκιο ακόμη και όταν επέλεξε να τη σατιρίσει με το ευρηματικό λογοπαίγνιο που έμεινε: «Ξημερώματα μοιράζεις επιδόματα». Ήταν μια φράση που αποτύπωνε με ακρίβεια την υποκρισία μιας πολιτικής που πρώτα στραγγίζει την κοινωνία και ύστερα επιστρέφει λίγα ψίχουλα, ζητώντας και ευγνωμοσύνη από πάνω.
Σήμερα, όμως, εκείνη η φράση επιστρέφει και χτυπά τον εμπνευστή της με δύναμη. Διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάνει ακριβώς τα ίδια, μόνο που τα κάνει με μεγαλύτερη ένταση, με μεγαλύτερη αλαζονεία και με ακόμη πιο ορατές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία. Η κυβέρνησή του έχει οικοδομήσει ολόκληρο μηχανισμό διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης πάνω στην ίδια συνταγή που κάποτε λοιδορούσε: αφήνει τις στρεβλώσεις άθικτες, διατηρεί τα βάρη στους πολίτες, επιμένει σε ένα μοντέλο που φουσκώνει το κόστος ζωής και στο τέλος εμφανίζεται ως σωτήρας μοιράζοντας επιδόματα, pass, vouchers και προσωρινά ηρεμιστικά σε μια κοινωνία που έχει ήδη εξαντληθεί. Πρόκειται για την πεπατημένη της πολιτικής απάτης, μόνο που τώρα εφαρμόζεται από εκείνον που υποσχόταν ότι θα την ξεριζώσει.
Η αλήθεια είναι απλή, όσο κι αν η κυβέρνηση επιμένει να την θολώνει πίσω από επικοινωνιακές κατασκευές, δελτία επιδοτήσεων και καταγγελίες περί αισχροκέρδειας. Η σημερινή ακρίβεια έχει ως βασικό πυρήνα την ενέργεια. Από εκεί ξεκινά σχεδόν το σύνολο της αλυσιδωτής επιβάρυνσης που συνθλίβει τα νοικοκυριά και γονατίζει τις επιχειρήσεις. Η ακριβότερη ενέργεια περνά στη μετακίνηση, στη διανομή των προϊόντων, στην παραγωγή της βιομηχανίας, στη μεταποίηση, στον αγροτικό τομέα, στις υπηρεσίες, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, σε κάθε πτυχή της οικονομικής ζωής. Η ακρίβεια που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία δεν είναι αφηρημένο φαινόμενο ούτε φυσικό κακό. Είναι πληθωρισμός κόστους. Και ο πληθωρισμός κόστους απαιτεί παρεμβάσεις που μειώνουν το κόστος, όχι επικοινωνιακές εξόδους που απλώς το μεταμφιέζουν.
Αυτό σημαίνει πως μια κυβέρνηση που θα ήθελε πράγματι να αντιμετωπίσει το πρόβλημα θα κινούνταν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Θα αναζητούσε τρόπους αύξησης της προσφοράς ενέργειας, θα επιδίωκε απεξάρτηση από εισαγόμενες πηγές όπου αυτό είναι εφικτό, θα φρόντιζε να διαμορφώσει εφεδρείες και αποθέματα, θα προχωρούσε σε ουσιαστική μείωση της φορολογίας πάνω στην ενέργεια. Θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τις αιτίες του προβλήματος, όχι τα συμπτώματά του. Θα αναλάμβανε το πολιτικό κόστος μιας πραγματικής αλλαγής πορείας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε τον δρόμο της ευκολίας, που στην πράξη είναι ο δρόμος της παράτασης της κρίσης. Διατήρησε υψηλούς φόρους, διατήρησε τις στρεβλώσεις, διατήρησε το αδιέξοδο και στη συνέχεια επιχείρησε να εξαγοράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με παυσίπονα.
Η ενεργειακή κρίση που πλήττει την Ελλάδα και συνολικά τη Δύση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με τον πόλεμο. Ο πόλεμος την επιδείνωσε, τη βάθυνε, την έκανε εκρηκτική, όμως δεν τη γέννησε. Υπήρχε ήδη, ωρίμαζε ήδη, φούσκωνε ήδη μέσα από επιλογές πολιτικές, ιδεολογικές και δημοσιονομικές που είχαν διαμορφώσει μια παραμορφωμένη αγορά ενέργειας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την κρίση ως εξωγενές και προσωρινό φαινόμενο, σαν μια καταιγίδα που θα περάσει και στο μεταξύ χρειάζεται λίγη κρατική ενίσχυση για να αντέξει ο κόσμος. Μόνο που αυτή η αφήγηση βολεύει ακριβώς επειδή αποκρύπτει τις εσωτερικές αιτίες. Από τα χρήματα που πληρώνουν οι πολίτες για καύσιμα και λογαριασμούς, ένα τεράστιο μέρος δεν αφορά το κόστος της πρώτης ύλης, αλλά φόρους που καταλήγουν στο κράτος. Για κάθε εκατό ευρώ που πληρώνει ο καταναλωτής στην ενέργεια, ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι καταλήγει στο δημόσιο ταμείο. Κι αυτό από μόνο του απογυμνώνει την κυβερνητική ρητορική. Διότι όταν το κράτος απορροφά τόσο μεγάλο μερίδιο από το τελικό κόστος, η επίκληση των διεθνών αναταράξεων λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι παρά ως εξήγηση.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να μειώσει αισθητά την επιβάρυνση των πολιτών μειώνοντας τη φορολογία της ενέργειας. Θα μπορούσε να το κάνει όχι ως έκτακτη χειρονομία πανικού, όχι ως ελεημοσύνη σε περίοδο κρίσης, αλλά ως μόνιμη στρατηγική θεραπείας μιας αγοράς που ασφυκτιά από στρεβλώσεις. Δεν το κάνει. Και δεν το κάνει γιατί προτιμά να διατηρεί άθικτο τον μηχανισμό είσπραξης και να εμφανίζεται κατόπιν ως διανομέας κρατικής καλοσύνης. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική υποκρισία της σημερινής εξουσίας. Δεν καταπολεμά το πρόβλημα επειδή την εξυπηρετεί να διαχειρίζεται την απόγνωση. Η επιδοματική πολιτική δεν είναι ατύχημα, είναι μηχανισμός πολιτικού ελέγχου. Πρώτα στραγγαλίζει με την ακρίβεια και μετά εμφανίζεται με το energy pass στο χέρι, σαν να προσφέρει ανακούφιση από ένα κακό που η ίδια δεν θα μπορούσε να αποτρέψει.
Υπάρχει όμως και δεύτερη, ακόμη πιο αποκαλυπτική όψη του προβλήματος. Δεν είναι μόνο οι φόροι. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο τιμολογείται η ενέργεια. Το λεγόμενο Χρηματιστήριο Ενέργειας έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό πολλαπλασιασμού του κόστους, σε πεδίο θεσμοποιημένης στρέβλωσης, σε μοντέλο που όχι μόνο δεν προστατεύει τον καταναλωτή αλλά λειτουργεί υπέρ των πιο ακριβών και παραμορφωμένων συνθηκών τιμολόγησης. Οι ανανεώσιμες πηγές επιδοτούνται, οι υδρογονάνθρακες επιβαρύνονται με πρόσθετα βάρη, και στο τέλος ολόκληρη η αγορά τιμολογείται με βάση τον ακριβότερο παραγωγό. Η στρέβλωση δεν είναι απλώς παρούσα. Είναι ενσωματωμένη στη δομή του ίδιου του συστήματος. Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά αυτή την πραγματικότητα και παρ’ όλα αυτά τη συντηρεί. Δεν επιχειρεί να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο. Δεν επιδιώκει ουσιαστική αναθεώρηση. Προτιμά να βαφτίζει το πρόβλημα «διεθνή κρίση» και να παριστάνει πως δεν έχει ευθύνη για ένα πλαίσιο που η ίδια υπερασπίστηκε με ιδεολογικό φανατισμό.
Η αλήθεια είναι ότι η ενεργειακή πολιτική της τελευταίας περιόδου στηρίχθηκε σε μια βεβιασμένη πράσινη μετάβαση, η οποία επιβλήθηκε ως δόγμα και όχι ως ισορροπημένη στρατηγική. Η Ελλάδα εγκατέλειψε πηγές φθηνότερης εγχώριας ενέργειας, αποδυνάμωσε εφεδρείες που θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμες, συμμορφώθηκε με θρησκευτική σχεδόν προσήλωση σε μια ατζέντα που σήμερα προκαλεί τριγμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο λιγνίτης, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εσωτερικό στήριγμα σε μια περίοδο αναταράξεων, πετάχτηκε στο περιθώριο με τρόπο σχεδόν εκδικητικό. Η μονάδα Πτολεμαΐδα 5, έργο σύγχρονης τεχνολογίας, έμεινε ουσιαστικά αναξιοποίητη, παρότι θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμη εφεδρεία για το ενεργειακό σύστημα της χώρας. Και την ώρα που η Ελλάδα απαξίωνε δικές της δυνατότητες στο όνομα μιας απολίτικης και δογματικής οικολογικής ευσέβειας, άλλες χώρες, πολύ ισχυρότερες και πολύ πιο κυνικές, κρατούσαν τις δικές τους εφεδρείες ανοιχτές και έτοιμες. Η Γερμανία, που έκανε μαθήματα πράσινης ορθοδοξίας σε όλη την Ευρώπη, φρόντιζε ταυτόχρονα να μην πετάξει από το παράθυρο ό,τι θα μπορούσε να της χρειαστεί όταν έρθουν τα δύσκολα. Η Ελλάδα, αντίθετα, λειτούργησε σαν μαθητής που παίρνει κατά γράμμα το ιδεολογικό φυλλάδιο και κατόπιν απορεί που πληρώνει ακριβότερα τον λογαριασμό.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες πηγές ενέργειας που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί. Υδροηλεκτρικές μονάδες έτοιμες ή σχεδόν έτοιμες έμειναν αδρανείς, θυσιασμένες στις γνωστές εμμονές ενός επιφανειακού οικολογισμού που στην πράξη λειτουργεί ως πολυτέλεια για χώρες με πλεονάζουσες αντοχές, όχι για μια οικονομία που παλεύει να σταθεί στα πόδια της. Ακόμη και επιλογές όπως η ενεργειακή αξιοποίηση απορριμμάτων, που εφαρμόζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αντιμετωπίστηκαν στην Ελλάδα είτε με αδράνεια είτε με προκαταλήψεις. Την ώρα που άλλοι αξιοποιούν τα σκουπίδια τους ως πηγή ενέργειας και περιορίζουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, η Ελλάδα επιλέγει τη γνωστή εθνική συνήθεια της αναβολής, της ταφής και της αυτάρεσκης ακινησίας. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: και ακριβότερη ενέργεια και μεγαλύτερη ανασφάλεια εφοδιασμού. Δηλαδή το χειρότερο δυνατό σενάριο.
Ακόμη πιο καταδικαστικό για την κυβέρνηση είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί πια να κρυφτεί ούτε πίσω από την Ευρώπη ούτε πίσω από τους περιβόητους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης θα μπορούσε να είχε προχωρήσει. Η μείωση του ΦΠΑ πάνω στην ενέργεια θα μπορούσε επίσης να είχε εξεταστεί σοβαρά. Η μείωση ενός φόρου που επιβάλλεται πάνω σε άλλον ήδη υφιστάμενο φόρο, αυτή η γκροτέσκα ελληνική επινόηση που κάνει τη φορολογία να μοιάζει με μηχανισμό τιμωρίας, θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο άμεσης διόρθωσης. Δεν συνέβη τίποτε από όλα αυτά. Και το επιχείρημα ότι το κράτος δεν αντέχει τη δημοσιονομική απώλεια είναι βολικό, αλλά ρηχό. Διότι η φθηνότερη ενέργεια βελτιώνει την αγοραστική δύναμη, στηρίζει την κατανάλωση, ενισχύει την παραγωγή, ανεβάζει τελικά την ανάπτυξη και επαναφέρει δημόσια έσοδα από άλλες πηγές. Δηλαδή, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στην ενέργεια δεν είναι απλώς κοινωνικά ανακουφιστική. Είναι και οικονομικά λογική. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες το έχουν ήδη καταλάβει. Η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να μην το καταλάβει.
Και τι έκανε αντί γι’ αυτό; Τα ακριβώς αντίθετα. Προχώρησε σε οριστικό κλείσιμο λιγνιτικών επιλογών, επέμεινε σε υψηλή φορολογία στην ενέργεια, κράτησε άθικτο το στρεβλό σύστημα τιμολόγησης και όταν η κοινωνική πίεση άρχισε να γίνεται ασφυκτική, ανακάλυψε το γνωστό καταφύγιο της επιδοματικής διαχείρισης. Energy pass, vouchers, πλαφόν στα βενζινάδικα, έκτακτες επιδοτήσεις, ημίμετρα, προσωρινές ανακοινώσεις, διαχείριση εντυπώσεων. Δηλαδή ακριβώς ό,τι κατήγγελλε ως αντιπολίτευση. Δεν έσπασε το σπιράλ του κόστους. Δεν χτύπησε τις δομικές αιτίες της κρίσης. Δεν έδωσε προοπτική εξόδου. Απλώς μοίρασε παυσίπονα σε έναν ασθενή τον οποίο η ίδια φρόντισε να αφήσει χωρίς θεραπεία.
Κάπου εκεί, μέσα στη γνώριμη κυβερνητική αμηχανία, εμφανίστηκε και η καθυστερημένη ρητορική περί αισχροκέρδειας. Λες και το πρόβλημα ανακαλύφθηκε ξαφνικά. Λες και τόσα χρόνια δεν υπήρχε κανένας λόγος να μιλήσει η κυβέρνηση για τις υπερβολές, τις στρεβλώσεις, τους μηχανισμούς και τις αγκυλώσεις της αγοράς. Λες και δεν ήταν η ίδια που επί μακρόν συντηρούσε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο καταναλωτής βρισκόταν συνεχώς εκτεθειμένος. Η αλήθεια είναι πιο άβολη. Η αισχροκέρδεια λειτουργεί ως βολικός επικοινωνιακός ένοχος, επειδή η πραγματική πηγή του προβλήματος βρίσκεται πιο κοντά στην κρατική πολιτική, στην υπερφορολόγηση, στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, στη δογματική εμμονή με ένα μοντέλο που επιβαρύνει οριζόντια τα πάντα. Όταν η τιμή του πετρελαίου είχε βρεθεί και στο παρελθόν σε αντίστοιχα επίπεδα, οι τιμές της ενέργειας δεν είχαν εκτοξευθεί με τον ίδιο τρόπο. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρεύσει το αφήγημα ότι για όλα φταίει απλώς η διεθνής συγκυρία.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι η κυβέρνηση δεν βλέπει την πραγματικότητα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλει να την αντιμετωπίσει. Διότι μια πραγματική λύση θα απαιτούσε σύγκρουση με τις ίδιες τις επιλογές της, παραδοχή αποτυχίας, εγκατάλειψη ιδεολογικών εμμονών, αναμέτρηση με συμφέροντα, ρήξη με το μοντέλο της εύκολης εισπρακτικής διαχείρισης. Αυτά η κυβέρνηση Μητσοτάκη ούτε τα θέλει ούτε μπορεί να τα κάνει. Έχει αποδείξει, αντιθέτως, ότι σε άλλα πεδία διαθέτει αξιοσημείωτη επιμονή και οργανωτική επάρκεια. Στην παραγωγή σκανδάλων, στη συγκάλυψή τους και στον έλεγχο του δημόσιου λόγου οι επιδόσεις της είναι πράγματι αξιοσημείωτες. Στην ενεργειακή πολιτική, όμως, δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει σοβαρότητα, δεν υπάρχει βούληση εξόδου από το αδιέξοδο. Υπάρχει μόνο διαχείριση του λάθους, πείσμα στην επανάληψή του και έπειτα διανομή παυσίπονων σε μια κοινωνία που πονά ολοένα περισσότερο.
Και κάπως έτσι η ειρωνεία της ιστορίας γίνεται αμείλικτη. Ο άνθρωπος που σατίριζε το επιδοματικό κράτος κατέληξε να το υπηρετεί με ζήλο. Ο πολιτικός που υποσχόταν μεταρρύθμιση κατέληξε να υπερασπίζεται τις στρεβλώσεις. Ο πρωθυπουργός που κατήγγελλε τη φαυλότητα των προσωρινών παροχών οικοδόμησε τη δική του εκδοχή εξάρτησης πάνω στην ακρίβεια που ο ίδιος δεν θέλησε να θεραπεύσει. Μόνο που η κοινωνία δεν μπορεί να ζει επ’ αόριστον με κουπόνια, pass και λογιστικές αναπνοές. Διότι η οικονομία δεν ανατάσσεται με μπαλώματα και η αγορά δεν επανέρχεται με παρηγορητικά δελτία. Όποιος αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση σαν πονόδοντο που σηκώνει μονίμως παυσίπονα, αργά ή γρήγορα δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε πόνο που δεν υποφέρεται. Βρίσκεται μπροστά σε μια συνολική απώλεια. Και τότε δεν χάνει απλώς τη μάχη της καθημερινότητας. Χάνει τα ίδια του τα δόντια.
Πιο Δημοφιλή
Πότε είναι το παιδί έτοιμο για το πρώτο κινητό;
Η Ελλάδα παραχωρεί δεκάδες βλήματα Patriot στη Μέση Ανατολή!
Πιο Πρόσφατα
Η κρίση αποκαλύπτει τις αδυναμίες Μητσοτάκη