Η τέλεια καταιγίδα στον αγροτικό τομέα φέρνει την Ευρώπη στα όριά της
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις εκδηλώνονται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Ευρώπη και αποτελούν έκφραση μιας βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης. Πρόκειται για φαινόμενο με κοινά χαρακτηριστικά, διαρκή ένταση και σαφές υπόβαθρο. Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε ένα περιβάλλον συσσωρευμένων πιέσεων που επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού πρωτογενούς τομέα.
Κατά την τελευταία διετία, αγρότες σε χώρες όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Γαλλία βρέθηκαν επανειλημμένα στους δρόμους. Τα αιτήματα σχετίζονταν με τη δυνατότητα συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας και με τη διατήρηση της επαγγελματικής τους υπόστασης σε συνθήκες αυξανόμενου κόστους και περιορισμών.
Το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσονται αυτές οι κινητοποιήσεις διαμορφώνεται από την εφαρμογή των περιβαλλοντικών πολιτικών του Green Deal, την έντονη άνοδο του ενεργειακού κόστους και τη διεύρυνση του κανονιστικού πλαισίου στην αγροτική παραγωγή. Οι παρεμβάσεις αυτές επηρέασαν το κόστος και τη λειτουργία των εκμεταλλεύσεων, δημιουργώντας συνθήκες έντονης πίεσης στην καθημερινή παραγωγική διαδικασία.
Την ίδια περίοδο κατέστη σαφής η πορεία συρρίκνωσης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Από βασικό πυλώνα του κοινοτικού προϋπολογισμού, η ΚΑΠ έχει περιοριστεί σε σαφώς χαμηλότερο ποσοστό, με προοπτικές περαιτέρω μείωσης. Οι ανακατανομές πόρων κατευθύνονται σε νέες γεωπολιτικές και αμυντικές προτεραιότητες, σε μια συγκυρία όπου οι αγροτικές δαπάνες αυξάνονται αισθητά.
Στην Ελλάδα, η πίεση αυτή συνοδεύτηκε από την αποκάλυψη σοβαρών προβλημάτων στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τα ζητήματα διαχείρισης, οι θεσμικές αδυναμίες και οι στρεβλώσεις στην κατανομή των ενισχύσεων ανέδειξαν χρόνιες παθογένειες του εγχώριου συστήματος. Για ένα διάστημα, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε σε αυτά τα ζητήματα, με την εκτίμηση ότι η επίλυσή τους θα μπορούσε να εκτονώσει την κατάσταση.
Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον προστέθηκε η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur. Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως καταλύτης που επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση του ευρωπαϊκού πρωτογενούς τομέα, επηρεάζοντας συνολικά τη δομή και τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής.
Οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται πλέον να διαχειριστούν ταυτόχρονα τους περιορισμούς στην παραγωγή, τη μείωση των ενισχύσεων, τα εσωτερικά θεσμικά προβλήματα και το άνοιγμα της αγοράς σε προϊόντα τρίτων χωρών. Η συσσώρευση αυτών των παραγόντων δημιουργεί συνθήκες γενικευμένης αβεβαιότητας για το μέλλον του τομέα.
Η συμφωνία με τη Mercosur αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα λειτουργίας της ενιαίας αγοράς. Η ευρωπαϊκή γεωργία δραστηριοποιείται εντός ενός αυστηρού πλαισίου περιβαλλοντικών, ενεργειακών και υγειονομικών κανόνων. Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή αγορά ανοίγει σε προϊόντα από χώρες όπου τα πρότυπα αυτά διαφοροποιούνται σημαντικά. Οι δυνατότητες ελέγχου περιορίζονται κυρίως σε τελικές παραμέτρους, χωρίς πλήρη ιχνηλασιμότητα του τρόπου παραγωγής και του συνολικού κόστους συμμόρφωσης.
Η κατάσταση αυτή επιδρά άμεσα στον ανταγωνισμό, καθώς τα εισαγόμενα προϊόντα διαμορφώνουν τιμές που δεν ενσωματώνουν τα αντίστοιχα κόστη. Το αποτέλεσμα είναι η συμπίεση των ευρωπαϊκών παραγωγών σε ένα περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων και μειωμένων περιθωρίων.
Η σταδιακή αποδυνάμωση της ΚΑΠ εντείνει αυτή την πίεση. Οι παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν σε ένα άνοιγμα αγορών, ενώ οι μηχανισμοί στήριξης περιορίζονται. Η διαδικασία αυτή επηρεάζει τη σταθερότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη δυνατότητα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες και πρακτικές.
Το Green Deal, πέρα από την πρωτογενή παραγωγή, επηρεάζει τη μεταποίηση και τη βιομηχανία τροφίμων. Η επιβάρυνση του κόστους διαχέεται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, από το χωράφι έως το τελικό προϊόν. Το άνοιγμα της αγοράς σε εισαγόμενα προϊόντα με χαμηλότερο κόστος επιτείνει την πίεση σε όλους τους κρίκους της διατροφικής αλυσίδας.
Παράλληλα, οι τεχνολογικές εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική μεταβάλλουν ριζικά την αγορά εργασίας σε βιομηχανία, μεταποίηση και υπηρεσίες. Η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα περιορίζει περαιτέρω τις διαθέσιμες διεξόδους απασχόλησης, ιδίως σε περιφερειακές και αγροτικές περιοχές.
Στη δημόσια συζήτηση συχνά προβάλλεται το ποσοστό συμμετοχής της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ, το οποίο αποτιμάται περίπου στο 1,6% σε όρους προστιθέμενης αξίας. Η αποτίμηση αυτή αφορά τον στενό ορισμό του πρωτογενούς τομέα και δεν αποτυπώνει το σύνολο των δραστηριοτήτων που εξαρτώνται άμεσα από αυτόν. Η μεταποίηση, οι μεταφορές, το εμπόριο και η εστίαση συγκροτούν μια ευρεία αλυσίδα που στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή.
Η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα επηρεάζει άμεσα τη συνολική οικονομική δραστηριότητα, την επισιτιστική επάρκεια και την ασφάλεια εφοδιασμού. Στην Ελλάδα, όπου η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ είναι υψηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι επιπτώσεις αυτές αποκτούν εντονότερη διάσταση και συνδέονται με την ερήμωση της υπαίθρου και τη μείωση της περιφερειακής συνοχής.
Σε διεθνές επίπεδο, η συμφωνία με τη Mercosur εντάσσεται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων εμπορικών εντάσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν πολιτική ενίσχυσης των δασμών, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σε περαιτέρω άνοιγμα των αγορών της προς τη Λατινική Αμερική. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει τις ισορροπίες στο παγκόσμιο εμπόριο και τις προοπτικές των ευρωπαϊκών εξαγωγών.
Η γερμανική στάση απέναντι στη συμφωνία συνδέεται με τη διεύρυνση των αγορών για τα βιομηχανικά προϊόντα της. Οι επιλογές αυτές μεταφέρουν μέρος του κόστους προσαρμογής στον πρωτογενή τομέα άλλων κρατών-μελών, σε ένα περιβάλλον διατήρησης αυστηρών περιβαλλοντικών πολιτικών. Οι αντιδράσεις αγροτών σε χώρες με υψηλή παραγωγικότητα καταδεικνύουν το εύρος των επιπτώσεων.
Η εμμονή σε πράσινες επιλογές, όπως η μείωση των αζωτούχων λιπασμάτων και του ζωικού κεφαλαίου, διαμορφώνει ένα πλαίσιο που πλήττει ακόμη και τις πλέον ανθεκτικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Οι επιπτώσεις αυτής της κατεύθυνσης γίνονται πλέον ορατές σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ενδεικτική είναι η κινητοποίηση των Ολλανδών αγροτών, οι οποίοι συγκαταλέγονται στους πιο ανταγωνιστικούς διεθνώς. Οι αντιδράσεις τους καταγράφουν τη συρρίκνωση των περιθωρίων βιωσιμότητας ακόμη και σε αγροτικά συστήματα υψηλής παραγωγικότητας.
Η πορεία αυτή δεν εντάσσεται σε ένα συνεκτικό σχέδιο μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, συγκροτείται ως άσκηση πολιτικής με έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και σαφή ωφελιμιστική στόχευση σε επίπεδο αποφάσεων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγείται σε σταδιακή αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης, με κοινωνικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις που συσσωρεύονται. Η αγροτική οικονομία λειτουργεί ως πρώιμος δείκτης αυτής της εξέλιξης.
Οι εκτιμήσεις ότι η ένταση μπορεί να περιοριστεί μέσω αποσπασματικών οικονομικών παρεμβάσεων ή επικοινωνιακής διαχείρισης δεν επιβεβαιώνονται από τα δεδομένα. Η δυναμική των κινητοποιήσεων παραμένει ενεργή και διευρυνόμενη.
Η ψηφοφορία για τη Συμφωνία με τη Mercosur πραγματοποιήθηκε σε χρονική συγκυρία αυξημένης αγροτικής έντασης στην Ελλάδα, με φόντο τις κινητοποιήσεις και τα ζητήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Υπήρχαν διαθέσιμες πολιτικές επιλογές, όπως η καταψήφιση ή η αποχή, τις οποίες ακολούθησαν άλλα κράτη-μέλη.
Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε την πλήρη ταύτιση με τη γερμανική στάση, σε μια συμφωνία με ευρύτερες αρνητικές συνέπειες για τον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα. Η επιλογή αυτή πραγματοποιήθηκε σε εσωτερικό περιβάλλον αυξημένης κοινωνικής πίεσης.
Η εξέλιξη των αγροτικών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως άμεσης έκβασής τους, δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές αγροτικές αντιδράσεις εισέρχονται σε φάση γενικευμένης όξυνσης.
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται συγκροτούν ένα σύνθετο και επιβαρυμένο περιβάλλον για τον πρωτογενή τομέα. Η ευθύνη για τη διαμόρφωσή του αποδίδεται στις επιλογές της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας, η οποία εμφανίζεται να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συγκυρίας.
Πιο Δημοφιλή
Σκάνδαλο 150.000.000 € πίσω από το μπλακάουτ στα αεροδρόμια
Όταν ακόμη και ο θάνατος γίνεται μόδα
Δέκα χρόνια Μητσοτάκης: Η χωρίς ορίων καταστροφή μιας χώρας
Πιο Πρόσφατα
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Η αθέατη παγκόσμια επιβολή της ψηφιακής ταυτότητας