Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΥΛΛΟΣ

4 Σεπτεμβρίου 2025

Η φον ντερ Λάιεν αντιμέτωπη με ψήφο δυσπιστίας

Η πολιτική αστάθεια που εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη έχει φέρει στο επίκεντρο των εξελίξεων μια από τις πιο σοβαρές προκλήσεις για την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η έντονη δυσαρέσκεια που εκφράζεται από κόμματα της αριστεράς και της οικολογικής πτέρυγας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οδηγεί σε κλιμάκωση της πολιτικής κρίσης, με το ενδεχόμενο κατάθεσης πρότασης μομφής να βρίσκεται πλέον σε άμεση προοπτική. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή, με την Ένωση να βάλλεται από δύο καίρια ζητήματα: την αμφιλεγόμενη στάση της στο Παλαιστινιακό και την αποτυχημένη, κατά πολλούς, συμφωνία εμπορικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το πολιτικό σκηνικό κινείται με γοργούς ρυθμούς, καθώς οι ευρωβουλευτές της αριστεράς ηγούνται της πρωτοβουλίας για κατάθεση πρότασης μομφής κατά της von der Leyen, με τη στήριξη μερίδας Πρασίνων και πιθανώς ορισμένων από τη συντηρητική πτέρυγα. Η πρόταση αναμένεται να κατατεθεί επισήμως στις 2 Οκτωβρίου 2025, λίγο πριν την ετήσια ομιλία της Γερμανίδας προέδρου της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γεγονός που αναμένεται να μετατραπεί σε αρένα πολιτικής αντιπαράθεσης. Για να τεθεί σε διαδικασία συζήτησης και ψηφοφορίας, απαιτούνται τουλάχιστον 72 υπογραφές ευρωβουλευτών, αριθμός που πλέον φαίνεται προσεγγίσιμος με βάση τις διεργασίες που καταγράφονται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους εξουσίας.

Οι επικρίσεις που συγκεντρώνονται στο πρόσωπο της von der Leyen επικεντρώνονται κυρίως σε δύο άξονες: την παθητική στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στις εξελίξεις στη Γάζα και την αποτυχία της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η οποία υποτίθεται ότι θα ενίσχυε την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι αριστερές πολιτικές δυνάμεις καταγγέλλουν ότι η ΕΕ, με επικεφαλής την πρόεδρο της Επιτροπής, δεν επέδειξε την απαιτούμενη αντίδραση απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των βασικών αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρούσεις στην περιοχή έχουν προκαλέσει σημαντικές απώλειες αμάχων και καταστροφή των υποδομών, η στάση σιωπής ή ουδετερότητας της ΕΕ έχει πυροδοτήσει τη μήνιν των αριστερών κομμάτων και όχι μόνο.

Οι ίδιες φωνές προχωρούν ακόμη περισσότερο, ζητώντας την άμεση αναστολή της συμφωνίας συνεργασίας της ΕΕ με το Ισραήλ, την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων και την εφαρμογή εμπάργκο όπλων, με στόχο την πίεση προς την ισραηλινή πλευρά ώστε να τερματίσει την επιθετική της πολιτική. Το αίτημα για αυξημένη ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα, το οποίο υποστηρίζεται από πολλές διεθνείς οργανώσεις, φαίνεται να έχει υποτιμηθεί από την ΕΕ, κάτι που εντείνει την πίεση προς την πρόεδρο της Επιτροπής να επανεξετάσει τη θέση της και να επιδείξει πιο ενεργό στρατηγική παρέμβαση.

Παράλληλα, η εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ υπό τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ έχει προκαλέσει βαθύ διχασμό εντός των ευρωπαϊκών θεσμών. Οι όροι της συμφωνίας, που περιλάμβαναν τη μαζική αγορά ενέργειας αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και ευρωπαϊκές επενδύσεις ύψους 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην αμερικανική αγορά, κρίθηκαν από πολλές πλευρές ως άνισοι και επιζήμιοι για τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η βασική κριτική αφορά το γεγονός ότι η συμφωνία υπογράφηκε χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή και επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών, κάτι που δημιουργεί θεσμικά και δημοκρατικά ερωτήματα για τη διαφάνεια και τη νομιμοποίηση της διαδικασίας.

Πέραν της θεσμικής διάστασης, οι επικριτές της συμφωνίας σημειώνουν πως οι προβλεπόμενες ωφέλειες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους πολίτες δεν έχουν υλοποιηθεί, ενώ παράλληλα ενισχύονται οι φόβοι για αυξημένη αμερικανική επιρροή στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική σφαίρα. Η ανησυχία είναι ότι η συμφωνία υπονομεύει την πολυπόθητη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ενέργεια, η τεχνολογία και οι εμπορικές σχέσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Ένωσης να χαράσσει ανεξάρτητη πολιτική γραμμή.

Το πολιτικό κλίμα στις Βρυξέλλες είναι πλέον εμφανώς βαρύ για την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται δεν περιορίζεται στις παραδοσιακές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αλλά διαπερνά ακόμη και συμμαχικά στρατόπεδα. Οι Πράσινοι, που κατά το παρελθόν είχαν υποστηρίξει πρωτοβουλίες της von der Leyen, διατηρούν στάση αναμονής, δίνοντας βαρύτητα στην ομιλία που πρόκειται να εκφωνήσει στις 10 Σεπτεμβρίου, η οποία ενδέχεται να καθορίσει την τελική τους στάση. Στη δεξιά πτέρυγα, υπάρχουν επίσης τάσεις διαφοροποίησης, κυρίως από ευρωβουλευτές που αισθάνονται ότι τα συμφέροντα των εθνικών οικονομιών τους αγνοούνται στις αποφάσεις της Επιτροπής.

Η von der Leyen, από την πλευρά της, έχει αποφύγει να δώσει άμεσες απαντήσεις στις φήμες περί παραίτησης. Ωστόσο, σε πρόσφατη συνέντευξή της στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, υπερασπίστηκε τη συμφωνία με τις ΗΠΑ, αναγνωρίζοντας μεν πως υπήρξαν αδυναμίες και πιθανόν κάποια λάθη, αλλά τόνισε ότι η αποφυγή μιας εμπορικής σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον είναι στρατηγικά απαραίτητη για την ΕΕ. Σύμφωνα με την ίδια, μια ρήξη με τις ΗΠΑ θα εξυπηρετούσε μόνο τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Μόσχας και του Πεκίνου, δημιουργώντας αστάθεια στο διεθνές σύστημα.

Η πολιτική αναταραχή που έχει ξεσπάσει δεν αφορά πλέον μόνο το πρόσωπο της Ursula von der Leyen, αλλά αγγίζει ευρύτερα ζητήματα στρατηγικής, θεσμικής λειτουργίας και ευρωπαϊκής ταυτότητας. Οι ευρωβουλευτές της αριστεράς και της δεξιάς διαμηνύουν ότι η αποτυχία της Επιτροπής να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της ΕΕ και τη σύνδεσή της με τις ανάγκες και τα δικαιώματα των πολιτών της. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι θεμελιώδη: Ποια Ευρώπη θέλουμε; Μια Ευρώπη παθητική ή στρατηγικά ανεξάρτητη; Μια Ένωση δημοκρατική και διαφανή ή μια Επιτροπή που αποφασίζει πίσω από κλειστές πόρτες;

Οι επόμενοι μήνες προμηνύονται καθοριστικοί για το μέλλον της ηγεσίας της ΕΕ. Η απειλή μιας ψήφου δυσπιστίας έχει τη δυναμική να μετατραπεί σε καταλύτη ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα τεθεί το θέμα, αλλά πότε και με ποια αποτελέσματα. Και κυρίως, ποια Ευρώπη θα αναδυθεί μέσα από αυτή την κρίση.

Ετικέτες: