Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΡΤΙΟΣ

ΤΑΤΙΑΝΗ

11 Ιανουαρίου 2026

Η νέα διατροφική πυραμίδα που προτείνει η Αμερική

Η διοίκηση Τραμπ ανακοίνωσε στις 7 Ιανουαρίου 2026 νέες διατροφικές κατευθύνσεις, παρουσιάζοντάς τες ως τη μεγαλύτερη αναθεώρηση της ομοσπονδιακής πολιτικής για τη διατροφή εδώ και δεκαετίες.

Η πρωτοβουλία, την οποία εξήγγειλαν ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ και η υπουργός Γεωργίας Μπρουκ Ρόλλινς, έχει ως κεντρική ιδέα την αλλαγή του μοντέλου της αμερικανικής διατροφής: λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και περισσότερα «πραγματικά», φυσικά τρόφιμα με υψηλή θρεπτική αξία.

Η κυβέρνηση εντάσσει αυτή την επιλογή στο πλαίσιο της καμπάνιας «Make America Healthy Again», υποστηρίζοντας ότι η δημόσια υγεία έχει φτάσει σε οριακό σημείο και ότι το οικονομικό κόστος των χρόνιων ασθενειών είναι πλέον δυσβάσταχτο.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι οι χρόνιες παθήσεις — πολλές από τις οποίες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη διατροφή — απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών υγείας στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με όσα προβάλλει η διοίκηση, περίπου το 90% των υγειονομικών δαπανών κατευθύνεται στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων, ενώ το συνολικό ετήσιο κόστος αυτών των παθήσεων υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 4,9 τρισ. δολάρια.

Παράλληλα, η εικόνα της παχυσαρκίας παρουσιάζεται ως εξαιρετικά ανησυχητική: πάνω από το 70% των ενηλίκων θεωρούνται υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις εφήβους εμφανίζει προδιαβήτη. Ιδιαίτερα ανησυχητικό προβάλλεται και το στοιχείο ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών ζει πλέον με κάποια χρόνια πάθηση, κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο σε προηγούμενες γενιές.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Επίτροπος του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) Δρ Μάρτυ Μακάρυ αποδίδει τη σημερινή εικόνα σε πολιτικά λάθη και σε ένα ιατρικό-ερευνητικό μοντέλο που, κατά την άποψή του, στηρίχθηκε για δεκαετίες σε προβληματικές παραδοχές.

Στο επίκεντρο της κριτικής της κυβέρνησης βρίσκονται τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (ultra-processed foods – UPF). Η θέση είναι ότι η αμερικανική αγορά τροφίμων έχει πλημμυρίσει από προϊόντα υψηλής επεξεργασίας, τα οποία είναι φτιαγμένα ώστε να είναι φθηνά, εύκολα, έντονα «ελκυστικά» γευστικά και άμεσα διαθέσιμα.

Υποστηρίζεται ότι πολύ μεγάλο μέρος των συσκευασμένων προϊόντων είναι υπερεπεξεργασμένο και ότι, ειδικά στα παιδιά, ένα μεγάλο ποσοστό των ημερήσιων θερμίδων προέρχεται από τέτοιες επιλογές.  Έγινε και αναφορά σε μεγάλες μετα-αναλύσεις που συσχετίζουν υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφών με αυξημένους κινδύνους για καρδιαγγειακή νόσο, πρόωρη θνησιμότητα, παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2, καθώς και με προβλήματα ψυχικής υγείας (όπως κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές), διαταραχές ύπνου και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Ένα επιπλέον επιχείρημα είναι ότι αυτά τα τρόφιμα παρωθούν τους ανθρώπους να τρώνε περισσότερο συνολικά, επειδή είναι πυκνά σε ενέργεια και σχεδιασμένα για υπερκατανάλωση, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση των ημερήσιων θερμίδων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι νέες διατροφικές κατευθύνσεις επιχειρούν να αλλάξουν τόσο το μήνυμα όσο και τα πρακτικά εργαλεία. Το πιο «συμβολικό» στοιχείο που τονίζεται είναι η αλλαγή στον τροφικό πύργο, ο οποίος εμφανίζεται ανεστραμμένος σε σχέση με την κλασική λογική των τελευταίων δεκαετιών.

Η νέα οπτική δίνει προτεραιότητα στην πρωτεΐνη (με ιδιαίτερη έμφαση στις ζωικές πηγές), στα γαλακτοκομικά, στα λαχανικά και στα φρούτα, ενώ τα δημητριακά και οι υδατάνθρακες μετακινούνται σε πιο «περιορισμένο» ρόλο. Παράλληλα, υπάρχει σαφής στόχευση στη μείωση της πρόσθετης ζάχαρης, των εξευγενισμένων αλεύρων και γενικότερα των υπερεπεξεργασμένων επιλογών, κάτι που βρίσκει ευρύτερη επιστημονική αποδοχή.

Στις πιο συγκεκριμένες συστάσεις, μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές αφορά την πρωτεΐνη: προτείνεται αυξημένη πρόσληψη, της τάξης 1,2–1,6 γραμμαρίων ανά κιλό σωματικού βάρους, δηλαδή σημαντικά υψηλότερα από παλιότερες επίσημες αναφορές. Ταυτόχρονα, οι κατευθύνσεις δείχνουν να ευνοούν περισσότερο το κρέας, το ψάρι και τα πλήρη γαλακτοκομικά έναντι φυτικών εναλλακτικών.

Στο κομμάτι των λιπών, διατηρείται τυπικά η αναφορά στο όριο για τα κορεσμένα λιπαρά, όμως ενθαρρύνονται επιλογές όπως πλήρη γαλακτοκομικά και βούτυρο, κάτι που θεωρείται από πολλούς δύσκολο να συμβιβαστεί πρακτικά με τον στόχο «κάτω από 10%» σε κορεσμένα λιπαρά. Για τα δημητριακά, σημειώνεται μείωση των προτεινόμενων μερίδων, με προτίμηση στα προϊόντα ολικής άλεσης. Για φρούτα και λαχανικά, προτείνονται καθημερινές μερίδες με έμφαση στο «ολόκληρο τρόφιμο» και όχι σε υπερ-επεξεργασμένες εκδοχές του.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αν αυτό το πλαίσιο περάσει στην καθημερινότητα, θα υπάρξει σημαντικό κέρδος τόσο στην υγεία όσο και στις δημόσιες δαπάνες. Το σκεπτικό είναι απλό: λιγότερη παχυσαρκία, λιγότερος διαβήτης, λιγότερη καρδιοπάθεια, άρα λιγότερες νοσηλείες, φάρμακα και μακροχρόνιες θεραπείες.

Όμως το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι κατευθύνσεις από μόνες τους δεν αλλάζουν αυτόματα τις συνήθειες ενός πληθυσμού. Στην πράξη, λειτουργούν κυρίως ως οδηγός για ομοσπονδιακά προγράμματα: σχολικά γεύματα, στρατιωτική σίτιση και άλλες δομές που επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους, ειδικά σε ευάλωτες ομάδες.