Η στρατηγική διπλωματία για το Στενό του Χορμούζ
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Οι διαπραγματεύσεις Ιράν-Ομάν για το Στενό του Χορμούζ προχωρούν, με την Τεχεράνη να διατηρεί τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού.
- Η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει δίλημμα: να αποδεχθεί τη συμφωνία και να διακηρύξει νίκη ή να επιμείνει σε στρατιωτική δράση.
- Το ιστορικό προηγούμενο του Σουέζ δείχνει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αποδεχθούν τον έλεγχο μιας πλωτής οδού από εχθρική δύναμη, εφόσον διασφαλίζεται η ελεύθερη ναυσιπλοΐα.
- Η συμφωνία πρέπει να περιέχει διασφαλίσεις για μη μεροληπτική διέλευση και διεθνή μηχανισμό επίλυσης διαφορών.
Η διαχείριση της κρίσης στο Στενό του Χορμούζ αναδεικνύεται σε κομβικό ζήτημα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, με την κυβέρνηση Τραμπ να αναζητά διεξόδους μέσω έμμεσων διαπραγματεύσεων. Η στρατηγική αυτή, που επιτρέπει στον πρόεδρο να διατηρεί την εικόνα του διαμεσολαβητή, ενώ οι ουσιαστικές συνομιλίες διεξάγονται από τρίτους, αποτυπώνει την πολυπλοκότητα των διπλωματικών ισορροπιών στην περιοχή.
Οι μόνες ενεργές διαπραγματεύσεις αυτή τη στιγμή διεξάγονται μεταξύ Ιράν και Ομάν, με αντικείμενο τη διαμόρφωση νέων κανόνων για τη ναυσιπλοΐα στο στρατηγικής σημασίας στενό. Η Τεχεράνη επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού, ενώ η Ουάσινγκτον φέρεται να ασκεί πιέσεις στο Μασκάτ για άκαμπτη στάση. Ωστόσο, οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι οι συνομιλίες Τεχεράνης-Μασκάτ οδεύουν προς επιτυχή κατάληξη, γεγονός που θέτει τον Τραμπ προ των ευθυνών του.
Το δίλημμα για τον Αμερικανό πρόεδρο είναι οξύ: να επωφεληθεί από το άνοιγμα του στενού και να διακηρύξει νίκη, αποδεχόμενος τα ενισχυμένα δικαιώματα του Ιράν, ή να επιμείνει σε μια στάση που αρνείται κάθε ιρανική επιρροή, οδηγώντας πιθανώς σε νέες στρα военные αναμετρήσεις. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι, από την πλευρά τους, καθιστούν σαφές ότι η ασφάλεια του στενού δεν διασφαλίζεται μόνο με τη συμφωνία με το Ομάν, αλλά απαιτεί και την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων.
Το ζήτημα των τελών διέλευσης, που φιλοδοξεί να επιβάλει η ιρανική πλευρά, αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Η ουσία έγκειται στη διαμόρφωση ενός νέου περιβάλλοντος ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, όπου η αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα περιορίζεται δραστικά. Η Τεχεράνη, μέσω της συμφωνίας με το Ομάν, επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού για τα εισερχόμενα σκάφη, ενώ το Ομάν θα αναλάβει την ευθύνη για την εξερχόμενη ναυτιλία.
Ο αντιπρόεδρος του Quincy Institute, Τρίτα Πάρσι, επισημαίνει ότι η διαφαινόμενη συμφωνία συνιστά μικρή υποχώρηση από την προηγούμενη θέση του Ιράν, που απαιτούσε τον έλεγχο της κυκλοφορίας και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η νέα διαίρεση των λωρίδων ναυσιπλοΐας περιορίζει τον αριθμό των πλοίων που χρειάζονται ιρανική έγκριση, διευκολύνοντας τη διέλευση και μειώνοντας τα σημεία τριβής.
Η επιτυχία της συμφωνίας, ωστόσο, εξαρτάται από την αποδοχή της από την Ουάσινγκτον. Παρά τις προσδοκίες, παραμένει ασαφές αν αυτό θα οδηγήσει σε αποκατάσταση του προηγούμενου αμερικανο-ιρανικού μνημονίου ή θα απαιτήσει νέο πλαίσιο. Τα δύο μεγάλα εμπόδια παραμένουν το αίτημα του Ιράν για περιφερειακή κατάπαυση του πυρός και οι απαιτήσεις των ΗΠΑ για τις πυρηνικές δραστηριότητες.
Η ιστορική προοπτική προσφέρει διδακτικά παραδείγματα. Η κρίση του Σουέζ το 1956 αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, όπου η εθνικοποίηση της διώρυγας από τον Νάσερ αντιμετωπίστηκε με στρατιωτική επέμβαση από Βρετανία και Γαλλία, αλλά η Ουάσινγκτον του Αϊζενχάουερ αρνήθηκε να στηρίξει την εισβολή. Αντίθετα, επέλεξε να πιέσει για μια διπλωματική ρύθμιση που διασφάλιζε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, αποδεχόμενη την αιγυπτιακή διαχείριση υπό διεθνείς κανόνες.
Η διάκριση μεταξύ ελέγχου και απεριόριστης διακριτικής ευχέρειας είναι κρίσιμη. Η Ουάσινγκτον μπορεί να αποδεχθεί την ιρανική επιρροή, εφόσον αυτή ασκείται εντός κανόνων που εγγυώνται τη μη μεροληπτική διέλευση. Το παράδειγμα των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, όπου η Τουρκία ασκεί εκτεταμένη εξουσία βάσει της Σύμβασης του Μοντρέ, ενώ τα εμπορικά πλοία διατηρούν ελευθερία διέλευσης, επιβεβαιώνει αυτή την προσέγγιση.
Η Νότια Σινική Θάλασσα προσφέρει μια άλλη οπτική. Οι ΗΠΑ δεν διεκδικούν εδάφη, αλλά αντιτίθενται σε υπερβολικές θαλάσσιες διεκδικήσεις και περιορισμούς στην πλοήγηση. Η νομική τους θέση εστιάζει στη διατήρηση των ναυτικών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση διεκδικεί την περιοχή. Η στρατηγική ανησυχία για τον έλεγχο απορρέει από την ικανότητα περιορισμού αυτών των δικαιωμάτων.
Στο ζήτημα του Ιράν, η Ουάσινγκτον θεωρεί την Τεχεράνη εχθρική δύναμη, και οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιέχει αξιόπιστες διασφαλίσεις: μη μεροληπτική διέλευση, διαφανείς διαδικασίες κοινοποίησης, εύλογα τέλη και διεθνή μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Η σύγκρουση, ωστόσο, αποκάλυψε ότι το Ιράν διέθετε ήδη την ικανότητα να απειλεί τη ναυτιλία, σε βαθμό μεγαλύτερο από ό,τι είχε εκτιμηθεί.
Μια διπλωματική συμφωνία που αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα δεν επεκτείνει τη στρατιωτική ισχύ του Ιράν, αλλά επιδιώκει να την περιορίσει μέσω δεσμευτικών κανόνων. Η εναλλακτική, η επιμονή στην άρνηση κάθε ιρανικού συμβολισμού ελέγχου, οδηγεί σε ατέρμονο πόλεμο, καθώς ο στρατιωτικός στόχος είναι ανέφικτος και η πολιτική δυναμική καθιστά την επιδίωξή του πιο αποδεκτή από την εγκατάλειψη.
Ο πρόεδρος Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μια κομβική απόφαση. Αν θέσει ως προτεραιότητα τη διατήρηση του στενού ανοιχτού, μια συμφωνία είναι πιθανή. Αν επιμείνει στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία, το πιθανό αποτέλεσμα είναι η ανανέωση της στρατιωτικής δράσης, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν έχει εγγυηθεί τη διέλευση. Μια διευθέτηση που υποβάλλει την ιρανική και ομανική διοίκηση σε διεθνή πρότυπα μπορεί να μην είναι ιδανική, αλλά ανταποκρίνεται στο βασικό συμφέρον της Αμερικής για ελεύθερο εμπόριο, όπως καταλήγει ο Πάρσι.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Φάρμακα παχυσαρκίας: Ο ΕΟΠΥΥ πληρώνει την τρύπα του «Προλαμβάνω»
Πιο Πρόσφατα
Η Castlelake αποσύρεται από την κούρσα για την easyJet
Η στρατηγική διπλωματία για το Στενό του Χορμούζ