Η Τουρκία ζητά θέση στην Ευρώπη, κρατώντας την Κύπρο υπό κατοχή
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλαμβάνει σήμερα τη σκυτάλη των διπλωματικών κινήσεων στο Κυπριακό, μετά την ολοκλήρωση των επαφών του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες. Στη Λευκωσία αναμένεται ο Ευρωπαίος απεσταλμένος Ραφαέλε Φάτο, ο οποίος θα συναντηθεί με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη και τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Η παρέμβαση των Βρυξελλών αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να διεκδικεί την αναθέρμανση της ενταξιακής της πορείας. Η πίεση αναμένεται να στραφεί κυρίως προς την τουρκοκυπριακή πλευρά και την Άγκυρα, μετά και τη νέα αναφορά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην ανάγκη επανεκκίνησης των συνομιλιών για την ευρωπαϊκή ένταξη της Τουρκίας.
Η Τουρκία απέκτησε επίσημα το καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας το 1999, κατά τη Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι. Περισσότερα από 26 χρόνια αργότερα, παραμένει η χώρα με τη μακροβιότερη υποψηφιότητα, χωρίς ουσιαστική προοπτική πλήρους ένταξης.
Η μακρά αυτή εκκρεμότητα δεν αποτελεί προϊόν ευρωπαϊκής αδικίας, όπως συχνά επιχειρεί να εμφανίσει η τουρκική ηγεσία. Συνδέεται άμεσα με την απομάκρυνση της Άγκυρας από το κράτος δικαίου, τις δημοκρατικές αρχές και τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ιδιότητα μιας υποψήφιας χώρας.
Η Ευρώπη έχει μιλήσει επανειλημμένα για διεύρυνση και στρατηγική συνεργασία, συχνά υποτιμώντας το πολιτικό και θεσμικό κόστος που θα είχε η ένταξη μιας χώρας η οποία δεν αναγνωρίζει ένα από τα κράτη-μέλη της, διατηρεί κατοχικά στρατεύματα στην Κύπρο και αμφισβητεί συστηματικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η τουρκική υποψηφιότητα, η οποία κάποτε δημιουργούσε προσδοκίες σε σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής και τουρκικής κοινωνίας, έχει μετατραπεί σε μια πολιτικά κενή διαδικασία. Η Άγκυρα απαιτεί τα οφέλη της ευρωπαϊκής σχέσης, αποφεύγοντας σταθερά τις δεσμεύσεις που θα απαιτούσε η πραγματική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Από τη Συμφωνία της Άγκυρας στην παγωμένη ενταξιακή διαδικασία
Η πορεία της Τουρκίας προς την ευρωπαϊκή οικογένεια ξεκίνησε το 1959, όταν υπέβαλε αίτηση σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η επιλογή αυτή εντασσόταν στη στρατηγική πρόσδεσης της χώρας στη Δύση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και την κρίσιμη γεωπολιτική της θέση.
Η Συμφωνία της Άγκυρας το 1963 καθόρισε ένα πλαίσιο σταδιακής προσέγγισης και οικονομικής σύνδεσης. Η Τουρκία, όμως, υπέβαλε επίσημη αίτηση πλήρους ένταξης μόλις το 1987.
Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με περιορισμένο ενθουσιασμό από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η χώρα εξακολουθούσε να φέρει το πολιτικό βάρος του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1980, ενώ το ιστορικό της στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην ελευθερία του Τύπου και στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών προκαλούσε σοβαρές επιφυλάξεις.
Η τουρκική υποψηφιότητα απέκτησε νέα δυναμική το 1999. Η λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία δημιούργησε ένα πρόσκαιρο κλίμα προσέγγισης, με την Αθήνα να άρει τις αντιρρήσεις της για την αναγνώριση της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας.

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν επίσημα το 2005, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 2004. Στην Τουρκία, η εξέλιξη παρουσιάστηκε ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία και ως επιβεβαίωση ότι η χώρα μπορούσε να αποτελέσει γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στον μουσουλμανικό κόσμο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε αρχικά την άνοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως ευκαιρία εκδημοκρατισμού. Η τότε τουρκική ηγεσία προωθούσε μεταρρυθμίσεις και καλλιεργούσε την εικόνα μιας χώρας με μουσουλμανική πλειοψηφία που μπορούσε να υιοθετήσει ευρωπαϊκούς κανόνες και θεσμούς.
Η ευρωπαϊκή προοπτική χρησιμοποιήθηκε, όμως, σταδιακά ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής κυριαρχίας. Με το πρόσχημα του εκδημοκρατισμού περιορίστηκε η επιρροή του στρατού και της παλαιάς δικαστικής εξουσίας, ενώ στη συνέχεια η κυβέρνηση Ερντογάν συγκέντρωσε ακόμη μεγαλύτερες εξουσίες στα χέρια της.
Μετά το 2007, η δυναμική των μεταρρυθμίσεων άρχισε να εξαντλείται και το ενδιαφέρον της τουρκικής ηγεσίας για πραγματική ευρωπαϊκή σύγκλιση υποχώρησε. Η ενταξιακή διαδικασία μετατράπηκε σε μέσο πολιτικής διαπραγμάτευσης, οικονομικής διευκόλυνσης και άσκησης πίεσης προς τις Βρυξέλλες.
Οι διαπραγματεύσεις ουσιαστικά πάγωσαν και τέθηκαν σε νέα αναστολή το 2021, καθώς η Τουρκία απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές.
Καταστολή, Κυπριακό και η μεγάλη σύγκρουση με τα ευρωπαϊκά κριτήρια
Μετά το 2013, η δημοκρατική οπισθοδρόμηση επιταχύνθηκε. Οι μαζικές διαδηλώσεις στο Πάρκο Γκεζί αντιμετωπίστηκαν με εκτεταμένη αστυνομική βία, με περισσότερους από 8.000 πολίτες να τραυματίζονται.
Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 αποτέλεσε το αποφασιστικό σημείο καμπής. Η κυβέρνηση Ερντογάν αξιοποίησε την κρίση για να εξαπολύσει πρωτοφανείς εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό, στη Δικαιοσύνη, στα πανεπιστήμια, στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα μέσα ενημέρωσης.
Χιλιάδες δικαστές, εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί, δημόσιοι υπάλληλοι και δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν, συνελήφθησαν ή διώχθηκαν. Ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης έκλεισαν, περιουσιακά στοιχεία κατασχέθηκαν και η δημόσια διοίκηση γέμισε με πρόσωπα απολύτως ελεγχόμενα από την προεδρική εξουσία.
Το 2017 θεσπίστηκε προεδρικό σύστημα με διευρυμένες αρμοδιότητες, περιορίζοντας τις θεσμικές ισορροπίες και ενισχύοντας την προσωπική κυριαρχία του Ερντογάν. Η εκτελεστική εξουσία απέκτησε καθοριστικό ρόλο στους διορισμούς, στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στον έλεγχο του κράτους.
Η εξαγγελία ότι η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να επαναφέρει τη θανατική ποινή προκάλεσε έντονη αντίδραση στις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι μια τέτοια απόφαση θα ήταν ασυμβίβαστη με την ιδιότητα της υποψήφιας χώρας και θα έκλεινε οριστικά τον δρόμο της ένταξης.
Η Τουρκία παραμένει τυπικά υποψήφια, εξακολουθεί όμως να μην πληροί τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αμφισβητείται, η πολιτική εξουσία επηρεάζει τους διορισμούς, δημοσιογράφοι διώκονται και πολιτικοί αντίπαλοι φυλακίζονται ή αποκλείονται από τη δημόσια ζωή.
Σοβαρές αποκλίσεις καταγράφονται και στην εξωτερική πολιτική. Η Άγκυρα ακολουθεί αυτόνομη και συχνά συγκρουσιακή γραμμή στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη, ενώ οι σχέσεις της με το Ισραήλ χαρακτηρίζονται από διαρκείς εντάσεις και απότομες μεταβολές.
Το καθοριστικότερο εμπόδιο παραμένει το Κυπριακό. Η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, παρότι αυτή αποτελεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και στηρίζει μια αποσχιστική οντότητα που αναγνωρίζεται μόνο από την ίδια.
Η άρνηση αυτή οδήγησε στο πάγωμα σημαντικού αριθμού διαπραγματευτικών κεφαλαίων και εξακολουθεί να εμποδίζει οποιαδήποτε πραγματική πρόοδο. Δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη ευρωπαϊκή προοπτική για μια χώρα που αρνείται την ύπαρξη και τη νομιμότητα κράτους-μέλους της Ένωσης.
Η νέα ευρωπαϊκή παρέμβαση στη Λευκωσία δοκιμάζει, επομένως, τα πραγματικά όρια της τουρκικής πρόθεσης για επαναπροσέγγιση. Η Άγκυρα καλείται να αποδείξει με συγκεκριμένες ενέργειες ότι επιδιώκει λύση στο Κυπριακό και επιστροφή στον ευρωπαϊκό δρόμο.
Οι δηλώσεις περί επανέναρξης των ενταξιακών συνομιλιών δεν αρκούν. Η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η εγκατάλειψη της γραμμής των δύο κρατών, ο σεβασμός του κράτους δικαίου και η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών αποτελούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση.
Η Τουρκία δεν παραμένει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή η Ευρώπη ξέχασε ή εγκατέλειψε την υποψηφιότητά της. Παραμένει εκτός επειδή η πολιτική Ερντογάν απομάκρυνε τη χώρα από τις ευρωπαϊκές αρχές και μετέτρεψε την ενταξιακή διαδικασία σε μόνιμο εργαλείο γεωπολιτικού παζαριού.
Πιο Δημοφιλή
Αναζητείς μοναδικότητα; Διάβασε το κείμενο!...
Πιο Πρόσφατα
Μέγιστη ετοιμότητα για ισχυρούς ανέμους σε 8 Περιφέρειες
Μαρινάκης: Η ΝΔ δεν πήρε δάνεια επί Μητσοτάκη