13 Απριλίου 2026

Η Τουρκία βλέπει ευκαιρία και κίνδυνο στον πόλεμο: Τα όρια της γεωπολιτικής της ισχύος

Η δημόσια σύγκρουση ανάμεσα στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με αφορμή τη σκληρή ανακοίνωση της τουρκικής προεδρίας για τις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο, αποτυπώνει κάτι πολύ ευρύτερο από μια ακόμη λεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ηγέτες. Αναδεικνύει τον ρόλο που επιδιώκει να κατοχυρώσει η Άγκυρα στην επόμενη ημέρα της Μέσης Ανατολής, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος, οι εύθραυστες εκεχειρίες και οι ανοιχτοί δίαυλοι διαπραγμάτευσης διαμορφώνουν ένα νέο, εξαιρετικά ρευστό περιφερειακό τοπίο. 

Από την έναρξη της κρίσης, η Τουρκία επέλεξε να μη βρεθεί μέσα στο στρατιωτικό κάδρο. Κράτησε αποστάσεις από άμεση εμπλοκή, διατήρησε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας με διαφορετικά κέντρα ισχύος και προσπάθησε να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να συνομιλεί με όλους. Ο Ερντογάν καταδίκασε εξαρχής τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, την ίδια ώρα όμως η Άγκυρα απέφυγε να δώσει την εικόνα στρατηγικής ταύτισης με την Τεχεράνη. Αυτή η ισορροπία δεν ήταν συγκυριακή. Ήταν συνειδητή επιλογή. 

Η Άγκυρα θέλει ρόλο ρυθμιστή, όχι συμμάχου

Το βασικό μήνυμα της τουρκικής στάσης ήταν σαφές. Η Τουρκία εμφανίστηκε εναντίον του πολέμου, χωρίς να ενταχθεί στο στρατόπεδο κανενός. Επέκρινε τις ιρανικές επιθέσεις κατά χωρών του Κόλπου και, σύμφωνα με αναλύσεις που καταγράφουν το παρασκήνιο της περιόδου, ο Χακάν Φιντάν απέδωσε ευθύνες και στην Τεχεράνη για την κατάρρευση των προπολεμικών διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, η τουρκική πλευρά επιχείρησε να αξιοποιήσει τους διαύλους που διαθέτει με τη Δύση, το Ιράν και τα αραβικά κράτη, επιδιώκοντας να κατοχυρωθεί ως χρήσιμος μεσολαβητής και όχι ως μέρος του προβλήματος. 

Η επιδίωξη αυτή συνδέεται με τη συνολική στροφή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Μετά από μια περίοδο περιφερειακής έντασης και σχετικής απομόνωσης, η Άγκυρα επιχείρησε να αποκαταστήσει σχέσεις με παλαιούς αντιπάλους και να επενδύσει περισσότερο στην οικονομική διασύνδεση, στο εμπόριο και στη διπλωματική συνεννόηση με τα κράτη του Κόλπου. Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η τουρκική ηγεσία έπαψε να αντιμετωπίζει το Ιράν ως τον αποκλειστικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής και άρχισε να βλέπει το Ισραήλ ως τη δύναμη που διαταράσσει τη νέα περιφερειακή ισορροπία που επιχειρούν να συγκροτήσουν η Τουρκία και οι αραβικές μοναρχίες. Αυτό εξηγεί και τη σημερινή ένταση με τον Νετανιάχου. 

Το Ιράν για την Τουρκία είναι πρόβλημα προς διαχείριση

Η τουρκική αντίληψη για το Ιράν παραμένει σταθερά πραγματιστική. Η Άγκυρα δεν το αντιμετωπίζει ως υπαρξιακό εχθρό που πρέπει να συντριβεί, αλλά ως ανταγωνιστή με τον οποίο άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνεννοείται. Οι δύο χώρες έχουν μακρά κοινά σύνορα, ανταγωνίζονται για επιρροή σε κρίσιμες ζώνες και στηρίζουν αντίπαλες πλευρές σε περιφερειακά μέτωπα, όμως έχουν επίσης αποδείξει ότι μπορούν να συμβιώνουν και να συνεργάζονται όταν το απαιτούν τα συμφέροντά τους. Αυτή η μακρόχρονη λογική εξηγεί γιατί η Τουρκία δεν ήθελε ούτε την ενίσχυση του Ιράν ούτε την κατάρρευσή του. 

Για την Άγκυρα, το πιο ανησυχητικό σενάριο δεν είναι απλώς η συνέχιση του πολέμου, αλλά η αποσταθεροποίηση του ίδιου του ιρανικού κράτους. Η Τουρκία συνορεύει απευθείας με το Ιράν και γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση ή μια εσωτερική κατάρρευση θα μπορούσαν να προκαλέσουν μαζική προσφυγική έξοδο προς το έδαφός της. Η εμπειρία της Συρίας έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην τουρκική κοινωνία και στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα. Ένα νέο κύμα από το Ιράν θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις σε μια χώρα που παραμένει ευάλωτη οικονομικά, με υψηλό πληθωρισμό και βαριά εξάρτηση από τις ενεργειακές εισαγωγές. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους αποτελεί ήδη σοβαρό βάρος για την τουρκική οικονομία. 

Ο κουρδικός παράγοντας παραμένει κόκκινη γραμμή

Στην τουρκική στρατηγική σκέψη, υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη παράμετρος. Η Άγκυρα φοβάται ότι μια αποδυνάμωση του ιρανικού ελέγχου στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές του Ιράν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει κουρδικές ένοπλες ομάδες και να δημιουργήσει νέες εστίες αυτονομίας στα σύνορά της. Για την τουρκική ηγεσία, κάθε ενδεχόμενο κουρδικής πολιτικής ή στρατιωτικής αυτονόμησης κατά μήκος των νότιων και ανατολικών συνόρων της αποτελεί απειλή πρώτης γραμμής. Η ανησυχία αυτή συνδέεται και με οργανώσεις που η Άγκυρα θεωρεί ότι έχουν δεσμούς με το PKK. Επομένως, ο πόλεμος με το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται στην Άγκυρα μόνο ως γεωπολιτική κρίση, αλλά και ως πιθανός πολλαπλασιαστής εσωτερικών κινδύνων ασφαλείας. 

Η Τουρκία θέλει να φανεί ισχυρή, αλλά δεν ελέγχει το παιχνίδι

Το βασικό πρόβλημα για την Άγκυρα είναι ότι δεν μπορεί να προβλέψει με αξιοπιστία την κατεύθυνση της σύγκρουσης ούτε τις επόμενες αμερικανικές κινήσεις. Οι διακυμάνσεις στη στάση της Ουάσιγκτον, οι εναλλαγές ανάμεσα σε πίεση, διαπραγμάτευση και στρατιωτική απειλή, καθώς και η ευθραυστότητα των εκεχειριών περιορίζουν τον βαθμό επιρροής που μπορεί να ασκήσει η Τουρκία. Παρότι τουρκικά μέσα και διεθνείς αναφορές παρουσιάζουν την Άγκυρα να έχει συμβάλει στη διατήρηση διαύλων και στη μεταφορά μηνυμάτων ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές, η δυνατότητά της να καθορίσει αποφασιστικά τις εξελίξεις παραμένει περιορισμένη. 

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η νέα λεκτική κλιμάκωση απέναντι στο Ισραήλ λειτουργεί και ως επίδειξη γεωπολιτικής παρουσίας. Ο Ερντογάν επιχειρεί να δείξει ότι η Τουρκία δεν παρακολουθεί παθητικά, αλλά διατηρεί ρόλο, φωνή και διεκδίκηση στην επόμενη ημέρα. Ωστόσο, το να μετατραπεί σε πραγματικό πρωταγωνιστή των εξελίξεων αυτή τη στιγμή μοιάζει δύσκολο. Η Άγκυρα έχει συμφέρον να τελειώσει ο πόλεμος γρήγορα, αλλά δεν διαθέτει την ισχύ που απαιτείται για να επιβάλει μόνη της το τέλος του. Αυτός είναι και ο πυρήνας της σημερινής τουρκικής στάσης: έντονη ρητορική, προσεκτική ουδετερότητα, ανοιχτοί δίαυλοι και σταθερή προσπάθεια να βρεθεί στο τραπέζι της επόμενης περιφερειακής ισορροπίας.