24 Αυγούστου 2026

Γεραπετρίτης προς Άγκυρα: «Αν χρειαστεί, θα υπάρξουν φρεγάτες και F-16»

Σε αισθητή σκλήρυνση της δημόσιας γραμμής απέναντι στην Τουρκία προχώρησε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα ακόμη και «στο πεδίο», εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιμένει να υπερασπίζεται την πολιτική των «ήρεμων νερών», επιχειρώντας να πείσει ότι ο διάλογος με την Άγκυρα δεν έχει οδηγήσει σε υποχώρηση από τις πάγιες ελληνικές θέσεις.

Μιλώντας στο OPEN, ο υπουργός Εξωτερικών χρησιμοποίησε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, υποστηρίζοντας ότι η χώρα διαθέτει πλέον την πολιτική, διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική ισχύ ώστε να προασπίζεται τα εθνικά της συμφέροντα.

«Αγρυπνούμε, αλλά δεν ανησυχούμε. Και δεν ανησυχούμε γιατί έχουμε την ισχύ να επιβάλουμε τα εθνικά συμφέροντα σε οποιοδήποτε πεδίο», δήλωσε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να εκπέμψει μήνυμα αποφασιστικότητας προς την Άγκυρα.

Η τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη κριτική για την πραγματική αποτελεσματικότητα της στρατηγικής των «ήρεμων νερών», την ώρα που η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στο τραπέζι τη «Γαλάζια Πατρίδα», τις «γκρίζες ζώνες», τις αξιώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης και συνολικά ένα πλαίσιο αμφισβητήσεων που η Αθήνα θεωρεί αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο.

«Ήρεμα νερά» χωρίς υποχώρηση, υποστηρίζει η κυβέρνηση

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης επέμεινε ότι η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Παρουσίασε την πολιτική των ανοιχτών διαύλων ως εργαλείο για τη διατήρηση μιας λειτουργικής σχέσης μεταξύ δύο γειτονικών χωρών, ξεκαθαρίζοντας ότι ο διάλογος δεν σημαίνει εγκατάλειψη εθνικών θέσεων.

«Τα ήρεμα νερά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι έχουμε οποιαδήποτε υποχώρηση από τις βασικές εθνικές μας θέσεις», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να συνομιλεί με την Τουρκία ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες.

Η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να αντιστρέψει την εικόνα μιας Ελλάδας που περιορίζεται σε αντιδράσεις απέναντι στις τουρκικές κινήσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι πλέον η Αθήνα είναι εκείνη που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και η Άγκυρα καλείται να απαντά σε αυτές.

Ως παραδείγματα επικαλέστηκε τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα θαλάσσια πάρκα, την αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου, τη διεύρυνση των διεθνών συμμαχιών της χώρας και την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας σε διεθνείς οργανισμούς.

Κατά τον υπουργό, οι τουρκικές διεκδικήσεις δεν αποτελούν νέα δεδομένα. Η «Γαλάζια Πατρίδα», οι αξιώσεις για αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» αποτελούν εδώ και χρόνια σταθερά στοιχεία της τουρκικής στρατηγικής. Εκείνο που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει αλλάξει είναι η στάση της ελληνικής πλευράς.

«Τα καινούργια τα εισφέρει η ελληνική Πολιτεία σήμερα», είπε, υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές κινήσεις είναι αυτές που προκαλούν πλέον την αντίδραση της Τουρκίας.

Η κυβερνητική αυτή αφήγηση, πάντως, καλείται να αποδειχθεί στην πράξη. Η διατήρηση του διαλόγου μπορεί να περιορίζει τις εντάσεις, όμως το πραγματικό μέτρο αποτελεσματικότητας μιας εξωτερικής πολιτικής παραμένει η δυνατότητα άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρίς αυτά να τίθενται υπό περιορισμό από τις αντιδράσεις τρίτων.

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε κατηγορηματικά ότι, εφόσον υπάρξει πρόκληση, η Ελλάδα θα κάνει «όλα εκείνα τα οποία είναι αναγκαία» και θα απαντήσει «από θέση ισχύος», χωρίς παράλληλα να διακόψει τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.

Ο ίδιος επικαλέστηκε τη σημαντική μείωση των παραβιάσεων σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, αλλά και τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών από τα τουρκικά παράλια προς τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η Άγκυρα συνεχίζει να προβαίνει σε κινήσεις που η Αθήνα θεωρεί προκλητικές.

Κατά την κυβερνητική εκτίμηση, η πλήρης διακοπή της επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες θα μπορούσε να καταστεί ιδιαίτερα επικίνδυνη στο σημερινό ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.

Κάσος, φρεγάτες και F-16 – Η κυβέρνηση ανεβάζει τους τόνους

Το πιο σαφές μήνυμα του υπουργού αφορούσε την Κάσο και το ενδεχόμενο νέας τουρκικής παρέμβασης σε έρευνες ή εργασίες που συνδέονται με την πόντιση ηλεκτρικού καλωδίου.

«Είναι αυτονόητο ότι η Ελλάδα θα ασκήσει πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Και σήμερα περισσότερο από ποτέ», δήλωσε ο Γιώργος Γεραπετρίτης.

Όταν ρωτήθηκε εάν μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να συνοδευτεί από παρουσία ελληνικών πολεμικών πλοίων και μαχητικών αεροσκαφών, η απάντησή του ήταν σαφής: «Ναι, αν χρειαστεί, βεβαίως θα υπάρξει και η φρεγάτα και θα υπάρξουν και τα αναβαθμισμένα F-16».

Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί μία από τις πιο ευθείες δημόσιες τοποθετήσεις της κυβέρνησης για ενδεχόμενη επιχειρησιακή παρουσία των Ενόπλων Δυνάμεων σε περίπτωση αμφισβήτησης ελληνικών δικαιωμάτων.

Ο υπουργός συνέδεσε τη δυνατότητα αυτή με την ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση από εκείνη πριν από επτά χρόνια.

«Η Ελλάδα πια δεν παρακολουθεί, η Ελλάδα δρα», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «η εποχή της αδράνειας για την Ελλάδα έχει παρέλθει οριστικά».

Απευθυνόμενος μάλιστα σε όσους κατηγορούν την κυβέρνηση για υπερβολικά ήπια πολιτική έναντι της Άγκυρας, χρησιμοποίησε τη χαρακτηριστική φράση: «Για εκείνον που θέλει πιο σκληρή στάση, ας κρατήσει λίγο την ανάσα του».

Ο υψηλός τόνος των δηλώσεων δημιουργεί πλέον και αντίστοιχη πολιτική δέσμευση για την ίδια την κυβέρνηση. Όταν η Αθήνα δηλώνει δημόσια ότι διαθέτει «ένα ολόκληρο μενού επιλογών», ότι μπορεί να στείλει φρεγάτες και F-16 και ότι θα ασκήσει πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα, κάθε επόμενο επεισόδιο με την Τουρκία θα αξιολογείται και με βάση αυτές ακριβώς τις διαβεβαιώσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών στράφηκε παράλληλα και κατά του ΠΑΣΟΚ, χαρακτηρίζοντας «ανεύθυνη» την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για την αντίδρασή της στις τουρκικές κινήσεις. Υποστήριξε ότι η Αθήνα έχει ήδη ενημερώσει επισήμως τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ότι θα ακολουθήσουν τα απαραίτητα διαβήματα και τοποθετήσεις στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η απάντησή του στην κριτική των πρώην πρωθυπουργών Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή για την πολιτική των «ήρεμων νερών».

Για τον Αντώνη Σαμαρά υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν έχει δημιουργήσει τετελεσμένο και σημείωσε ότι και ο ίδιος, ως πρωθυπουργός, διατηρούσε επαφές με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε περιόδους κατά τις οποίες καταγράφονταν τουρκικές παραβιάσεις.

Απέρριψε επίσης τη θέση ότι η αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών συνέβαλε στο διεθνές «ξέπλυμα» της Τουρκίας. Επικαλέστηκε το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα SAFE και δεν έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα στο πρόγραμμα των F-35, επιχειρώντας να τεκμηριώσει ότι η ελληνική πολιτική του διαλόγου δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα γεωπολιτικά κέρδη για την Τουρκία.

Παράλληλα, παρουσίασε ως ελληνικά επιτεύγματα την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35, την παραλαβή νέων φρεγατών, την ενίσχυση των αμυντικών συνεργασιών και τη διεύρυνση του διεθνούς αποτυπώματος της χώρας.

Για το ενδεχόμενο να αποκτήσει τελικά και η Τουρκία F-35, ο υπουργός αναγνώρισε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να υπαγορεύει τις αμυντικές επιλογές τρίτων κρατών. Υπογράμμισε όμως ότι πριν από επτά χρόνια η Τουρκία συμμετείχε στο πρόγραμμα ως συμπαραγωγός, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν εκτός, με τη σημερινή κατάσταση να έχει αντιστραφεί.

Η Αθήνα, όπως είπε, θεωρεί ότι στο πλαίσιο της στρατηγικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες οι ελληνικές ανησυχίες και «ευαισθησίες» θα λαμβάνονται υπόψη στις αμερικανικές αποφάσεις.

Στη συζήτηση τέθηκε και το ζήτημα της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απέφυγε να συνδέσει την πιθανή επιστροφή της με τις νέες γεωπολιτικές σχέσεις του Ριάντ, επιμένοντας ότι η ελληνοσαουδαραβική στρατηγική σχέση παραμένει ισχυρή.

Ξεκαθάρισε, όμως, ότι η παραμονή της συστοιχίας δεν αποτελεί δεδομένο. Εάν οι ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες απαιτήσουν την επιστροφή της, αυτή θα πραγματοποιηθεί, ενώ σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να παραμείνει στη Σαουδική Αραβία.

Η κυβέρνηση επιχειρεί συνολικά να παρουσιάσει μια εικόνα Ελλάδας που συνομιλεί με την Τουρκία χωρίς να φοβάται τη σύγκρουση και που διατηρεί τα «ήρεμα νερά» χωρίς να θυσιάζει κυριαρχικά δικαιώματα. Η πραγματική δοκιμασία αυτής της στρατηγικής, όμως, βρίσκεται μπροστά: στην Κάσο, στις θαλάσσιες ζώνες, στις τουρκικές αξιώσεις και σε κάθε περίπτωση όπου οι διακηρύξεις περί «θέσης ισχύος» θα χρειαστεί να μετατραπούν σε συγκεκριμένη πολιτική και επιχειρησιακή πράξη.