22 Ιουλίου 2026

Η οικονομία στην υπηρεσία της τρίτης θητείας – Το σχέδιο του Μαξίμου για το 2027

Η οικονομία μετατρέπεται στον βασικό πυλώνα της προεκλογικής στρατηγικής της κυβέρνησης, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να θεμελιώσει τη διεκδίκηση τρίτης κυβερνητικής θητείας πάνω στο αφήγημα της ανάπτυξης και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι, παρά την κοινωνική πίεση από την ακρίβεια και τη φθορά που έχουν προκαλέσει οι διαδοχικές πολιτικές κρίσεις, οι οικονομικοί δείκτες παραμένουν το ισχυρότερο πεδίο αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση.

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει σαφή ορίζοντα τις εκλογές της άνοιξης του 2027. Η παρουσίαση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030, συνολικού ύψους 23 δισ. ευρώ για δημόσιες επενδύσεις, αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα στην προσπάθεια οικοδόμησης ενός νέου οικονομικού αφηγήματος.

Ο πρωθυπουργός παρουσίασε τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις ως βασικό εργαλείο για την πραγματική σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη, τοποθετώντας τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην κορυφή των κυβερνητικών επιδιώξεων. Συνέδεσε μάλιστα ευθέως το πρόγραμμα με την προεκλογική πορεία της Νέας Δημοκρατίας, δηλώνοντας ότι η κυβερνητική στρατηγική θα αρχίσει να αναπτύσσεται συστηματικά από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Η οικονομία αντιμετωπίζεται πλέον από το κυβερνητικό επιτελείο ως το βασικό πολιτικό ανάχωμα απέναντι στη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια. Η ακρίβεια εξακολουθεί να πλήττει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν αναγνωρίζουν στην καθημερινότητά τους την εικόνα ευημερίας που προβάλλεται μέσα από τους μακροοικονομικούς δείκτες.

Οι δείκτες που προβάλλει η κυβέρνηση και η πραγματικότητα της αγοράς

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αύξηση των επενδύσεων, στην ενίσχυση των εξαγωγών, στη μείωση του δημόσιου χρέους και στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου χωρίς αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Το Μέγαρο Μαξίμου υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη δημιουργεί πρόσθετα κρατικά έσοδα, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να επιστρέφουν στην κοινωνία μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και στοχευμένων οικονομικών μέτρων.

Η συγκεκριμένη εικόνα αποτελεί τον πυρήνα του κυβερνητικού αφηγήματος. Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα παραμένει πιο σύνθετη. Οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και βασικές υπηρεσίες έχουν περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ενώ οι αυξήσεις εισοδημάτων δεν έχουν καλύψει σε όλες τις περιπτώσεις τη σωρευτική άνοδο του κόστους ζωής.

Οι θετικοί αριθμοί αποκτούν περιορισμένη πολιτική αξία όταν η μεσαία τάξη, οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη σταθερών μηνιαίων υποχρεώσεων. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη δημοσιονομική εικόνα και στην πραγματική οικονομία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία ενόψει της προεκλογικής περιόδου.

Στο κυβερνητικό επιτελείο αναγνωρίζουν ότι η αύξηση των επενδύσεων και η αποκλιμάκωση του χρέους δεν μεταφράζονται αυτόματα σε εκλογική υποστήριξη. Η παρατεταμένη ακρίβεια έχει προκαλέσει σημαντική φθορά σε κοινωνικές ομάδες που στήριξαν τη ΝΔ στις εκλογές του 2019 και του 2023 και σήμερα εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες.

Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχειρεί να προσδώσει στην οικονομική σταθερότητα ευρύτερη πολιτική διάσταση. Σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης, ενεργειακής αβεβαιότητας και οικονομικών αναταράξεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναφέρει το δίλημμα της σταθερής διακυβέρνησης απέναντι στον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας.

Η επίκληση της σταθερότητας αποτελεί πάγια στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου, ειδικά σε περιόδους που η κυβέρνηση υφίσταται πολιτική πίεση. Το οικονομικό αφήγημα χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για τη διατήρηση της αυτοδυναμίας, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει τον εαυτό της ως τη μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί δημοσιονομική πειθαρχία και προβλεψιμότητα.

Η ΔΕΘ ως προεκλογικό εργαλείο για τη μεσαία τάξη

Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα αποκτά το πακέτο μέτρων που αναμένεται να παρουσιαστεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Στο επίκεντρο του σχεδιασμού τοποθετούνται η μεσαία τάξη, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι παραγωγικές δυνάμεις που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της οικονομίας.

Η επιλογή αυτών των κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων έχει σαφή εκλογική στόχευση. Πρόκειται για τμήματα της κοινωνίας που αποτελούσαν κρίσιμη βάση της εκλογικής επικράτησης της Νέας Δημοκρατίας και σήμερα εμφανίζουν σημάδια απομάκρυνσης, λόγω φορολογικών επιβαρύνσεων, αυξημένου λειτουργικού κόστους και περιορισμένης ρευστότητας.

Το Μέγαρο Μαξίμου επιδιώκει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα οφέλη της ανάπτυξης θα αρχίσουν να διαχέονται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η προσπάθεια αυτή αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι η έως τώρα οικονομική μεγέθυνση δεν έχει μεταφερθεί επαρκώς στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει φορολογικές παρεμβάσεις και μέτρα στήριξης, προβάλλοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι κάθε παροχή πρέπει να συνοδεύεται από κοστολόγηση και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι πρώτα δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο και στη συνέχεια προχωρά σε παρεμβάσεις, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης ως οικονομικά επισφαλείς.

Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση αναμένεται να αποτελέσει βασικό στοιχείο της προεκλογικής σύγκρουσης. Η ΔΕΘ προβάλλεται ήδη ως πεδίο σύγκρισης των οικονομικών προγραμμάτων και ως δοκιμασία αξιοπιστίας για όλα τα κόμματα. Η κυβέρνηση θα επιδιώξει να μεταφέρει τη συζήτηση από την ακρίβεια και την κοινωνική δυσαρέσκεια στη δημοσιονομική συνέπεια και στην κοστολόγηση των εξαγγελιών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επαναλάβει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027, θέτοντας ως κεντρικό πολιτικό στόχο την αυτοδυναμία. Το δίλημμα της σταθερής κυβέρνησης απέναντι στην ακυβερνησία θα συνδυαστεί με την υπόσχεση συνέχισης της αναπτυξιακής πορείας.

Το σχέδιο για τους επόμενους μήνες διαμορφώνεται γύρω από τέσσερις άξονες: υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομική σταθερότητα, παρεμβάσεις προς όφελος της μεσαίας τάξης και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και διαρκή σύγκριση με τις οικονομικές προτάσεις της αντιπολίτευσης.

Η κυβέρνηση ποντάρει στην οικονομία για να περιορίσει τη φθορά από τις πολιτικές κρίσεις και να ανακτήσει κοινωνικές δυνάμεις που εμφανίζονται απογοητευμένες. Το κρίσιμο εμπόδιο παραμένει η καθημερινότητα. Οι πολίτες θα κρίνουν τις κυβερνητικές διακηρύξεις με βάση το πραγματικό εισόδημα, τις τιμές στα βασικά αγαθά, το κόστος στέγασης και τη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών τους.

Το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να προβάλλει την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τη μείωση του χρέους ως αποδείξεις επιτυχίας. Η πολιτική αξιοπιστία του αφηγήματος θα κριθεί από το κατά πόσο οι αριθμοί θα μετατραπούν σε απτό όφελος για την κοινωνική πλειονότητα. Μέχρι σήμερα, αυτή η μεταφορά παραμένει περιορισμένη, αφήνοντας ανοιχτό το μεγαλύτερο προεκλογικό μέτωπο της κυβέρνησης.