Funds και servicers στο μικροσκόπιο της Ε.Ε.

Σε μια κίνηση με σοβαρό νομικό, οικονομικό και πολιτικό βάρος προχώρησαν το Ινστιτούτο Καταναλωτών και Εμπορικοί Σύλλογοι της χώρας, καταθέτοντας προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τις πρακτικές τραπεζών, funds, servicers, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και επενδυτικών σχημάτων. Στο επίκεντρο τίθεται το καθεστώς αδιαφάνειας που έχει διαμορφωθεί γύρω από τις μεταβιβάσεις δανείων, τους πλειστηριασμούς και τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας χιλιάδων πολιτών.

Ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ, Γιώργος Λεχουρίτης, περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο οι δανειολήπτες παραμένουν ουσιαστικά στο σκοτάδι. Δεν γνωρίζουν σε ποια τιμή αγοράστηκε το δάνειό τους από fund, δεν έχουν λόγο στη μεταβίβασή του και συχνά βρίσκονται απέναντι σε εταιρικά σχήματα που λειτουργούν με σύνθετες, δυσδιάκριτες και στενά διασυνδεδεμένες δομές.

Η παρέμβαση του ΙΝΚΑ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη ενίσχυσης της εποπτείας στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα έχει τεθεί και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα ζητά σαφέστερη εποπτεία και μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία των εταιρειών που διαχειρίζονται απαιτήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε περιορισμένο.

Ο κ. Λεχουρίτης θέτει ευθέως ζήτημα δομικής σύγκρουσης συμφερόντων. Όπως επισημαίνει, οι servicers, τα funds και οι εταιρείες real estate λειτουργούν μέσα στο ίδιο πλέγμα συμφερόντων με τις τράπεζες. Η διατύπωσή του είναι απολύτως ενδεικτική του μεγέθους της καταγγελίας: οι εμπλεκόμενοι, όπως αναφέρει, επιχειρούν να συγκαλύπτουν μη διαφανείς λειτουργίες, γεγονός που καθιστά αναγκαία την πλήρη εφαρμογή του νόμου και την ουσιαστική θεσμική παρέμβαση.

Τα δάνεια αλλάζουν χέρια, οι πολίτες μένουν στο σκοτάδι

Το βασικό ερώτημα αφορά τη μεταβίβαση των δανείων. Όταν ένα fund αγοράζει από τράπεζα μια δανειακή σύμβαση, ο δανειολήπτης συνήθως δεν ενημερώνεται για το τίμημα της μεταβίβασης. Δεν γνωρίζει δηλαδή πόσο αποτιμήθηκε η οφειλή του, με ποιο οικονομικό όφελος αγοράστηκε από το fund και ποια είναι η πραγματική βάση πάνω στην οποία στη συνέχεια διεκδικείται η αποπληρωμή.

Το ΙΝΚΑ θεωρεί ότι αυτή η πληροφορία δεν μπορεί να αποκρύπτεται από τον πολίτη, ειδικά όταν η μεταβίβαση πραγματοποιείται χωρίς τη δική του συναίνεση. Η άγνοια αυτή δημιουργεί συνθήκες ανισορροπίας, καθώς ο οφειλέτης βρίσκεται απέναντι σε έναν νέο διαχειριστή της απαίτησης χωρίς να γνωρίζει την πραγματική οικονομική διαδρομή του χρέους του.

Ακόμη σοβαρότερα ερωτήματα τίθενται για τους πλειστηριασμούς. Σύμφωνα με τις καταγγελίες του ΙΝΚΑ, ακίνητα πολιτών εκποιούνται μέσα από διαδικασίες που χαρακτηρίζονται αδιαφανείς, ενώ εμφανίζονται εταιρείες real estate που συνδέονται με servicers να συμμετέχουν στους πλειστηριασμούς και να αποκτούν τα ίδια ακίνητα.

Η εικόνα αυτή, όπως την περιγράφει ο κ. Λεχουρίτης, παραπέμπει σε έναν κλειστό κύκλο συμφερόντων όπου οι ίδιοι μηχανισμοί διαχειρίζονται το δάνειο, κινούν τη διαδικασία εκποίησης και τελικά εμφανίζονται να αποκτούν το ακίνητο. Με άλλα λόγια, η περιουσία του πολίτη περνά από χέρι σε χέρι μέσα σε ένα σύστημα που δεν διασφαλίζει επαρκή διαφάνεια, λογοδοσία και προστασία του αδύναμου μέρους.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η καταγγελία ότι τράπεζες έχουν εκχωρήσει ακόμη και «πράσινα δάνεια», δηλαδή δάνεια που αποπληρώνονται κανονικά. Το στοιχείο αυτό διευρύνει τη συζήτηση πέρα από τα κόκκινα δάνεια και θέτει ζήτημα συνολικής λειτουργίας της αγοράς απαιτήσεων.

Ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ καταγγέλλει επίσης ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει ανταποκριθεί στα ερωτήματα του φορέα, ώστε να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει και να ελέγξει ουσιαστικά το καθεστώς λειτουργίας των τραπεζών. Η στάση αυτή ενισχύει την αίσθηση θεσμικού κενού, τη στιγμή που οι πολίτες βλέπουν περιουσίες να δεσμεύονται, να εκποιούνται ή να παραμένουν εγκλωβισμένες σε ένα σύστημα χωρίς σαφείς κανόνες.

Η στεγαστική κρίση και τα 200.000 ακίνητα

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους δανειολήπτες. Επεκτείνεται στην ίδια τη στεγαστική αγορά και στη δυνατότητα των πολιτών να βρουν κατοικία σε προσιτή τιμή. Σύμφωνα με τον κ. Λεχουρίτη, περίπου 200.000 σπίτια έχουν περάσει σε τράπεζες, servicers, funds και εταιρείες real estate.

Όταν ένας τόσο μεγάλος αριθμός ακινήτων δεν επιστρέφει ουσιαστικά στην αγορά για ενοικίαση ή πώληση, η στεγαστική κρίση διογκώνεται. Η συγκράτηση ακινήτων από εταιρικά χαρτοφυλάκια περιορίζει τη διαθεσιμότητα κατοικιών, ενισχύει την πίεση στις τιμές και επιβαρύνει νοικοκυριά που ήδη αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος στέγασης.

Η ρίζα του προβλήματος, σύμφωνα με το ΙΝΚΑ, βρίσκεται στους μετοχικούς και επιχειρηματικούς δεσμούς ανάμεσα στις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης ιδιωτικού χρέους. Ο κ. Λεχουρίτης αναφέρει χαρακτηριστικά εταιρείες όπως η Intrum, η Cepal και η doValue, σημειώνοντας ότι πίσω από τις διαχειρίστριες βρίσκονται τραπεζικά συμφέροντα που συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Κατά την ίδια προσέγγιση, πίσω από τα δάνεια ύψους περίπου 90 δισ. ευρώ που μεταβιβάστηκαν σε funds βρίσκονται οι ίδιοι τραπεζικοί μηχανισμοί. Αυτός ο κλειστός κύκλος, όπως υποστηρίζει το ΙΝΚΑ, εξηγεί γιατί το πρόβλημα των κόκκινων δανείων δεν επιλύεται ουσιαστικά, αλλά ανακυκλώνεται μέσα σε νέες εταιρικές μορφές και νέα σχήματα διαχείρισης.

Η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Διαφάνειας αποτυπώνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στους εγχώριους μηχανισμούς ελέγχου. Το ΙΝΚΑ και οι εμπορικοί φορείς επιχειρούν να μεταφέρουν το ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητώντας απαντήσεις για πρακτικές που, όπως καταγγέλλουν, δεν μπορούν να συνεχίσουν να συγκαλύπτονται.

Το διακύβευμα είναι πλέον σαφές. Η διαχείριση των δανείων και των ακινήτων δεν μπορεί να παραμένει υπόθεση κλειστών εταιρικών κυκλωμάτων, χωρίς πλήρη ενημέρωση των πολιτών, χωρίς διαφάνεια στις μεταβιβάσεις, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο των πλειστηριασμών και χωρίς θεσμική προστασία των δανειοληπτών.

Η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής δικαιοσύνης. Δεν αφορά μόνο τα κόκκινα δάνεια. Αφορά την κατοικία, την περιουσία, την κοινωνική συνοχή και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος σε μια χώρα όπου οι πολίτες πλήρωσαν ακριβά τη διάσωση των τραπεζών και σήμερα βλέπουν την ιδιωτική τους περιουσία να περνά μέσα από αδιαφανείς μηχανισμούς εκποίησης και διαχείρισης.