Η Δύση πληρώνει τώρα το τίμημα των στρατηγικών της σφαλμάτων, καθώς η Ρωσία μετατρέπει τη Λιβύη σε αιχμή του δόρατος της εξωτερικής της πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Αφρικής. Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, υποτιμώντας τη ρωσική απειλή και τη γεωπολιτική πολυπλοκότητα των κινήσεων του Κρεμλίνου, άφησαν ένα κρίσιμο πεδίο επιρροής χωρίς επαρκή αντιμετώπιση. Σήμερα, η Ρωσία εκμεταλλεύεται αυτό το κενό, με τον πολέμαρχο Khalifa Haftar να λειτουργεί ως βασικός εντολοδόχος της, απειλώντας την Ευρώπη —ιδίως την Ελλάδα— με υβριδικό πόλεμο, εργαλειοποιώντας μετανάστευση, ενεργειακή εξάρτηση και πολιτική αστάθεια.
Μέσα στο κύμα αστάθειας που κυριαρχεί στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η Λιβύη αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η πρόσφατη προσοχή στη χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η συζήτηση μεταξύ των ηγετών της Γαλλίας και της Ιταλίας δείχνουν πως η κατάσταση θεωρείται πλέον κρίσιμη. Όπως επισημαίνει ο αναλυτής Tarek Megerisi του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, η Λιβύη αντιμετωπιζόταν μέχρι πρόσφατα ως μια αποτυχημένη υπόθεση της δυτικής εξωτερικής πολιτικής — όμως τώρα η ρωσική παρουσία εκεί έχει σημάνει συναγερμό.
Η Ιταλίδα Πρωθυπουργός Georgia Meloni προειδοποίησε για πιθανή εγκατάσταση ρωσικών πυραύλων στη Λιβύη, λίγες εκατοντάδες μίλια από τις ακτές της Ελλάδας και της Ιταλίας, προειδοποιώντας για ένα νέο μέτωπο στον πόλεμο του Vladimir Putin κατά της Δύσης. Αν και η δήλωση μπορεί να έχει δραματοποιηθεί, η ουσία παραμένει: η Ρωσία, από το 2020, έχει σταδιακά οικοδομήσει στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, δημιουργώντας ένα στρατηγικό δίκτυο αεροπορικών βάσεων που της επιτρέπει να επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική, να συνάπτει νέες διπλωματικές συμμαχίες και να ελέγχει κυκλώματα λαθρεμπορίου ως εργαλείο πίεσης προς την Ευρώπη.
Οι βάσεις αυτές έχουν υποστηρίξει μεταξύ άλλων τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης στο Σουδάν, ενώ έχουν συμβάλει στην αποσταθεροποίηση της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, η ρωσική επιρροή έχει ενισχυθεί στην περιοχή του Σαχέλ, με τη Μόσχα να εκδιώκει την ευρωπαϊκή παρουσία και να αυτοπροβάλλεται ως νέος εγγυητής ασφαλείας. Το σενάριο αυτό επαναλαμβάνεται και στο Τσαντ, αποκαλύπτοντας τη συστηματική εξάπλωση της ρωσικής στρατηγικής.
Παρά τις δεσμεύσεις για ασφάλεια, η ρωσική παρουσία συχνά αποδεικνύεται αποσταθεροποιητική, με αύξηση της τζιχαντιστικής βίας και της τρομοκρατίας. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία επωφελείται οικονομικά μέσω κυκλωμάτων λαθρεμπορίου και λεηλασίας κρατικών πόρων, ενισχύοντας τις ελίτ, όπως η οικογένεια Haftar. Ο Khalifa Haftar, χωρίς επίσημη νομιμοποίηση, διατηρεί έλεγχο στην ανατολική και νότια Λιβύη χάρη στη ρωσική στήριξη. Οι βάσεις υπό τον έλεγχό του χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς αλλά και οικονομικούς σκοπούς, όπως ο πετρελαϊκός αποκλεισμός του 2022 που οργάνωσε η Ρωσία για να ανεβάσει τις τιμές, ενισχύοντας τις εξαγωγές της μέσω λιβυκών καναλιών.
Η Λιβύη λειτουργεί σήμερα ως πηγή χρηματοδότησης για τη ρωσική επιχείρηση στην Ουκρανία και ως κόμβος για την υπονόμευση των ευρωπαϊκών κυρώσεων. Ταυτόχρονα, η Ρωσία, μέσω της συμμαχίας της με τους Haftar, έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να εργαλειοποιήσει τη μετανάστευση, προκαλώντας πολιτικές εντάσεις στην Ευρώπη. Οι Haftar, από την πλευρά τους, επιδιώκουν την επέκταση του λαθρεμπορίου και μέσα από επίσημες συμφωνίες με γειτονικές χώρες, όπως η Ελλάδα, ενισχύουν το δίκτυο της Μόσχας στη Μεσόγειο.
Κατά τον Megerisi, η Λιβύη και η σχέση με τους Haftar αποτελούν βασικό πυλώνα της νέας ρωσικής στρατηγικής, γνωστής ως «δόγμα Karaganov». Αυτή στηρίζεται στην παρουσίαση της Ρωσίας ως ηγέτιδας δύναμης κατά της αποικιοκρατίας, συσπειρώνοντας τις μη δυτικές χώρες. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική, η ρωσική παρέμβαση βασίζεται σε πραξικοπήματα και απομύζηση πόρων, ενισχύοντας αυταρχικά καθεστώτα. Η πρόσφατη συμφωνία της οικογένειας Haftar με τη Λευκορωσία για την ανάπτυξη του λιμανιού της Τόμπρουκ, δίνει στη Ρωσία έλεγχο σε ένα ακόμη στρατηγικό σημείο στη Μεσόγειο, ενισχύοντας την παρουσία της με έμμεσο τρόπο.
Όπως σημειώνει ο αναλυτής, αν και είναι αναμενόμενο η Ρωσία να αξιοποιεί τον πλούτο και τη γεωγραφική θέση της Λιβύης, παραμένει απορίας άξιο γιατί η Ευρώπη επιτρέπει αυτή την εξάπλωση στην ίδια της την αυλή. Η απάντηση, κατά τον ίδιο, πρέπει να είναι άμεση. Δεν αρκεί απλώς να περιοριστεί η ρωσική επιρροή — η Ευρώπη οφείλει να προσφέρει αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις. Η προστασία της λιβυκής πετρελαϊκής βιομηχανίας από τη διαφθορά και το λαθρεμπόριο αποτελεί ένα αναγκαίο πρώτο βήμα. Το κυριότερο, όμως, είναι η εκπλήρωση των ευρωπαϊκών υποσχέσεων για τη στήριξη της δημοκρατικής μετάβασης της Λιβύης — μια δέσμευση που έχει μείνει ως τώρα στα λόγια.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αποχώρηση της Μαρίας Καρυστιανού από το Δ.Σ. του Συλλόγου Τεμπών
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο