30 Ιουλίου 2026

Human trafficking: Τα κυκλώματα θησαυρίζουν πάνω στην ανθρώπινη εξαθλίωση

Η εμπορία ανθρώπων αποτελεί μία από τις πλέον επικερδείς μορφές οργανωμένου εγκλήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, με εκατομμύρια ανθρώπους να παγιδεύονται κάθε χρόνο σε κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστικής εργασίας, εξαναγκαστικής εγκληματικότητας και άλλων μορφών σύγχρονης δουλείας.

Τα παράνομα κέρδη που αποκομίζουν τα εγκληματικά δίκτυα μόνο από την καταναγκαστική εργασία εκτιμάται ότι φτάνουν τα 236 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, αποτυπώνοντας το τεράστιο οικονομικό μέγεθος μιας δραστηριότητας που συντρίβει ανθρώπινες ζωές και παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, στις 30 Ιουλίου, τα διεθνή στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το human trafficking αλλάζει συνεχώς μορφή. Τα κυκλώματα προσαρμόζονται στις κοινωνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, αξιοποιώντας την ανασφάλεια, τη φτώχεια, τον πόλεμο και τις μεγάλες μεταναστευτικές και προσφυγικές μετακινήσεις.

Άνθρωποι χωρίς σταθερή στέγη, νόμιμα έγγραφα, οικονομικούς πόρους ή κοινωνικό δίκτυο μετατρέπονται σε εύκολους στόχους για διακινητές που εμφανίζονται ως εργοδότες, μεσάζοντες, προστάτες ή πρόσωπα που υπόσχονται ασφαλή μετακίνηση και μια καλύτερη ζωή.

Πίσω από τις απατηλές υποσχέσεις ακολουθούν συχνά απειλές, χρέη, σωματική και ψυχολογική βία, αφαίρεση εγγράφων, περιορισμός της ελευθερίας και εξαναγκασμός σε εργασία, πορνεία ή παράνομες πράξεις.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν τον Ιανουάριο του 2026, η σεξουαλική εκμετάλλευση παρέμεινε το 2024 η συχνότερα καταγεγραμμένη μορφή εμπορίας ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιπροσωπεύοντας το 46% των θυμάτων για τα οποία ήταν γνωστός ο σκοπός της εκμετάλλευσης.

Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει σταδιακή υποχώρηση από το 2008, χωρίς να σημαίνει ότι το έγκλημα περιορίζεται. Αντίθετα, καταγράφεται σημαντική αύξηση των περιστατικών που συνδέονται με καταναγκαστική εργασία και παροχή υπηρεσιών υπό καθεστώς εξαναγκασμού.

Μεταξύ 2008 και 2018, τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας και υπηρεσιών αντιπροσώπευαν ποσοστό από 14% έως 21% των καταγεγραμμένων περιπτώσεων. Από το 2019 και μετά, το ποσοστό κινήθηκε σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα, από 28% έως 41%.

Η μετατόπιση αυτή δείχνει ότι η εμπορία ανθρώπων έχει διεισδύσει βαθύτερα σε τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, όπου ευάλωτοι άνθρωποι εργάζονται χωρίς δικαιώματα, αμοιβή, ασφάλιση ή δυνατότητα διαφυγής.

Διπλασιάστηκαν οι νέες περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων στην Ελλάδα

Η εικόνα στην Ελλάδα αποτυπώνεται στην έκθεση του Εθνικού Μηχανισμού Αναφοράς για το 2025, η οποία δημοσιεύθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Τα στοιχεία καταγράφουν απότομη αύξηση των νέων υποθέσεων μέσα σε μόλις έναν χρόνο. Από τις 465 νέες περιπτώσεις το 2024, ο αριθμός εκτοξεύθηκε στις 881 περιπτώσεις το 2025, παρουσιάζοντας σχεδόν διπλασιασμό.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ενίσχυση της εργασιακής εκμετάλλευσης, καθώς και η χρησιμοποίηση ανήλικων αγοριών για τη διάπραξη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για τη μορφή εκμετάλλευσης που διεθνώς χαρακτηρίζεται ως forced criminality, κατά την οποία τα θύματα εξαναγκάζονται να συμμετέχουν σε κλοπές, διακίνηση ναρκωτικών, επαιτεία ή άλλες παράνομες πράξεις.

Το έγκλημα έχει πλέον μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό και στο ψηφιακό περιβάλλον. Μέσω του λεγόμενου cyber-trafficking, οι δράστες εντοπίζουν, προσεγγίζουν και στρατολογούν θύματα μέσα από κοινωνικά δίκτυα, εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και διαδικτυακές αγγελίες.

Η ανωνυμία, η κρυπτογράφηση των επικοινωνιών και η δυνατότητα δράσης από διαφορετικές χώρες δυσκολεύουν σημαντικά τον εντοπισμό των κυκλωμάτων. Οι ίδιες ψηφιακές μέθοδοι αξιοποιούνται και από δίκτυα παράνομης διακίνησης μεταναστών, με τα όρια ανάμεσα στα δύο εγκλήματα να γίνονται συχνά δυσδιάκριτα.

Η εμπορία ανθρώπων συνδέεται άμεσα με το διασυνοριακό οργανωμένο έγκλημα, την παράνομη μετανάστευση και τη δράση δικτύων που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ανάγκη. Η παράνομη μεταφορά ενός προσώπου μπορεί να εξελιχθεί σε εμπορία ανθρώπων όταν ακολουθήσουν εκβιασμός, εγκλωβισμός και εκμετάλλευση.

Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης χαρακτήρισε την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων βασική υποχρέωση της Πολιτείας, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για σοβαρό οργανωμένο έγκλημα που παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα και συνδέεται με τα κυκλώματα της παράνομης μετανάστευσης.

Η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Σέβη Βολουδάκη υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί σταθερή πολιτική βούληση και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων.

Η πολιτεία οφείλει να απαντήσει στα εγκληματικά δίκτυα με συντονισμένη καταστολή, άμεση αναγνώριση των θυμάτων, ασφαλή στέγαση και πραγματική προστασία. Χωρίς αυτούς τους τρεις άξονες, τα θύματα παραμένουν εκτεθειμένα στον κίνδυνο επαναθυματοποίησης και επιστροφής στα ίδια κυκλώματα.

Νέοι μηχανισμοί προστασίας και αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο

Στο πλαίσιο της θεσμικής ενίσχυσης δημιουργήθηκε εξειδικευμένο Τμήμα Προστασίας Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων και Βίας στη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Το νέο τμήμα αναλαμβάνει τον συντονισμό των πολιτικών για την αναγνώριση, την προστασία και την υποστήριξη των θυμάτων, καθώς και τη διασύνδεση των υπηρεσιών που εμπλέκονται στη διαχείριση των περιστατικών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα παιδιά, στις γυναίκες, στα άτομα με αναπηρία και σε όσους βρίσκονται σε καθεστώς αυξημένης ευαλωτότητας. Οι ομάδες αυτές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εκμετάλλευσης και συχνά δυσκολεύονται να αναγνωριστούν ως θύματα ή να ζητήσουν βοήθεια.

Παράλληλα, συγκροτήθηκε Διυπουργική και Διεπιστημονική Ομάδα Εργασίας, με αποστολή τη συνεχή χαρτογράφηση του προβλήματος, την καταγραφή των πραγματικών αναγκών και τον εντοπισμό των κενών στη νομοθεσία και στη λειτουργία των υπηρεσιών.

Η ομάδα καλείται να καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για τις νέες μορφές εκμετάλλευσης, οι οποίες εξελίσσονται ταχύτερα από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς ελέγχου και προστασίας.

Σε εξέλιξη βρίσκεται επίσης η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1712, η οποία τροποποιεί το προηγούμενο πλαίσιο για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων.

Ομάδα εργασίας του υπουργείου Δικαιοσύνης έχει εισηγηθεί αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και στην Ποινική Δικονομία, ώστε να ενισχυθεί η δίωξη των δραστών και να καλυφθούν νεότερες μορφές εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένης της διαδικτυακής στρατολόγησης θυμάτων.

Βασικό εργαλείο παραμένει ο Εθνικός Μηχανισμός Αναφοράς, ο οποίος συγκεντρώνει στοιχεία, καταγράφει υποθέσεις και συντονίζει την παραπομπή των θυμάτων στις κατάλληλες υπηρεσίες.

Παράλληλα λειτουργεί ο Εθνικός Μηχανισμός Επείγουσας Ανταπόκρισης της Γενικής Γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, παρέχοντας άμεση προστασία, ασφαλή διαμονή και υποστήριξη σε ασυνόδευτους ανηλίκους και άλλους ευάλωτους ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Το θεσμικό πλαίσιο συμπληρώνεται από την Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων Προσώπων και από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης του Γραφείου του Εθνικού Εισηγητή για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων.

Η ύπαρξη μηχανισμών και σχεδίων δεν αρκεί από μόνη της. Η απότομη αύξηση των καταγεγραμμένων περιπτώσεων δείχνει ότι απαιτούνται περισσότερο εξειδικευμένο προσωπικό, ταχύτερη δικαστική διερεύνηση, σταθερή χρηματοδότηση των δομών προστασίας και ουσιαστικός έλεγχος στους χώρους εργασίας.

Η εμπορία ανθρώπων παραμένει ένα έγκλημα που λειτουργεί συχνά μπροστά στα μάτια της κοινωνίας, πίσω από κλειστές πόρτες, αδήλωτη εργασία, παράνομα καταλύματα, εξαναγκαστική επαιτεία και διαδικτυακές αγγελίες.

Η καταπολέμησή της απαιτεί αποφασιστικό χτύπημα στα οικονομικά συμφέροντα των κυκλωμάτων και πλήρη προστασία των θυμάτων. Χωρίς πραγματική λογοδοσία των δραστών και ασφαλή διέξοδο για τους εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, το οργανωμένο έγκλημα θα συνεχίζει να μετατρέπει την ανθρώπινη ευαλωτότητα σε κέρδος.