15 Σεπτεμβρίου 2026

Η επόμενη ημέρα για Κασιδιάρη: Κόμμα, υποψηφιότητα και το κρίσιμο όριο του 2033

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη από τις φυλακές Δομοκού ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης γύρω από τις δυνατότητες πολιτικής του επανεμφάνισης και, κυρίως, τα νομικά εμπόδια που προβλέπει η ισχύουσα εκλογική νομοθεσία. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το κατά πόσο μπορεί να ηγηθεί πολιτικού σχηματισμού, να συμμετάσχει σε κόμμα ή να διεκδικήσει κοινοβουλευτική έδρα στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ έξω από τις φυλακές βρίσκονταν υποστηρικτές του. Η συνήγορός του Βάσω Πανταζή είχε προαναγγείλει ότι μετά την έξοδό του από τη φυλακή θα τοποθετηθεί δημόσια για τα επόμενα πολιτικά του βήματα και για τα σενάρια συμμετοχής του στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Η αποφυλάκισή του, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως και άρση των περιορισμών που απορρέουν από την καταδίκη του για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές που έγιναν στην εκλογική νομοθεσία το 2023 και με τον ρόλο που έχει πλέον ο Άρειος Πάγος κατά την ανακήρυξη κομμάτων και υποψηφίων.

Το νομικό πλαίσιο και ο ρόλος του Αρείου Πάγου

Με τις παρεμβάσεις του 2023 δόθηκε η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να αποκλείει από τις εκλογές πολιτικούς σχηματισμούς όταν η δηλωμένη ή πραγματική ηγεσία τους συνδέεται με πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.

Ο Ηλίας Κασιδιάρης είχε καταδικαστεί πρωτόδικα τον Οκτώβριο του 2020 σε κάθειρξη 13 ετών. Η συγκεκριμένη καταδίκη αποτέλεσε βασικό παράγοντα για τον αποκλεισμό της δυνατότητας άμεσης συμμετοχής του στις εκλογές του 2023.

Την ίδια περίοδο είχε εκφράσει δημόσια τη στήριξή του στους «Σπαρτιάτες». Στη συνέχεια ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ασκούσε πραγματική ηγεσία στον συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό, ενώ το 2025 το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στην ακύρωση της εκλογής βουλευτών των «Σπαρτιατών».

Το βασικό νομικό ζήτημα σήμερα είναι ότι οι περιορισμοί δεν φαίνεται να συνδέονται με τον πραγματικό χρόνο παραμονής ενός καταδικασμένου στη φυλακή. Η νομοθετική πρόβλεψη συνδέει το κώλυμα με τη χρονική διάρκεια της ποινής που επιβλήθηκε και όχι με το εάν αυτή έχει ήδη εκτιθεί ή με το πότε επήλθε η αποφυλάκιση.

Με βάση αυτή την ερμηνεία και εφόσον ως αφετηρία υπολογιστεί η πρωτόδικη καταδίκη του 2020 σε 13 χρόνια κάθειρξης, το σχετικό χρονικό όριο φτάνει έως το 2033. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε μελλοντική υποψηφιότητα ή συμμετοχή πολιτικού σχηματισμού θα υποβληθεί στον έλεγχο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης απέφυγε να προδικάσει την τελική εξέλιξη, επισημαίνοντας ότι οι δικαστές είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν εάν ο Ηλίας Κασιδιάρης μπορεί να πολιτευτεί. Παράλληλα σημείωσε ότι οποιαδήποτε κρίση θα γίνει βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου.

Από διαφορετική αφετηρία, ο βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτης Δουδωνής υποστήριξε στη Βουλή ότι η νομοθεσία δεν αφήνει περιθώριο για συμμετοχή του Ηλία Κασιδιάρη ούτε ως επικεφαλής κόμματος, ούτε ως υποκρυπτόμενη ηγεσία, ούτε ως απλού υποψηφίου βουλευτή σε κομματικό συνδυασμό. Παρέπεμψε ειδικότερα στις προβλέψεις του άρθρου 32 της εκλογικής νομοθεσίας.

Οι συνταγματολόγοι και η περίπτωση ανεξάρτητης υποψηφιότητας

Στη δημόσια συζήτηση παρενέβησαν και συνταγματολόγοι, παρουσιάζοντας τις διαφορετικές νομικές παραμέτρους της υπόθεσης. Ο Νίκος Αλιβιζάτος επισήμανε ότι το καθοριστικό σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται η «διάρκεια της ποινής» και συγκεκριμένα εάν αυτή αφορά την ποινή που επιβλήθηκε από το δικαστήριο ή τον πραγματικό χρόνο έκτισής της.

Κατά τη δική του προσέγγιση, το χρονικό διάστημα αφορά την ποινή που όρισε το δικαστήριο και όχι τα χρόνια πραγματικής παραμονής στη φυλακή. Στην τοποθέτησή του αναφέρθηκε σε ποινή 14 ετών, καταλήγοντας ότι υπό αυτή την ερμηνεία δεν μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές. Την τελική κρίση, πάντως, απέδωσε επίσης στον Άρειο Πάγο.

Αντίστοιχη θέση παρουσίασε ο αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ Νίκος Παπασπύρου, ο οποίος υποστήριξε ότι η αποφυλάκιση από μόνη της δεν μεταβάλλει τους εκλογικούς περιορισμούς. Με βάση την ανάλυσή του, πρόσωπο καταδικασμένο για εγκληματική οργάνωση δεν μπορεί να συμμετέχει στην ηγεσία κόμματος όσο διαρκεί χρονικά η επιβληθείσα ποινή. Επομένως, για καταδίκη 13 ετών από το 2020, το σχετικό όριο φτάνει έως το 2033.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει από την πλευρά του υποστηρίξει ότι οι απαραίτητες νομοθετικές παρεμβάσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Υπό αυτό το δεδομένο, το βάρος της τελικής αξιολόγησης μεταφέρεται στο αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου, όταν θα έρθει η ώρα της ανακήρυξης των κομμάτων και των υποψηφίων στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Μία επιπλέον νομική παράμετρο έθεσε ο συνταγματολόγος Σπύρος Βλαχόπουλος. Κατά την τοποθέτησή του, η ισχύουσα νομοθεσία δεν δημιουργεί αντίστοιχο νομοθετικό κώλυμα για κάθοδο του Ηλία Κασιδιάρη ως ανεξάρτητου υποψηφίου. Στην πράξη, ωστόσο, μια τέτοια επιλογή χαρακτηρίζεται εξαιρετικά δύσκολη εκλογικά, καθώς για την εκλογή ανεξάρτητου απαιτείται η συγκέντρωση του προβλεπόμενου ποσοστού ψήφων σε πανελλαδικό επίπεδο.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν επιχειρηθεί συμμετοχή μέσω πολιτικού κόμματος. Εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι ο Ηλίας Κασιδιάρης αποτελεί τη δηλωμένη ή την υποκρυπτόμενη πραγματική ηγεσία ενός σχηματισμού, υπάρχει δυνατότητα να μην ανακηρυχθεί ο συγκεκριμένος συνδυασμός.

Ακόμη και στην περίπτωση συμμετοχής του ως απλού υποψηφίου σε κομματικό ψηφοδέλτιο, ο έλεγχος δεν εξαντλείται σε ένα τυπικό κώλυμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει εάν η δράση και η λειτουργία του πολιτικού σχηματισμού υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και να αποφασίσει αναλόγως για την ανακήρυξή του.

Έτσι, η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη δεν κλείνει το νομικό κεφάλαιο γύρω από την πολιτική του δραστηριότητα. Αντίθετα, μεταφέρει το ενδιαφέρον στην επόμενη εκλογική διαδικασία, όπου ο Άρειος Πάγος θα κληθεί, με βάση τα πραγματικά δεδομένα που θα υπάρχουν τότε, να αποφασίσει εάν και με ποιον τρόπο μπορεί να υπάρξει συμμετοχή του ίδιου ή σχηματισμού που θα συνδέεται πολιτικά και οργανωτικά μαζί του.