Συμβαίνει Τώρα: Φλωρίδης κατά Τσίπρα: «Μιλά για χειραγώγηση της Δικαιοσύνης μετά τα δικά του πεπραγμένα»

Συμβαίνει Τώρα: Σαρακήνικο: Στην Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας ο πιλότος – Στο μικροσκόπιο το σχέδιο πτήσης

Συμβαίνει Τώρα: Λέκκας για Κολομβία: «Το μεγάλο βάθος περιορίζει τις ζημιές – Δεν θα έχουμε τσουνάμι»

Συμβαίνει Τώρα: Παιδικοί σταθμοί ΕΣΠΑ 2026-2027: Βγήκαν τα προσωρινά αποτελέσματα της ΕΕΤΑΑ

Συμβαίνει Τώρα: Πέθανε ο Στέλιος Ράμφος στα 87 – Η διαδρομή ενός ανήσυχου Έλληνα φιλοσόφου

Συμβαίνει Τώρα: ΗΠΑ – Ιράν: Ο Τραμπ ποντάρει στον αποκλεισμό και στην οικονομική κατάρρευση της Τεχεράνης

Συμβαίνει Τώρα: Κουβαράς: Αστυνομικοί έσωσαν ηλικιωμένη λίγο πριν οι φλόγες φτάσουν στο σπίτι της

Συμβαίνει Τώρα: Φωτιά τώρα στο Κοκκινόχωμα Καβάλας – Μήνυμα 112 στους κατοίκους

Συμβαίνει Τώρα: Χάος στην Κολομβία μετά τα 7,4 Ρίχτερ – Κατέρρευσαν κτήρια, αγωνία για εγκλωβισμένους

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΛΑΜΠΙΑ

ΗΡΩ

ΉΡΩΝ

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

ΛΩΡΑ

10 Αυγούστου 2026

ΗΠΑ – Ιράν: Ο Τραμπ ποντάρει στον αποκλεισμό και στην οικονομική κατάρρευση της Τεχεράνης

Περισσότερες από 23 εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να μετατοπίζει το βάρος της στρατηγικής της από έναν νέο κύκλο μαζικών στρατιωτικών πληγμάτων προς την οικονομική ασφυξία της Τεχεράνης, διατηρώντας παράλληλα ανοικτή τη στρατιωτική επιλογή.

Ανάλυση του Al Jazeera περιγράφει μια Ουάσιγκτον που επιμένει στον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και χρησιμοποιεί την πίεση στις εξαγωγές πετρελαίου ως βασικό μοχλό απέναντι στην ιρανική ηγεσία. Την ίδια στιγμή, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις κινήσεις των ιρανικών δυνάμεων, μετατρέποντας το στρατηγικό πέρασμα σε κεντρικό σημείο των συνομιλιών για πιθανή αποκλιμάκωση.

Ιράν και Ομάν εμφανίζονται, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, να βρίσκονται κοντά σε νέα διευθέτηση για τη λειτουργία και τη διαχείριση των Στενών, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι στιγμής επιτευχθεί συνολική συμφωνία που να τερματίζει τη σύγκρουση.

Ο ίδιος ο Τραμπ, μιλώντας στο Axios, επέλεξε εμφανώς πιο προσεκτική γλώσσα σε σχέση με προηγούμενες δηλώσεις του. «Το αντιμετωπίζουμε με διακριτικότητα», ανέφερε, ενώ το προηγούμενο διάστημα είχε προειδοποιήσει την Τεχεράνη για καταστροφικά πλήγματα εάν δεν αποδεχόταν τους αμερικανικούς όρους.

Η σημερινή γραμμή του Λευκού Οίκου δείχνει να επενδύει περισσότερο στην εξάντληση της ιρανικής οικονομίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι το Ιράν βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική θέση, επικαλούμενος τον υψηλό πληθωρισμό και προβλήματα στη χρηματοδότηση του κρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού.

Κατά τον Τραμπ, η πίεση αυτή αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα του ναυτικού αποκλεισμού που εφαρμόζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από τον Απρίλιο. «Απλώς παρακολουθούμε το Ιράν με τον τεράστιο πληθωρισμό του και το γεγονός ότι δεν έχει χρήματα», δήλωσε.

Ο αποκλεισμός, το πετρέλαιο και η πίεση στην Τεχεράνη

Κρίσιμο μέρος της αμερικανικής στρατηγικής αφορά τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, οι οποίες πριν από την κλιμάκωση εκτιμώνταν περίπου στο 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως. Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να περιοριστεί δραστικά αυτή η ροή και, μαζί της, ένα από τα βασικά έσοδα του ιρανικού κράτους.

Η Κεντρική Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων ανακοίνωσε ότι μόνο το Σάββατο ανακατεύθυνε 53 εμπορικά πλοία, προχώρησε σε επιβίβαση σε δύο και ακινητοποίησε ακόμη δύο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του αποκλεισμού.

Οι ιρανικές αρχές έχουν παραδεχθεί ότι οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν περιοριστεί σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, εξέλιξη που επιδεινώνει μια οικονομία η οποία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα και χρόνιες αδυναμίες.

Σημαντικό ρόλο στην αμερικανική τακτική παίζουν και οι διεθνείς τιμές της ενέργειας. Μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, το πετρέλαιο είχε κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ στη συνέχεια υποχώρησε περίπου στα 78 δολάρια.

Ο Τραμπ εκτιμά ότι η συγκεκριμένη πτώση περιόρισε τις επιπτώσεις για τους Αμερικανούς καταναλωτές και μειώνει την πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ. «Όλα θα πάνε καλά. Πάντα πάνε καλά. Είναι σαν παιχνίδι σκακιού», ανέφερε.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος δήλωσε στο Fox News ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται «στη μέση του παιχνιδιού» και χρησιμοποιούν ταυτόχρονα οικονομικά, διπλωματικά και στρατιωτικά εργαλεία, επιδιώκοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη επιχειρεί να εντάξει στο παζάρι το κόστος από τις καταστροφές που έχουν υποστεί οι ιρανικές υποδομές από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου. Η ιρανική πλευρά έχει ζητήσει αποζημιώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει συνδέσει το συγκεκριμένο ζήτημα με τη συζήτηση για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Παράλληλα, η Τεχεράνη απορρίπτει ότι διεξάγονται πλήρεις απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον, ενώ ο Τραμπ έχει περιοριστεί να δηλώσει ότι υπάρχει μόνο μερική διαπραγματευτική επαφή.

Η στροφή προς την οικονομική πίεση συμπίπτει και με δημοσιεύματα για αυξανόμενη πίεση στα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών. Το Axios ανέφερε ότι ο επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, είχε προειδοποιήσει την πολιτική ηγεσία ότι οι διαθέσιμες ποσότητες ορισμένων πυραύλων αεράμυνας θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητα προστασίας αμερικανικών δυνάμεων και συμμάχων στη Μέση Ανατολή.

Η Washington Post μετέδωσε επίσης ότι το Πεντάγωνο έχει ζητήσει από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία να επιταχύνει την παραγωγή και τις παραδόσεις κρίσιμων πυρομαχικών, λόγω των αναγκών που δημιουργούν τόσο ο πόλεμος με το Ιράν όσο και η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Αμερικανός αξιωματούχος, πάντως, δήλωσε στο Al Jazeera ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν επαρκή αποθέματα για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη. Ο Τζάρετ Κόνλεϊ, αναπληρωτής διευθυντής της Μονάδας Καινοτομίας Άμυνας, υποστήριξε ότι υπάρχουν αρκετά πολεμοφόδια για την αποστολή που έχει αναλάβει η Ουάσιγκτον.

Εσωτερική πίεση, αμφιβολίες και μεταβαλλόμενοι στόχοι

Η επιλογή του Τραμπ να αποφύγει, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, έναν νέο κύκλο εκτεταμένων επιθέσεων συνδέεται και με την πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής σε σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινής γνώμης, ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και οι Ρεπουμπλικάνοι επιχειρούν να διατηρήσουν τις εύθραυστες πλειοψηφίες τους στο Κογκρέσο.

Σε δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, περίπου 35% των Αμερικανών εμφανίστηκε να εγκρίνει τον πόλεμο. Στην ίδια έρευνα, οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι έδωσαν οριακό προβάδισμα στους Δημοκρατικούς έναντι των Ρεπουμπλικανών ως προς τη διαχείριση του πολέμου και της «τρομοκρατίας», με 37% έναντι 36%.

Το αποτέλεσμα παρουσιάζεται ως η πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2024 που οι Δημοκρατικοί προηγούνται στο συγκεκριμένο ερώτημα, προσθέτοντας ακόμη έναν παράγοντα πίεσης στην κυβέρνηση Τραμπ.

Παράλληλα, παραμένουν σοβαρές αμφιβολίες για το αν η οικονομική ασφυξία μπορεί να οδηγήσει την ιρανική ηγεσία στις υποχωρήσεις που απαιτεί η Ουάσιγκτον.

Ο Μεχράν Καμράβα, καθηγητής στο Georgetown University του Κατάρ, εκτίμησε ότι οι συνομιλίες προχωρούν εξαιρετικά αργά και ότι καμία πλευρά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να κάνει πρώτη μια ουσιαστική παραχώρηση.

Κατά την ανάλυσή του, η Τεχεράνη επιχειρεί να αυξήσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τις χώρες του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ώστε αυτές με τη σειρά τους να πιέσουν την Ουάσιγκτον για συμβιβασμό.

Ο ίδιος σημείωσε ότι η οικονομική πίεση που δέχεται το Ιράν είναι τεράστια, όμως το πολιτικό του σύστημα δεν λειτουργεί με την ίδια άμεση εκλογική πίεση που αντιμετωπίζει μια δυτική κυβέρνηση. Για τον λόγο αυτό εξέφρασε επιφυλάξεις για το κατά πόσο η αμερικανική τακτική μπορεί να αποδώσει γρήγορα.

Το Al Jazeera επισημαίνει ακόμη ότι οι στόχοι της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ έχουν μεταβληθεί αρκετές φορές από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.

Στην αρχική φάση, η αμερικανική πλευρά είχε συνδέσει τις επιχειρήσεις με την αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν και με την αλλαγή της ιρανικής κυβέρνησης. Στην πορεία, η δημόσια αναφορά σε αλλαγή καθεστώτος περιορίστηκε, ενώ παρέμειναν οι απαιτήσεις για περιορισμό του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και διακοπή της υποστήριξης προς ένοπλες οργανώσεις της περιοχής.

Η Τεχεράνη θέτει από την πλευρά της τρεις βασικές απαιτήσεις: άρση των αμερικανικών κυρώσεων, τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού και αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.

Ένα μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογραφεί στις 17 Ιουνίου για τα Στενά του Ορμούζ και την έναρξη διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών κατέρρευσε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, με βασική αιτία τις βαθιές διαφωνίες για τον έλεγχο και τη λειτουργία του θαλάσσιου περάσματος.

Η κυβέρνηση Τραμπ δείχνει σήμερα να ποντάρει στην οικονομική εξάντληση της Τεχεράνης, επιχειρώντας να αποφύγει το τεράστιο στρατιωτικό, ενεργειακό και πολιτικό κόστος μιας νέας γενικευμένης κλιμάκωσης. Το Ιράν, από την πλευρά του, προσπαθεί να μεταφέρει μέρος αυτού του κόστους στις χώρες του Κόλπου και στη διεθνή αγορά πετρελαίου. Η στρατιωτική σύγκρουση μπορεί να έχει περάσει σε διαφορετική φάση, η αναμέτρηση όμως για το ποιος θα υποχωρήσει πρώτος παραμένει απολύτως ανοικτή.