Υποκλοπές: Ευρωπαϊκή διάσταση παίρνει η υπόθεση μετά τις παρεμβάσεις του ΔΣΑ
Σε μείζον θεσμικό ζήτημα εξελίσσεται η αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, καθώς ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ανεβάζει τους τόνους και αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε το διοικητικό συμβούλιο του ΔΣΑ, τα μέλη του Συλλόγου μίλησαν για πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης, η οποία, όπως υποστήριξαν, πλήττει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και κλονίζει θεμελιώδεις λειτουργίες του πολιτεύματος. Η αντίδραση του ΔΣΑ έρχεται μετά την απόφαση του κ. Τζαβέλλα να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, παρά τα νέα στοιχεία και τις προηγούμενες δικαστικές κρίσεις που, σύμφωνα με τον Σύλλογο, επέβαλλαν περαιτέρω διερεύνηση.
Ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, άφησε σαφώς ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Στρασβούργο, τονίζοντας ότι ο Σύλλογος θα κινηθεί θεσμικά για την ανάδειξη της υπόθεσης και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η παρέμβασή του εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιδράσεων, καθώς ο ΔΣΑ έχει ήδη ζητήσει την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκαλώντας έντονη θεσμική αναταραχή.
«Δεν τελειώσαμε, τώρα ξεκινάμε»
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η τοποθέτηση του ποινικολόγου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ, Θοδωρή Μαντά, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι η υπόθεση δεν έχει κλείσει για τον νομικό κόσμο. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών το επόμενο διάστημα θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, στέλνοντας το μήνυμα ότι οι θεσμικές παρεμβάσεις μόλις αρχίζουν.
Ο κ. Μαντάς στάθηκε και στη χρονική πίεση που δημιουργεί το ενδεχόμενο παραγραφής αδικημάτων. Όπως επισήμανε, ορισμένες πλημμεληματικές πράξεις παραγράφονται ήδη, ενώ άλλες ενδέχεται να παραγραφούν μέσα στους επόμενους μήνες. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε ότι οι κινήσεις του ΔΣΑ πρέπει να οργανωθούν άμεσα, ώστε να διασφαλιστεί το παραδεκτό τυχόν επόμενων ενεργειών.
Υπενθυμίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο του ΔΣΑ είχε εκδώσει απόφαση με την οποία αποδοκίμαζε έντονα την πράξη του κ. Τζαβέλλα. Η απόφαση αυτή δεν περιοριζόταν στην κριτική για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης χωρίς περαιτέρω έρευνα, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τον όγκο των νέων αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείτο, καθώς περιλάμβανε και αίτημα παραίτησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Το αίτημα αυτό θεωρείται πρωτοφανές, καθώς δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών να ζητεί την παραίτηση εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στη συνέντευξη Τύπου συζητήθηκε εκτενώς η συγκεκριμένη επιλογή, ενώ επισημάνθηκε ότι ακόμη και μέλη που διαφώνησαν με το αίτημα παραίτησης συμφώνησαν στην ουσία της θεσμικής κριτικής. Συγκεκριμένα, 23 από τα 25 μέλη του διοικητικού συμβουλίου έκριναν ότι η υπόθεση συνιστά μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου.
Η θέση της πλειοψηφίας του ΔΣΑ
Η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, η οποία συντάχθηκε με την πλειοψηφία, διευκρίνισε ότι τα μέλη που υπερψήφισαν την απόφαση είναι απολύτως πεπεισμένα πως η συγκεκριμένη υπόθεση συνιστά απόπειρα συγκάλυψης με σοβαρότατες θεσμικές συνέπειες. Όπως ανέφερε, η αυστηρή διατύπωση της απόφασης και τα μέσα αντίδρασης που επελέγησαν, ανάμεσά τους και η πρόσκληση προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραιτηθεί, δεν αποτέλεσαν βεβιασμένη επιλογή.
Σύμφωνα με την κ. Τσαγκλή, η στάση του ΔΣΑ υπαγορεύτηκε από το μέγεθος της θεσμικής προσβολής και από τη συμπεριφορά που, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, επέδειξε η εισαγγελική Αρχή στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η ίδια υποστήριξε ότι η υπόθεση όφειλε να διερευνηθεί περαιτέρω, ενώ έθεσε και ζήτημα αυτοεξαίρεσης, αναφέροντας ότι υπήρχε αυταπόδεικτος, κατά την κρίση της, λόγος αποχής, ο οποίος αποσιωπήθηκε.
Παρέμβαση έκανε και ο σύμβουλος του ΔΣΑ Θανάσης Καμπαγιάννης, ο οποίος υπογράμμισε ότι ο Σύλλογος έχει θεσμική υποχρέωση να παρεμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Επικαλέστηκε τον Κώδικα Δικηγόρων και ειδικότερα το άρθρο 90, επισημαίνοντας ότι ο ΔΣΑ, ως συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, δεν ασκεί απλώς δικαίωμα δημόσιας παρέμβασης, καθώς έχει υποχρέωση να τοποθετείται όταν ανακύπτουν ζητήματα θεσμικής τάξης.
Ο κ. Καμπαγιάννης τόνισε επίσης ότι πρόταση για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης είχε διατυπωθεί όχι μόνο από τον πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, αλλά και από εισαγγελικό λειτουργό. Υπενθύμισε μάλιστα απόσπασμα εισαγγελικής πρότασης, στο οποίο γινόταν αναφορά σε πιθανή συνεργασία ξένων δυνάμεων, στοιχείο που, κατά την κρίση του, δημιουργούσε επαρκείς ενδείξεις για τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, χαρακτήρισε αδιανόητο να μη συνεχίζεται η έρευνα σε υπόθεση όπου, σύμφωνα με εισαγγελική κρίση, πιθανολογείται ότι υλικό παρακολουθήσεων ανώτατων κρατικών και πολιτικών παραγόντων της χώρας μπορεί να βρίσκεται σε χέρια ξένης δύναμης. Η αναφορά αυτή προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στη συζήτηση για τις θεσμικές ευθύνες και την ανάγκη πλήρους διαλεύκανσης.
Παρεμβάσεις Αλιβιζάτου και Ρουπακιώτη
Σημαντική ήταν και η παρέμβαση του ομότιμου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νίκου Αλιβιζάτου, ο οποίος ενημέρωσε ότι η προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει χαρακτηριστεί υπόθεση μείζονος προτεραιότητας και βρίσκεται στο στάδιο ανταλλαγής υπομνημάτων.
Ο κ. Αλιβιζάτος ανέφερε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δίνει σκληρή μάχη κατά της εκδίκασης της υπόθεσης στο Στρασβούργο, επιχειρώντας ουσιαστικά να αποτρέψει την εφαρμογή απόφασης ελληνικού δικαστηρίου. Υπενθύμισε ότι ο κ. Ανδρουλάκης είχε δικαιωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο είχε διατάξει την ΑΔΑΕ να τον ενημερώσει για τους λόγους της επισύνδεσης του τηλεφώνου του από την ΕΥΠ κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 2021.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος τότε ήταν ευρωβουλευτής και είχε μόλις ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την ηγεσία του κόμματος, προσφεύγει για παραβίαση του τηλεφωνικού απορρήτου του, βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και για τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου προς αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Παράλληλα, ο κ. Αλιβιζάτος υπογράμμισε ότι η πράξη του κ. Τζαβέλλα μπορεί να ελεγχθεί με ευρωπαϊκά κριτήρια. Επισήμανε ότι υπάρχουν δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ενδέχεται να αποτελέσουν κρίσιμη νομολογία για την ελληνική υπόθεση των υποκλοπών.
Ο πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ, Αντώνης Ρουπακιώτης, έθεσε ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης, εστιάζοντας στο άρθρο 90 και στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από τον Άρειο Πάγο. Όπως είπε, πρέπει οι δικαστές να τεθούν ενώπιον της ευθύνης τους και να υπάρξει έντονη θεσμική κινητοποίηση για αλλαγές που θα ενισχύσουν την ανεξαρτησία και τη λογοδοσία.
Στο πλαίσιο της ίδιας συζήτησης, διατυπώθηκαν ακόμη προτάσεις για περιορισμούς στον διορισμό αφυπηρετούντων δικαστών για διάστημα τριών ετών μετά την αποχώρησή τους από το σώμα, καθώς και για συμμετοχή στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο εκπροσώπων φορέων πέραν των δικαστών. Οι προτάσεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη συζήτηση για θεσμικές εγγυήσεις, διαφάνεια και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Πιο Δημοφιλή