25 Ιουλίου 2026

Η κυβέρνηση μετατρέπει την Ακρόπολη, την Κνωσό και την Επίδαυρο σε μπίζνα

Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί το σχέδιο νόμου του υπουργείου Πολιτισμού για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage».

Οι εργαζόμενοι στο υπουργείο Πολιτισμού και ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων καταγγέλλουν ότι η κυβέρνηση μεταφέρει κρίσιμες λειτουργίες των αρχαιολογικών χώρων, των μουσείων και του ΟΔΑΠ σε έναν εταιρικό μηχανισμό, ο οποίος θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Η συζήτηση αφορά τη διαχείριση των εισιτηρίων, των πωλητηρίων, των ψηφιακών υπηρεσιών, των πιστοποιημένων αντιγράφων, των αναψυκτηρίων, της ακίνητης περιουσίας και σημαντικού μέρους των εσόδων που παράγουν τα μνημεία της χώρας.

Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή στις 20 Ιουλίου και, έως τις 25 Ιουλίου, βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της επεξεργασίας από τη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Νέα συνεδρίαση της Επιτροπής έχει προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 27 Ιουλίου. Επομένως, οι αναφορές ότι είχε ήδη ψηφιστεί την Παρασκευή δεν ανταποκρίνονται στην επίσημη κοινοβουλευτική πορεία του.

Η επιλογή, ωστόσο, να εισαχθεί ένα πολυσέλιδο και σύνθετο νομοσχέδιο στην καρδιά του καλοκαιριού, με περιορισμένο χρόνο δημόσιας συζήτησης, ενισχύει τις καταγγελίες για διαδικασία εξπρές σε ένα ζήτημα που αφορά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Η νέα Α.Ε. αποκτά τον επιχειρησιακό έλεγχο των πολιτιστικών πόρων

Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δημιουργία νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Η εταιρεία θα ανήκει κατά 90% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% στον ΟΔΑΠ, ενώ οι μετοχές της χαρακτηρίζονται ονομαστικές και αμεταβίβαστες.

Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ορίζεται στα 3 εκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι 240 εκατομμύρια ευρώ αποτελούν το μετοχικό κεφάλαιο που παραδίδεται άμεσα σε ιδιώτες δεν προκύπτει από το κείμενο του νομοσχεδίου.

Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα βρίσκεται αλλού. Η νέα Α.Ε. ορίζεται ως βασικός εκτελεστικός και επιχειρησιακός βραχίονας του ΟΔΑΠ και αποκτά ευρύτατες αρμοδιότητες γύρω από την οικονομική αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνονται η λειτουργία των ηλεκτρονικών εισιτηρίων, η ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, η διαχείριση φυσικών και διαδικτυακών πωλητηρίων, η διάθεση πιστοποιημένων αντιγράφων και προϊόντων, η συνεργασία με εμπορικά δίκτυα και η κατάρτιση σχεδίων αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του ΟΔΑΠ.

Η εταιρεία θα αναλάβει ακόμη συστήματα σήμανσης με την εμπορική ταυτότητα «Hellenic Heritage», εφαρμογές πληρωμών, υπηρεσίες προς τους επισκέπτες και δράσεις που συνδέονται με εκδηλώσεις και την προώθηση προϊόντων μέσα από αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία.

Η κυριότητα των αρχαίων μνημείων δεν μεταβιβάζεται σε ιδιώτες με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση, όμως, παραδίδει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τη διαχείριση σημαντικών πηγών εσόδων σε μια κρατική Α.Ε. με εταιρική αυτοτέλεια, διευθύνοντα σύμβουλο, διοικητικό συμβούλιο και ιδιωτικοοικονομική λειτουργία.

Αυτός ο διαχωρισμός είναι ουσιαστικός. Τα μνημεία παραμένουν δημόσια, όμως η καθημερινή λειτουργία, η εμπορική αξιοποίηση και οι οικονομικές δραστηριότητες γύρω από αυτά απομακρύνονται από τον στενό πυρήνα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Η διάρκεια της εταιρείας καθορίζεται στα 50 χρόνια και μπορεί να παραταθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Το νομοσχέδιο δεν προβλέπει συγκεκριμένη αυτόματη παράταση για επιπλέον 50 χρόνια, αφήνει όμως ανοικτή τη συνέχιση της λειτουργίας της πέρα από την αρχική πεντηκονταετία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο τρόπος χρηματοδότησης. Ο ΟΔΑΠ υποχρεώνεται να προκαταβάλλει στην εταιρεία το σύνολο της ετήσιας διαχειριστικής αμοιβής και το 80% των ετήσιων λειτουργικών δαπανών της στις αρχές κάθε έτους. Το υπόλοιπο 20% θα καταβάλλεται κατά το τελευταίο τρίμηνο.

Η χρηματοδότηση αυτή πραγματοποιείται χωρίς υποχρέωση παροχής εγγύησης από την εταιρεία. Παράλληλα, στους πόρους της περιλαμβάνονται επιχορηγήσεις από τον ΟΔΑΠ, τον κρατικό προϋπολογισμό, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιωτικούς φορείς.

Το σχήμα δημιουργεί έναν παράλληλο οικονομικό μηχανισμό που θα χρηματοδοτείται από δημόσιους και πολιτιστικούς πόρους, ενώ θα λειτουργεί με την ευελιξία μιας ανώνυμης εταιρείας. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια ποιος θα ελέγχει τις δαπάνες, τις αναθέσεις, τις συνεργασίες και τη διαχειριστική αμοιβή.

Ο εσωτερικός κανονισμός θα εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, έπειτα από εισήγηση του διευθύνοντος συμβούλου και έγκριση του υπουργού Πολιτισμού. Σε αυτόν θα ρυθμίζονται η οργανωτική δομή, οι προσλήψεις, τα προσόντα, οι αρμοδιότητες και τα όργανα ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων.

Η πρόβλεψη υπουργικής έγκρισης αποτελεί τυπικό μηχανισμό εποπτείας. Δεν απαντά πλήρως στο βασικό ερώτημα της δημόσιας λογοδοσίας, καθώς μεγάλο μέρος της οικονομικής και επιχειρησιακής λειτουργίας θα καθορίζεται από το διοικητικό κέντρο της εταιρείας.

Οι αρχαιολόγοι καταγγέλλουν εμπορευματοποίηση των μνημείων

Τα σωματεία του υπουργείου Πολιτισμού προχώρησαν σε κινητοποιήσεις, στάσεις εργασίας και συγκεντρώσεις, μεταξύ των οποίων η διαμαρτυρία στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης στις 22 Ιουλίου.

Το βασικό σύνθημα των εργαζομένων είναι ότι οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία δεν αποτελούν «οίκους εμπορίου». Οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι το κράτος μετακινεί σταδιακά το βάρος από την προστασία, τη συντήρηση και την επιστημονική τεκμηρίωση προς την αύξηση των εσόδων και την εμπορική εκμετάλλευση.

Η κριτική τους συνδέεται και με την αποδυνάμωση του ΟΔΑΠ. Ο Οργανισμός διατηρεί τυπικά εποπτικές και οικονομικές λειτουργίες, ενώ μεγάλο μέρος του επιχειρησιακού αντικειμένου περνά στη νέα εταιρεία. Υπηρεσίες που μέχρι σήμερα ανήκαν άμεσα στον δημόσιο φορέα θα εκτελούνται πλέον από τον εταιρικό του βραχίονα.

Οι εργαζόμενοι συνδέουν το νομοσχέδιο με ευρύτερες επιλογές εκχώρησης υπηρεσιών σε αναδόχους και ιδιώτες. Αναφέρονται στη διαχείριση εισιτηρίων, στη στελέχωση υπηρεσιών, στην καθαριότητα και στα σχέδια εκμίσθωσης πωλητηρίων σε μεγάλους αρχαιολογικούς χώρους.

Οι συγκεκριμένες διαδικασίες δεν ταυτίζονται όλες με τη σύσταση της Hellenic Heritage. Συνθέτουν, όμως, μια κυβερνητική πολιτική που αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως οικονομικό προϊόν και τις υπηρεσίες γύρω από τα μνημεία ως πεδίο εργολαβιών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητα συνεργασίας της νέας εταιρείας με καταστήματα τρίτων και εμπορικά δίκτυα για τη διάθεση αντιγράφων και πολιτιστικών προϊόντων. Η πολιτιστική δημιουργία και η παραγωγή πιστοποιημένων αντιγράφων μπορούν να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα, απαιτούν όμως επιστημονικό έλεγχο, αυστηρές προδιαγραφές και διαφανείς συμβάσεις.

Το ίδιο ισχύει για τις εκδηλώσεις σε μνημεία, τις γαστρονομικές δράσεις και τη χρήση της ταυτότητας «Hellenic Heritage». Η προβολή της ελληνικής κληρονομιάς δεν μπορεί να οργανώνεται αποκλειστικά με όρους εμπορικού σήματος, τουριστικής κατανάλωσης και αύξησης της επισκεψιμότητας.

Οι αρχαιολόγοι υπενθυμίζουν ως ιστορικό προηγούμενο τον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε. Ο ΟΠΕΠ είχε δημιουργηθεί με το επιχείρημα της ευελιξίας και της αύξησης των εσόδων, ενώ η πορεία του συνδέθηκε με ελλείμματα, αμφιλεγόμενες συμβάσεις και τη μη ολοκληρωμένη προμήθεια χιλιάδων φορητών ξεναγών από τη Siemens.

Η ιστορική εμπειρία δεν αποδεικνύει ότι κάθε δημόσια ανώνυμη εταιρεία θα έχει την ίδια κατάληξη. Επιβάλλει, όμως, αυστηρό έλεγχο πριν από την ίδρυση ενός νέου φορέα με εκτεταμένες αρμοδιότητες και πρόσβαση σε έσοδα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Το υπουργείο Πολιτισμού παρουσιάζει τη νέα εταιρεία ως εργαλείο εκσυγχρονισμού, ψηφιοποίησης και καλύτερης εξυπηρέτησης των επισκεπτών. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην ανάγκη ταχύτερων αποφάσεων, νέων υπηρεσιών και αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των πολιτιστικών πόρων.

Η πολιτική ουσία παραμένει βαριά. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δεν μπορεί να υποτάσσεται στους στόχους ενός επιχειρηματικού σχεδίου.

Η Ακρόπολη, η Κνωσός, οι Δελφοί, η Επίδαυρος, οι Μυκήνες, τα μουσεία και οι ενάλιες αρχαιότητες δεν αποτελούν εμπορικό χαρτοφυλάκιο. Αποτελούν δημόσια περιουσία, ιστορική μνήμη και κοινό κτήμα των επόμενων γενεών.

Η κυβέρνηση οφείλει να αποσαφηνίσει τα όρια της εταιρείας, να κατοχυρώσει τον αποφασιστικό ρόλο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, να θεσπίσει πλήρη κοινοβουλευτικό και οικονομικό έλεγχο και να δημοσιοποιεί κάθε σύμβαση, αμοιβή και συνεργασία.

Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, το νομοσχέδιο δημιουργεί έναν ισχυρό εταιρικό μηχανισμό γύρω από τα μνημεία και τα έσοδά τους, ανοίγοντας τον δρόμο για βαθύτερη εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.