3 Αυγούστου 2026

Εξωδικαστικός-βιτρίνα: Η κυβέρνηση μετρά αιτήσεις για να κρύψει τα αδιέξοδα

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει τον εξωδικαστικό μηχανισμό ως ιστορία επιτυχίας, προβάλλοντας διαρκώς τον αριθμό των αρχικών αιτήσεων. Πίσω από αυτό το επικοινωνιακό αφήγημα, όμως, κρύβεται μια πολύ διαφορετική εικόνα: χιλιάδες πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα χρέη, χωρίς πραγματική δυνατότητα ουσιαστικής ρύθμισης.

Το βασικό τέχνασμα βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στις αρχικές αιτήσεις και στις τελικές, επιτυχείς ρυθμίσεις. Η κυβέρνηση μιλά για «ρεκόρ» συμμετοχής, χωρίς να αναδεικνύει με την ίδια ένταση πόσες υποθέσεις φτάνουν πράγματι στο τέλος της διαδικασίας, πόσες ρυθμίζονται οριστικά και πόσες απορρίπτονται ή μένουν μετέωρες.

Τα αυστηρά κριτήρια, η αβεβαιότητα γύρω από το πραγματικό ύψος του «κουρέματος» και η στάση των πιστωτών δημιουργούν ένα πλαίσιο που αφήνει εκτός μεγάλο αριθμό οφειλετών. Ιδίως τα φυσικά πρόσωπα και οι μικρομεσαίοι δυσκολεύονται να περάσουν από την πλατφόρμα σε μια βιώσιμη ρύθμιση, την ώρα που το ιδιωτικό χρέος παραμένει σε εκρηκτικά επίπεδα.

Σύμφωνα με την Έκθεση Προόδου της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, έως το τέλος Ιουνίου είχαν υποβληθεί 144.060 αιτήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε συνολικές οφειλές 56,92 δισ. ευρώ. Ο αριθμός αυτός αξιοποιείται πολιτικά ως απόδειξη κινητικότητας, όμως δεν αποτυπώνει την πραγματική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.

Μόλις 16.920 αιτήσεις βρίσκονται στο τελικό στάδιο διαπραγμάτευσης, με οφειλές ύψους 7,25 δισ. ευρώ. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι μεγάλο μέρος των υποθέσεων δεν φτάνει ποτέ στην κρίσιμη φάση, όπου θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα των ολοκληρωμένων ρυθμίσεων. Από τις 144.060 αιτήσεις που έχουν υποβληθεί σε βάθος εξαετίας, έχουν ολοκληρωθεί με επιτυχία 105.080, ενώ άλλες 5.150 βρίσκονται σε αναμονή πληρωμής της πρώτης δόσης, ώστε να οριστικοποιηθούν. Οι ολοκληρωμένες ρυθμίσεις αφορούν χρέη συνολικού ύψους 37,8 δισ. ευρώ.

Η σύγκριση με το συνολικό ιδιωτικό χρέος ακυρώνει τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Οι οριστικά ρυθμισμένες οφειλές αντιστοιχούν από το 2020 έως σήμερα μόλις στο 9% του συνολικού ιδιωτικού χρέους ή στο 15,9% των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το «ρεκόρ» που παρουσιάζεται ως επιτυχία είναι, στην πράξη, περιορισμένο αποτέλεσμα σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος.

Η ακτινογραφία του ιδιωτικού χρέους

Η πραγματική διάσταση του προβλήματος φαίνεται από τη συνολική εικόνα της οικονομίας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, το ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, servicers, Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία διαμορφώθηκε στα 417 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 168% του ΑΕΠ.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονται σε 237,8 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 57% του συνολικού ιδιωτικού χρέους. Σχεδόν το 70% αυτών των χρεών, περίπου 165,2 δισ. ευρώ, αφορά οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, γεγονός που δείχνει ότι το Δημόσιο παραμένει κεντρικός πιστωτής των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Το συνολικό χρέος από δάνεια έφτασε τα 251,9 δισ. ευρώ, με βασικό βάρος τα επιχειρηματικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν στο 30% του συνόλου, ενώ οι servicers έχουν πλέον στα χέρια τους το 92% των «κόκκινων» δανείων.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός εξακολουθεί να αφορά κυρίως μεγάλες οφειλές. Το 59% του συνολικού χρέους που βρίσκεται στον μηχανισμό, δηλαδή περίπου 33,4 δισ. ευρώ, προέρχεται από οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, το 74% των υποχρεώσεων αφορά χρηματοδοτικούς φορείς και όχι το Δημόσιο.

Ακόμη ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το 59,36% των οφειλών αφορά φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό δείχνει ότι ο μηχανισμός χρησιμοποιείται κυρίως από επαγγελματίες και επιχειρήσεις, ενώ οι ιδιώτες χωρίς επιχειρηματική ιδιότητα δεν φαίνεται να βρίσκουν στον ίδιο βαθμό αποτελεσματική διέξοδο.

Η εξήγηση είναι απλή και πολιτικά δυσάρεστη. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και όσοι έχουν υψηλές οφειλές διαθέτουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική βαρύτητα και μπορούν να προκαλέσουν απάντηση από πιστωτές, τράπεζες και servicers. Ο απλός πολίτης, που προσπαθεί να ρυθμίσει παλιά χρέη για να απαλλαγεί από τις συνέπειες των μνημονίων και των διαδοχικών κρίσεων, συχνά βρίσκεται απέναντι σε έναν τοίχο.

Νομικοί επισημαίνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις φυσικών προσώπων οι servicers είτε δεν απαντούν ουσιαστικά είτε δεν συναινούν σε ρυθμίσεις που μπορούν να εξυπηρετηθούν. Το αποτέλεσμα είναι οι οφειλέτες να οδηγούνται σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να παρουσιάζει τον μηχανισμό ως εργαλείο προστασίας.

Τα «κουρέματα» που δεν έρχονται και οι αποκλεισμένοι του ΟΕΚ

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η εικόνα των διαγραφών χρέους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι πάνω από τις μισές ολοκληρωμένες αιτήσεις, ποσοστό 50,96%, δεν έλαβαν καμία διαγραφή οφειλής. Με άλλα λόγια, για έναν στους δύο οφειλέτες που ολοκλήρωσαν τη διαδικασία, το περίφημο «κούρεμα» έμεινε στα χαρτιά.

Μόλις το 16,21% των ολοκληρωμένων ρυθμίσεων είχε διαγραφή από 30% έως 50%, ενώ οι περιπτώσεις υψηλότερου «κουρέματος» είναι περιορισμένες. Το στοιχείο αυτό καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα ότι ο εξωδικαστικός προσφέρει μαζικά γενναίες λύσεις σε υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ανά κατηγορία χρέους, διαγραφή οφειλής έλαβε το 13,47% των ρυθμίσεων προς το Δημόσιο, το 13% των στεγαστικών δανείων, το 29,57% των επιχειρηματικών δανείων και το 32,80% των καταναλωτικών δανείων. Η εικόνα δείχνει ότι το «κούρεμα» δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση.

Σημαντικό είναι και το ζήτημα των απορρίψεων. Ήδη 3 στις 10 αιτήσεις, που αντιστοιχούν σε χρέη άνω των 6,47 δισ. ευρώ, δεν έγιναν δεκτές με την αιτιολογία ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή οικονομική δυνατότητα για να εξυπηρετήσει την προτεινόμενη ρύθμιση.

Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι περισσότερες από 2 στις 10 αιτήσεις, ποσοστό 23,03%, εμφανίζονται με αιτιολογία απόρριψης «κενό». Αυτό σημαίνει ότι επίσημα δεν υπάρχει σαφής εξήγηση για τον λόγο απόρριψης, αφήνοντας τον οφειλέτη χωρίς καθαρή απάντηση και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αξιολόγησης της υπόθεσής του.

Από την άλλη πλευρά, το 66% των προτεινόμενων ρυθμίσεων που απορρίφθηκαν από τους ίδιους τους οφειλέτες δεν συνοδεύεται από αιτιολογία. Παράλληλα, περίπου 2 στις 10 προτάσεις από Δημόσιο, Ταμεία, τράπεζες και servicers δεν γίνονται αποδεκτές από τους οφειλέτες, επειδή θεωρούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο ποσό της ρύθμισης.

Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές ρυθμίσεις προτείνονται με όρους που δεν απαντούν στην οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Έτσι, η διαδικασία μπορεί να εμφανίζεται στα χαρτιά ως λύση, αλλά στην πράξη οδηγεί είτε σε απόρριψη είτε σε αδυναμία καταβολής της πρώτης δόσης.

Στο ήδη προβληματικό τοπίο προστίθεται και ο αποκλεισμός των δανειοληπτών του πρώην ΟΕΚ-ΟΕΕ. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ κατήγγειλε με επιστολή του προς τα συναρμόδια υπουργεία και τη ΔΥΠΑ ότι 32.115 δανειολήπτες δεν μπορούν να ενταχθούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό.

Πρόκειται κυρίως για εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά που είχαν λάβει δάνεια για την απόκτηση κύριας κατοικίας. Σήμερα μένουν εκτός ενός ενιαίου εργαλείου αναδιάρθρωσης, ενώ οι οφειλές τους συνεχίζουν να επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας.

Σύμφωνα με τις καταγγελίες των εργαζομένων, δεν υπάρχει σαφής νομοθετική εξαίρεση των δανείων του ΟΕΚ από τον σημερινό εξωδικαστικό. Ο αποκλεισμός φαίνεται να προκύπτει κυρίως από τον τεχνικό σχεδιασμό της πλατφόρμας, η οποία είναι διασυνδεδεμένη με τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ, αλλά όχι με τις δανειακές απαιτήσεις της ΔΥΠΑ.

Το αποτέλεσμα είναι πολιτικά και κοινωνικά βαρύ. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που απέκτησαν κατοικία μέσω εργατικών στεγαστικών προγραμμάτων δεν έχουν πρόσβαση σε μια διαδικασία ρύθμισης, την ώρα που η κυβέρνηση παρουσιάζει τον εξωδικαστικό ως γενική λύση για το ιδιωτικό χρέος.

Η εικόνα που προκύπτει είναι καθαρή. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν έχει καταφέρει να απαντήσει στο πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Τα μεγάλα νούμερα των αιτήσεων χρησιμοποιούνται επικοινωνιακά, τα «κουρέματα» είναι περιορισμένα, οι απορρίψεις πολλές και οι πιο αδύναμοι οφειλέτες συχνά μένουν εκτός ή οδηγούνται σε μη βιώσιμες προτάσεις.

Όσο η κυβέρνηση μπερδεύει την είσοδο στην πλατφόρμα με την πραγματική λύση του χρέους, τόσο θα αποφεύγει την ουσία. Η χώρα δεν χρειάζεται πανηγυρισμούς για αιτήσεις. Χρειάζεται μηχανισμό που να σώζει κατοικίες, να προστατεύει μικρομεσαίους, να υποχρεώνει τους servicers να απαντούν ουσιαστικά και να δίνει πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε όσους πνίγηκαν από τις κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας.