Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΨΥΧΙΟΣ

ΙΩΣΗΦ

10 Απριλίου 2026

Η μεγάλη λεηλασία των νοικοκυριών με τη σφραγίδα της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση εφαρμόζει σταθερά τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την επανεκλογή της το 2023, μία ληστρική φορολογική πολιτική που εξαντλεί την κοινωνία και στραγγίζει την πραγματική οικονομία. Το κάνει κυρίως μέσω του πιο ύπουλου και πιο άγριου φόρου απ’ όλους, του πληθωριστικού φόρου, διατηρώντας τους ίδιους φορολογικούς συντελεστές πάνω σε τιμές που έχουν ήδη εκτοξευθεί. Δεν χρειάζεται να ανακοινώσει νέους φόρους για να λεηλατήσει το εισόδημα των πολιτών. Της αρκεί να αφήνει την ακρίβεια να φουσκώνει και να εισπράττει πάνω στα συντρίμμια της αγοραστικής δύναμης. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, που πριν από το 2019 κινούνταν σε περιβάλλον αποπληθωρισμού και δεν μπορούσαν να αυξήσουν τα φορολογικά έσοδα χωρίς αλλαγή συντελεστών, η σημερινή κυβέρνηση βρήκε τον πιο κυνικό μηχανισμό είσπραξης. Αφήνει τις τιμές να ανεβαίνουν και μαζεύει όλο και περισσότερα.

Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι ο ΦΠΑ. Όταν το 24% επιβάλλεται σε προϊόν που κόστιζε 10 ευρώ, το κράτος εισπράττει 2,40 ευρώ. Όταν το ίδιο προϊόν φθάνει στα 20 ευρώ, η είσπραξη διπλασιάζεται στα 4,80 ευρώ. Τόσο απλό είναι το κόλπο της φορολογικής αισχροκέρδειας. Έτσι τα έσοδα από τον ΦΠΑ, που αποτελεί τον βασικό κορμό των κρατικών εισπράξεων, εκτινάχθηκαν από 17,6 δισ. ευρώ το 2019 στα 27,6 δισ. ευρώ το 2025, με πρόβλεψη για 29,2 δισ. ευρώ το 2026. Και ακόμη κι αυτά τα ποσά είναι προφανώς συγκρατημένα στα χαρτιά, γιατί η κυβέρνηση συστηματικά προϋπολογίζει χαμηλότερα στην αρχή του έτους ώστε να περιορίζει τις κοινωνικές αντιδράσεις και να εμφανίζεται μετά ως δήθεν επιτυχούσα.

Την ίδια στιγμή, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε από 184,5 δισ. ευρώ το 2019 στα 204,4 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή περίπου κατά 11%. Ο ΦΠΑ όμως αυξήθηκε κατά 10 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 54%. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποκαλύψει το μέγεθος της επιδρομής. Η διαφορά δεν εξηγείται από πραγματική παραγωγική πρόοδο, αλλά από το πληθωριστικό ΑΕΠ, που εκτινάχθηκε στα 248,3 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 43,9 δισ. ευρώ υψηλότερα από το πραγματικό. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση φορολογεί αέρα, ακρίβεια και φτώχεια και το παρουσιάζει ως οικονομική επιτυχία.

Αν δει κανείς το σύνολο των φορολογικών εσόδων, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εξοργιστική. Τα έσοδα από φόρους αυξήθηκαν από 51,2 δισ. ευρώ το 2019 στα 69,2 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή κατά 18 δισ. ευρώ, όταν το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 19,9 δισ. ευρώ. Πρόκειται ουσιαστικά για φορολογική αφαίμαξη ολόκληρης της πραγματικής οικονομίας. Το κράτος απορροφά σχεδόν όλη την πραγματική αύξηση του παραγόμενου πλούτου. Αυτό είναι ο ορισμός της κρατικής αισχροκέρδειας. Και όταν επισημαίνεται αυτή η προφανής λεηλασία, η κυβέρνηση απαντά με απίστευτο θράσος ότι μείωσε 83 φορολογικούς συντελεστές, λες και αυτό απαντά στο ερώτημα της φορολογικής εξόντωσης. Το ζήτημα δεν είναι πόσους συντελεστές πείραξε λογιστικά. Το ζήτημα είναι ότι οι Έλληνες πληρώνουν όλο και περισσότερα, ενώ παίρνουν όλο και λιγότερα.

Με δεδομένο τον νέο πληθωριστικό γύρο που θα τροφοδοτήσει η κρίση στη Μέση Ανατολή, η φορολογική αισχροκέρδεια του 2026 θα είναι ακόμη πιο άγρια. Η κυβέρνηση θα εισπράξει ξανά περισσότερα, επειδή οι τιμές θα ανεβαίνουν, και στη συνέχεια θα πετάξει στην κοινωνία ένα ελάχιστο κλάσμα από τα υπερέσοδα, όπως κάνει τώρα με την ΠΝΠ, για να προσποιείται ότι στηρίζει τους πολίτες. Το έργο είναι γνωστό. Πρώτα λεηλατεί, ύστερα επιστρέφει ψίχουλα και στο τέλος ζητά και χειροκρότημα. Εν τω μεταξύ τα πραγματικά εισοδήματα συνεχίζουν να υποχωρούν, όπως συνέβη και το 2025, και η χώρα παραμένει στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τη Βουλγαρία, η οποία μάλιστα κινδυνεύει να μας ξεπεράσει και οριστικά το 2026.

Η σύγκριση με τη Βουλγαρία είναι εξευτελιστική για την Ελλάδα και καταδικαστική για την κυβερνητική πολιτική. Η Βουλγαρία κέρδισε δύο μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Ελλάδα έχασε δύο. Το 2018 η Βουλγαρία βρισκόταν στο 51% του μέσου ευρωπαϊκού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η Ελλάδα στο 64%. Έως το 2025 η Βουλγαρία ανέβηκε κατά 15 μονάδες, ενώ η Ελλάδα μόλις κατά 4. Και αν πάει κανείς ακόμη πιο πίσω, το 2007 η Ελλάδα ήταν στο 93% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ η Βουλγαρία βρισκόταν κάτω από το 40%. Το ότι σήμερα μια χώρα με τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες της Ελλάδας συναγωνίζεται μια πρώην σοβιετική και πολύ φτωχότερη χώρα για την τελευταία θέση, είναι εθνικός εξευτελισμός. Κι όμως, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ντρέπεται, αλλά θριαμβολογεί για το κατάντημα.

Την ίδια στιγμή ο πρωθυπουργός μιλά με απίστευτη ευκολία για σταθερή δέσμευση στη μόνιμη βελτίωση του εισοδήματος των Ελλήνων. Πρόκειται για ωμό λαϊκισμό και προπαγάνδα. Πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η βελτίωση; Στην ισοπέδωση της χώρας με τη Βουλγαρία; Στη νέα διεύρυνση της απόκλισης από τον μέσο όρο της ΕΕ; Στην πολιτική των παροχών-βιτρίνας και των αυξήσεων του κατώτατου μισθού που στην πράξη καταλήγουν να τροφοδοτούν πρώτα το κράτος, αφού από μια ονομαστική αύξηση 40 ευρώ τα 21 ευρώ επιστρέφουν αμέσως στα κρατικά ταμεία; Η κυβέρνηση στήνει ένα επικοινωνιακό σκηνικό δήθεν κοινωνικής μέριμνας, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνει τη φτωχοποίηση και τη βαφτίζει πρόοδο.

Υπάρχει όμως και ένα κομμάτι της κοινωνίας που πράγματι ευνοείται. Είναι οι προνομιούχοι της ΝΔ και η βασική κομματική της πελατεία, ένα περίπου 20% που απολαμβάνει προνόμια, πρόσβαση και κρατικό χρήμα, την ώρα που το υπόλοιπο 80% ζει στα όρια της επιβίωσης. Αυτό το 20% ωφελείται από το επιτελικό κράτος, από τις προσλήψεις ημετέρων, από τις απάτες του ΟΠΕΚΕΠΕ και των ΚΕΚ, από το πάρτι των απευθείας αναθέσεων. Μόνο στην εξαετία 2020-2025 υπεγράφησαν 1.033.297 συμβάσεις με απευθείας ανάθεση, συνολικής δαπάνης 18,5 δισ. ευρώ. Μιλάμε για καθεστώς διανομής δημόσιου χρήματος σε ημέτερους με βιομηχανική κλίμακα.

Στο ίδιο σκηνικό εντάσσονται και οι λεγόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες, όπου τα ποσά εκτοξεύθηκαν σχεδόν στο 1,5 δισ. ευρώ από το 2019 έως το 2025, όταν τη διετία 2017-2018 ήταν μόλις 15 εκατ. ευρώ. Το Ταμείο Ανάκαμψης, τα ΕΣΠΑ και τα ΣΔΙΤ διοχετεύονται στο γνωστό καρτέλ των εργολάβων, που εκτός από τα έργα εισπράττει και προκλητικά πριμ επιτάχυνσης, συχνά εκατοντάδων εκατομμυρίων, για να κάνει στην ώρα της τη δουλειά που ούτως ή άλλως όφειλε να κάνει. Το ενεργειακό καρτέλ συνεχίζει να θησαυρίζει μέσω του σκανδαλώδους χρηματιστηρίου ενέργειας και της βίαιης απολιγνιτοποίησης, ενώ τώρα εκμεταλλεύεται και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή για νέα έκρηξη τιμών στα καύσιμα, παρότι πουλά αποθέματα αγορασμένα σε παλαιότερες τιμές και καλύπτεται από προθεσμιακά συμβόλαια. Το ίδιο συμβαίνει και με τα δύο διυλιστήρια, που σε κάθε κρίση μετατρέπουν την αναστάτωση σε χρυσά κέρδη.

Δίπλα τους στέκεται το καρτέλ των συστημικών τραπεζών, που αισχροκερδεί ασύστολα και σχεδόν αφορολόγητα. Καθαρά κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ το 2025 καταλήγουν στους ξένους μετόχους, με όχημα τον αναβαλλόμενο φόρο, τις τριγωνικές συναλλαγές με εξωχώρια funds, τις εισπρακτικές και τα δικά τους σχήματα real estate. Οι εισπρακτικές με τη σειρά τους θησαυρίζουν πάνω στην απώλεια της λαϊκής κατοικίας. Μόνο η Intrum μοίρασε 600 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια στους Σουηδούς μετόχους της και στην επίσης μέτοχο Τράπεζα Πειραιώς. Και στο τέλος της αλυσίδας βρίσκεται το ολιγοπώλιο του λιανικού εμπορίου που ληστεύει τους καταναλωτές με τριγωνικές συναλλαγές και άλλα τεχνάσματα, σε μια χώρα που ενώ είναι αγροτική, καταγράφει σχεδόν τριπλάσιο πληθωρισμό τροφίμων από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό δεν είναι αγορά. Είναι καθεστώς λεηλασίας.

Σε όλους τους υπόλοιπους πολίτες η κυβέρνηση επιλέγει να μοιράζει επιδόματα ελεημοσύνης, όπως κάνει τώρα με την ΠΝΠ. Και το κάνει μάλιστα με τρόπο τόσο περίπλοκο και γραφειοκρατικό, ώστε να ωφελούνται όσο το δυνατόν λιγότεροι. Είναι η γνωστή μέθοδος. Ανακοινώνει μεγάλα ποσά, δημιουργεί θόρυβο, φτιάχνει μια ψευδή εικόνα γενναιοδωρίας, και στην πράξη δαπανά πολύ λιγότερα από όσα διαφημίζει. Πρόκειται για ένα τέχνασμα εξοργιστικό, γιατί προϋποθέτει ότι οι πολίτες είναι αφελείς και δεν αντιλαμβάνονται τον εμπαιγμό.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, την ώρα που οι διεθνείς συνθήκες επιδεινώνονται, με προβλέψεις για στενότητα ρευστότητας και σοβαρές αναταράξεις, η κυβέρνηση δεν επιλέγει να ελαφρύνει τους Έλληνες. Επιλέγει να προπληρώσει 7 δισ. ευρώ δάνεια του GLF, ενώ έχει πρόσφατα δανειστεί 4 δισ. ευρώ με επιτόκιο 3,45%. Δηλαδή προχωρεί σε προπληρωμή δανείων με σταθερό επιτόκιο 1,33% μετά τα swap, χρησιμοποιώντας ακριβότερο νέο δανεισμό. Δεν υπάρχει εδώ καμία οικονομική λογική. Υπάρχει μόνο μια επιλογή που δεν στέκει ούτε στοιχειωδώς και που δεν μπορεί να καλυφθεί από τα γνωστά φτηνά επιχειρήματα περί καμπυλών δανεισμού και τεχνοκρατικών σοφιστειών.

Ως προς την ίδια την ΠΝΠ, ασφαλώς δεν μπορεί να καταψηφιστεί ένα μέτρο που προσφέρει έστω και ελάχιστη ανακούφιση. Αυτό όμως δεν αλλάζει το πραγματικό του περιεχόμενο. Πρόκειται για παρέμβαση ανεπαρκή, προσχηματική και παραπλανητική. Το επίδομα καυσίμων του άρθρου 1 δίνεται για δύο μήνες, με εισοδηματικά κριτήρια, με διαφορετικά ποσά ανάλογα με τον τόπο κατοικίας και με δύο ταχύτητες ανάλογα με το αν ο πολίτης θα ταλαιπωρηθεί με ψηφιακή κάρτα ή θα πάρει λιγότερα με κατάθεση στον λογαριασμό. Ακόμη και εδώ η κυβέρνηση δημιουργεί κατηγορίες δικαιούχων δύο ταχυτήτων και επιβάλλει μια αχρείαστη ταλαιπωρία για λίγα ευρώ. Στο άρθρο 2 δίνεται επιδότηση για το πετρέλαιο κίνησης μόνο για έναν μήνα, χωρίς καμία σοβαρή εξήγηση γιατί περιορίζεται τόσο, τη στιγμή που η προηγούμενη είχε μεγαλύτερη διάρκεια. Στο άρθρο 3 προβλέπεται μια εξαιρετικά περιορισμένη ενίσχυση για τα λιπάσματα, μόλις στο 15% των παραστατικών ενός στενού χρονικού διαστήματος, όταν το κόστος παραγωγής έχει εκτροχιαστεί.

Στο άρθρο 4 προβλέπεται στήριξη για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή τυριού στη Λέσβο, εξαιτίας της απαγόρευσης διάθεσης γάλακτος και γαλακτοκομικών λόγω αφθώδους πυρετού. Η στήριξη αυτή είναι αναγκαία, αλλά η κυβέρνηση αφήνει εκτός τους ίδιους τους παραγωγούς, αυτούς δηλαδή που θα πρέπει να κρατήσουν τα κοπάδια κλεισμένα, να πληρώσουν ζωοτροφές και να επωμιστούν το βάρος της καταστροφής. Πρόκειται για απόφαση παράλογη και επικίνδυνη. Είναι σαν να σχεδιάζει κανείς την εξόντωση της πρωτογενούς παραγωγής για να επιβιώσουν μόνο οι μονάδες μεταποίησης. Και τότε το ερώτημα είναι απλό. Ποιος ακριβώς θα παράγει την πρώτη ύλη; Η χώρα έχει ξαναδεί αυτό το έργο, με τη ζάχαρη, με την κλωστοϋφαντουργία, με το βαμβάκι που φεύγει φθηνό στο εξωτερικό και επιστρέφει ακριβό ως τελικό προϊόν. Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει την ίδια αποτυχία και στον αγροτικό τομέα.

Στο άρθρο 5 επανέρχονται οι γνωστές εξουσιοδοτικές διατάξεις, που αφήνουν ανοιχτό το πεδίο για αλλοιώσεις στην εφαρμογή και για προσαρμογές σε εκλογική πελατεία, ακριβώς όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εκτιμά το συνολικό κόστος των μέτρων στα 206 εκατ. ευρώ περίπου. Πρόκειται για ποσό αμελητέο μπροστά στα υπερέσοδα που αποκομίζει το κράτος από την ακρίβεια και την υπερφορολόγηση. Και ακόμη κι αυτή η πενιχρή ενίσχυση είναι μεταχρονολογημένη, αφού οι τιμές αυξήθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη της κρίσης. Δηλαδή η κυβέρνηση πρώτα αφήνει την αγορά να χτυπήσει την κοινωνία και μετά εμφανίζεται καθυστερημένα με μέτρα-ασπιρίνες.

Χρειάζεται σοβαρή συζήτηση για τις συνέπειες του πολέμου στον πληθωρισμό, στο κόστος παραγωγής, στις εξαγωγές, στον τουρισμό και συνολικά στον ανεφοδιασμό της οικονομίας. Χρειάζεται σχέδιο έγκαιρο, συνολικό και πραγματικό. Όχι αποσπασματικά επιδόματα, όχι επικοινωνιακές κινήσεις πανικού, όχι ψίχουλα που μοιράζονται με καθυστέρηση και με όρους διοικητικής ταπείνωσης. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται απάντηση σε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Στο γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει βάλει βαθιά το χέρι της στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων και όχι μόνο, σε ποσά που υπερβαίνουν τα 50 δισ. ευρώ. Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο σκοτεινή πλευρά αυτής της πολιτικής. Γιατί όταν μια κυβέρνηση λεηλατεί και το παρόν και το μέλλον, δεν κυβερνά. Εξαντλεί τη χώρα.