Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

ΕΣΠΕΡΟΣ

Η κοινωνία δεν ζητά μεταγραφές κορυφής, ζητά αλλαγή πολιτικής

Ακούμε το τελευταίο διάστημα διάφορες αναφορές περί «ζυμώσεων» βουλευτών, πρώην υπουργών και πολιτικών στελεχών με τη Νέα Δημοκρατία. Σήμερα, μάλιστα, διάβασα ότι εξακολουθούν να γίνονται συζητήσεις για την κυρία Άννα Διαμαντοπούλου και το ενδεχόμενο ένταξής της στη Νέα Δημοκρατία. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν υπάρχει πράγματι τέτοιο ενδεχόμενο. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα σήμαινε πολιτικά μια τέτοια κίνηση, ιδίως σε αυτή τη συγκυρία.

Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι, εάν και εφόσον συμβεί κάτι τέτοιο —και μάλιστα τώρα, που η Νέα Δημοκρατία δείχνει να αγγίζει τα χαμηλότερα ποσοστά των τελευταίων ετών—, δεν θα εκληφθεί από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως πράξη πολιτικής αυτοακύρωσης; Δεν θα θεωρηθεί ως εσχάτη πολιτική προδοσία απέναντι στον χώρο από τον οποίο προέρχεται η κυρία Διαμαντοπούλου, απέναντι στους ανθρώπους που τη στήριξαν, απέναντι στην πολιτική διαδρομή που η ίδια επικαλείται;

Διότι άλλο πράγμα είναι ο ιδεολογικός διάλογος, άλλο η πολιτική συνεννόηση πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και εντελώς διαφορετικό πράγμα η ένταξη σε έναν κομματικό μηχανισμό που βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με βαθιά φθορά, κοινωνική αποδοκιμασία και εμφανή πολιτική κόπωση. Όταν μια κυβέρνηση χάνει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους της κοινωνίας, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους επιβαρύνεται, ότι οι θεσμοί δοκιμάζονται και ότι η πολιτική λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας παρά ως υπηρεσία προς το δημόσιο συμφέρον, τότε κάθε μετακίνηση προς αυτήν δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλή «διεύρυνση».

Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μιλούσαμε για υπέρβαση κομματικών ορίων. Θα μιλούσαμε για πολιτική προσχώρηση σε ένα σύστημα που βρίσκεται σε αποδρομή. Και αυτό έχει βαρύ συμβολισμό. Διότι οι πολίτες δεν βλέπουν πλέον τις μεταγραφές πολιτικών στελεχών με αθωότητα. Τις διαβάζουν ως συναλλαγή, ως διάσωση προσωπικών διαδρομών, ως προσπάθεια ένταξης σε ένα κέντρο εξουσίας λίγο πριν αυτό αρχίσει να χάνει την κυριαρχία του.

Η κυρία Διαμαντοπούλου δεν είναι ένα τυχαίο πολιτικό πρόσωπο. Έχει διαδρομή, έχει ταυτότητα, έχει υπάρξει σημείο αναφοράς για έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Ακριβώς γι’ αυτό, μια ενδεχόμενη ένταξή της στη Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη ούτε να παρουσιαστεί ως τεχνική πολιτική λεπτομέρεια. Θα είχε χαρακτήρα πολιτικού μηνύματος. Και το μήνυμα αυτό, για πολλούς, θα ήταν σαφές: ότι ένα κομμάτι του παλαιού πολιτικού προσωπικού είναι διατεθειμένο να διασχίσει κάθε όριο, αρκεί να παραμείνει κοντά στην εξουσία.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Σε μια περίοδο που η κοινωνία ζητά καθαρότητα, συνέπεια και λογοδοσία, τέτοιες κινήσεις ενισχύουν την πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως κλειστό κύκλωμα προσώπων, που εναλλάσσονται σε ρόλους, παρατάξεις και αξιώματα, χωρίς ουσιαστική σχέση με τις αγωνίες των πολιτών.

Αν πράγματι κάποιοι πιστεύουν ότι η απάντηση στη φθορά της Νέας Δημοκρατίας είναι η μεταγραφή στελεχών από άλλους πολιτικούς χώρους, κάνουν σοβαρό λάθος. Η κοινωνία δεν ζητά ανακύκλωση προσώπων. Ζητά αλλαγή πολιτικής. Δεν ζητά νέες ισορροπίες κορυφής. Ζητά ειλικρίνεια, θεσμική σοβαρότητα και πραγματική εκπροσώπηση.

Γι’ αυτό και μια τέτοια ενέργεια, εφόσον επιβεβαιωθεί, δεν θα κριθεί μόνο από τους κομματικούς μηχανισμούς. Θα κριθεί κυρίως από την κοινωνία. Και η κοινωνία έχει πλέον κουραστεί από τις μεταμφιέσεις, τις μετακινήσεις και τις πολιτικές διαδρομές που παρουσιάζονται ως «εθνική ευθύνη», ενώ στην πραγματικότητα μοιάζουν με προσωπική στρατηγική επιβίωσης.

Στο τέλος, κάθε πολιτικός κρίνεται όχι μόνο από αυτά που λέει, αλλά και από το πού στέκεται όταν το πολιτικό κόστος ανεβαίνει. Και αν κάποιος επιλέγει να σταθεί δίπλα σε μια εξουσία που φθείρεται, την ώρα που οι πολίτες απομακρύνονται από αυτήν, τότε δεν μπορεί να ζητά από την κοινωνία να το ερμηνεύσει ως πράξη γενναιότητας. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να απαιτεί να μη χαρακτηριστεί ως πράξη πολιτικής αποστασίας από τον ίδιο του τον χώρο.