Η φορολοταρία της παραοικονομίας

όταν το κράτος παίζει “ΛΟΤΤΟ” με τα δημόσια έσοδα και μοιράζει λαχνούς ακόμη και στους οφειλέτες των 110 δισεκατομμυρίων

Είπαμε να θεσπιστούν κίνητρα για τον περιορισμό της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής μέσω της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της διαφάνειας στις πληρωμές. Δεν είπαμε να μετατραπεί η φορολογική πολιτική σε λαχειοφόρο αγορά, όπου συμμετέχουν αδιακρίτως ακόμη και οι 3.771.707 οφειλέτες του Δημοσίου με συνολικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις περίπου 110 δισεκατομμυρίων ευρώ, ούτε να επιβραβεύονται φορολογούμενοι που εμφανίζουν κατανάλωση υψηλότερη από το δηλωθέν εισόδημά τους, δηλαδή κατανάλωση που προφανώς τροφοδοτείται από την ίδια την παραοικονομία που υποτίθεται ότι επιδιώκει να περιορίσει η πολιτεία.

Δεν είναι γνωστό ποιος ακριβώς στο οικονομικό επιτελείο της τότε κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνέλαβε την ιδέα του λεγόμενου «Προγράμματος Δημοσίων Κληρώσεων», γνωστού πλέον ως «φορολοταρία», για να ενθαρρυνθεί υποτίθεται η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής – κάρτες, e-banking και λοιπές ψηφιακές συναλλαγές – με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων άρχισε να μοιράζει έπαθλα σε όλους τους φορολογούμενους με βάση τις συναλλαγές τους, σε μια διαδικασία που θύμιζε περισσότερο παιχνίδι τύχης παρά σοβαρή δημόσια πολιτική.

Η σύμπτωση είναι ενδεικτική της φιλοσοφίας εκείνης της περιόδου: η φορολοταρία θεσμοθετήθηκε την ίδια χρονιά που ιδρύθηκε και η ίδια η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. Η ΑΑΔΕ δημιουργήθηκε με τον νόμο 4389/2016 και ακολούθησε η θεσμοθέτηση της φορολοταρίας με το άρθρο 70 του νόμου 4446/2016, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Την υπογραφή κάτω από το σχετικό νομοθέτημα έβαλαν ο τότε αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Χουλιαράκης και η υφυπουργός Αικατερίνη Παπανάτσιου, ενώ ο τότε νεοδιορισμένος διοικητής της ΑΑΔΕ, Γεώργιος Πιτσιλής, εξέδωσε και την αντίστοιχη εγκύκλιο εφαρμογής, την οποία μάλιστα υπέγραψε πρώτος.

Η ιδέα αυτή φαίνεται ότι άρεσε και στις επόμενες κυβερνήσεις. Οι υπουργοί Οικονομικών της περιόδου μετά το 2019 την υιοθέτησαν χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση, όπως ακριβώς συνέβη και με άλλα θεσμικά κατασκευάσματα της μνημονιακής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ίδιος νόμος 4389/2016, με τον οποίο ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, το γνωστό «Υπερταμείο», που πολλοί αποκαλούν πλέον ειρωνικά «Υπεραμειβείο» λόγω των υψηλών αμοιβών που προσφέρει στα διοικητικά του στελέχη.

Αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι όταν θεσμοθετήθηκε το Υπερταμείο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε καταγγείλει το εγχείρημα με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα. Σε δήλωσή του τον Μάιο του 2016 έκανε λόγο για πρωτοφανή απώλεια εθνικής κυριαρχίας, επισημαίνοντας ότι δημιουργείται μια εταιρεία με διάρκεια ζωής 99 ετών, η οποία δεν θα λογοδοτεί στο ελληνικό κοινοβούλιο και θα τελεί υπό τον ουσιαστικό έλεγχο ευρωπαϊκών θεσμών. Παρά τις τότε αντιρρήσεις, το σχήμα αυτό όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά ενισχύθηκε και θεσμικά με την απορρόφηση του ΤΑΙΠΕΔ, ενώ συνεχίζει να λειτουργεί με περιορισμένη κοινοβουλευτική λογοδοσία, όπως επισημαίνουν και πρόσφατες παρεμβάσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Η ΑΑΔΕ, ωστόσο, αποτελεί θεσμικά ανεξάρτητη διοικητική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι αρμοδιότητές της αφορούν τη βεβαίωση και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, την προστασία της δημόσιας υγείας μέσω ελέγχων στην αγορά και την υποβολή προτάσεων για τη βελτίωση του φορολογικού συστήματος με επιστημονικές μελέτες, εκθέσεις και τεκμηριωμένες εισηγήσεις. Η αποστολή αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με μια πολιτική που μοιάζει περισσότερο με τηλεοπτικό παιχνίδι τύχης, όπου η συμμόρφωση με το φορολογικό σύστημα επιβραβεύεται μέσω κληρώσεων.

Η επιστημονική συζήτηση γύρω από τη μείωση της παραοικονομίας έχει προτείνει διαφορετικές λύσεις. Μελέτες του ΙΟΒΕ και της Επιτροπής Πισσαρίδη, που παρουσιάστηκε το 2020 με ιδιαίτερη επισημότητα, υπογράμμισαν την ανάγκη ισχυρών κινήτρων για τους φορολογούμενους που πραγματοποιούν διαφανείς συναλλαγές. Οι προτάσεις αυτές αφορούσαν σταθερά και δίκαια μέτρα επιβράβευσης των συνεπών πολιτών, ώστε σταδιακά τμήματα της οικονομίας που σήμερα δηλώνουν ελάχιστα εισοδήματα να συμβάλουν περισσότερο στα δημόσια έσοδα.

Η Ελλάδα πράγματι βρισκόταν σε χαμηλή θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη χρήση καρτών στις συναλλαγές. Την περίοδο που θεσπίστηκε η φορολοταρία, οι ηλεκτρονικές πληρωμές αντιστοιχούσαν μόλις στο 18,4% της ιδιωτικής κατανάλωσης, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ξεπερνούσε το 36%. Η πραγματική πρόκληση για τη νεοσύστατη τότε ΑΑΔΕ ήταν να αναπτύξει τεχνολογικά εργαλεία και μηχανισμούς ελέγχου που θα ενίσχυαν τη φορολογική συμμόρφωση και θα περιόριζαν τη διάβρωση της φορολογικής βάσης.

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδυναμίες τόσο ως προς την αποτελεσματικότητα όσο και ως προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Η αντιμετώπιση της παραοικονομίας προϋποθέτει έναν μακροχρόνιο μετασχηματισμό της οικονομίας, με μετάβαση από άτυπες σε επίσημες δραστηριότητες. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί συνεχή διοικητική προσπάθεια, σταθερότητα κανόνων και αξιόπιστους ελέγχους, όχι τυχερά παιχνίδια με λαχνούς.

Το ίδιο το πλαίσιο της φορολοταρίας αποκαλύπτει την ιδιόμορφη λογική της. Σύμφωνα με τον νόμο και την εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, κάθε πολίτης άνω των 18 ετών με ελληνικό ΑΦΜ συμμετέχει αυτόματα στις μηνιαίες κληρώσεις εφόσον έχει πραγματοποιήσει έστω και μία ηλεκτρονική συναλλαγή τον προηγούμενο μήνα. Οι λαχνοί αποδίδονται με βάση το ύψος των συναλλαγών, ενώ το σύστημα προβλέπει ακόμη μεγαλύτερες πιθανότητες κέρδους όταν η κατανάλωση υπερβαίνει συγκεκριμένα ποσοστά του μηνιαίου εισοδήματος.

Σε περίπτωση που οι ηλεκτρονικές πληρωμές υπερβούν το 30%, το 50% ή ακόμη και το 70% του μηνιαίου εισοδήματος, οι λαχνοί πολλαπλασιάζονται αντίστοιχα. Οι τυχεροί της κλήρωσης λαμβάνουν χρηματικά ποσά ή άλλα έπαθλα. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι προφανές: πώς είναι δυνατόν να επιβραβεύεται κάποιος για κατανάλωση μεγαλύτερη από το εισόδημά του, χωρίς να εγείρονται ζητήματα προέλευσης των χρημάτων;

Τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο έντονα όταν εξεταστούν τα στοιχεία της ίδιας της ΑΑΔΕ. Σύμφωνα με την απολογιστική έκθεση για το 2024, οι οφειλέτες του Δημοσίου φθάνουν τα 3.771.707 πρόσωπα με συνολικά χρέη περίπου 109,7 δισεκατομμυρίων ευρώ. Συμμετέχουν άραγε και αυτοί αυτομάτως στις δημόσιες κληρώσεις; Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε το σύστημα καταλήγει να επιβραβεύει μέσω λαχνών ακόμη και πολίτες που έχουν σημαντικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το κράτος.

Η ίδια η διαδικασία δημιουργίας των λαχνών εγείρει επίσης ερωτήματα. Η Διεύθυνση Ανάπτυξης Φορολογικών Εφαρμογών της ΑΑΔΕ συγκεντρώνει τα στοιχεία των συναλλαγών από τους παρόχους πληρωμών και δημιουργεί τους λαχνούς χωρίς να προηγείται κάποιος ουσιαστικός έλεγχος για τη φορολογική εικόνα του συμμετέχοντος. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που μοιάζει να ανταμείβει απλώς την κατανάλωση, χωρίς να εξετάζει την οικονομική συμπεριφορά στο σύνολό της.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Σε μια χώρα όπου εκατομμύρια πολίτες προσπαθούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, το κράτος επιλέγει να μοιράζει τυχερά έπαθλα σε εκατομμύρια συμμετέχοντες. Από τους περίπου 6,7 εκατομμύρια φορολογούμενους που συμμετέχουν στις κληρώσεις, σχεδόν οι μισοί είναι οφειλέτες. Εύλογα γεννάται η απορία πώς δεν έχουν καταλήξει όλοι οι υπόλοιποι συνεπείς φορολογούμενοι στην ίδια κατάσταση.

ΑΑΔΕ Στεργίου

Η πραγματικότητα είναι ότι οι συνεπείς φορολογούμενοι σπάνια επιβραβεύονται. Το ελληνικό φορολογικό σύστημα βασίζεται κυρίως σε ρυθμίσεις οφειλών, παρατάσεις και διαγραφές προσαυξήσεων για όσους δεν πληρώνουν εγκαίρως. Οι γνωστές ρυθμίσεις έως και 120 δόσεων έχουν μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό ανακύκλωσης των χρεών, ενώ η επιβράβευση των συνεπών περιορίζεται σε μικρές εκπτώσεις φόρου για εφάπαξ πληρωμή, οι οποίες συχνά αποδίδουν λιγότερο από ένα απλό τραπεζικό επιτόκιο.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο σύστημα κινήτρων. Εκείνοι που καθυστερούν ή αποφεύγουν την πληρωμή των φόρων καταλήγουν να απολαμβάνουν ευνοϊκές ρυθμίσεις και ευκαιρίες επαναδιαπραγμάτευσης των χρεών τους. Εκείνοι που πληρώνουν κανονικά απλώς συνεχίζουν να το κάνουν χωρίς ουσιαστική ανταμοιβή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φορολοταρία μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό τέχνασμα παρά με σοβαρό εργαλείο φορολογικής πολιτικής. Αντί να ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους και πολιτών, δημιουργεί την εντύπωση ότι η συμμόρφωση με τους φορολογικούς κανόνες είναι ζήτημα τύχης και όχι συνέπειας.

Η αντιμετώπιση της παραοικονομίας απαιτεί σαφείς κανόνες, αξιόπιστους ελέγχους και πραγματικά κίνητρα για τους πολίτες που επιλέγουν τη διαφάνεια. Όσο η φορολογική πολιτική θυμίζει παιχνίδι λαχνών, το πρόβλημα της φοροδιαφυγής θα παραμένει άλυτο και η δημόσια συζήτηση θα συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από το ίδιο ερώτημα: αν το κράτος θέλει πραγματικά να περιορίσει την παραοικονομία ή αν απλώς κληρώνει κάθε μήνα μια μικρή δόση αισιοδοξίας.