29 Οκτωβρίου 2026

Ισραήλ–Τουρκία: Οι στρατηγικές διαφορές παραμένουν και πέρα από τον Νετανιάχου

Το εκλογικό αδιέξοδο στο Ισραήλ διατηρεί αβέβαιο το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου και επαναφέρει τη συζήτηση για τις σχέσεις με την Τουρκία. Μια διαφορετική κυβέρνηση θα μπορούσε να διευκολύνει την αποκλιμάκωση, με τις στρατηγικές διαφωνίες των δύο χωρών να παραμένουν ουσιαστικό εμπόδιο στην εξομάλυνση.

Οι τοποθετήσεις της ισραηλινής αντιπολίτευσης και πρόσφατη μελέτη του τουρκικού Ιδρύματος Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής, TEPAV, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η αντιπαράθεση υπερβαίνει την προσωπική σχέση Νετανιάχου–Ερντογάν. Η Συρία, η Γάζα και οι περιφερειακές συνεργασίες διαμορφώνουν ένα ευρύτερο πλέγμα ανταγωνισμών.

Το στρατόπεδο Νετανιάχου αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές, χωρίς να συγκεντρώσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακολουθεί το αντίπαλο μπλοκ, με κεντρικό πρόσωπο τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ. Η παρουσία των αραβικών κομμάτων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η απροθυμία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων να συνεργαστούν με Άραβες βουλευτές δυσχεραίνει τη συγκρότηση πλειοψηφίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραμονή του Νετανιάχου ως υπηρεσιακού πρωθυπουργού ενδέχεται να παραταθεί για αρκετές εβδομάδες.

Η Τουρκία στην ισραηλινή στρατηγική και η σύγκρουση συμφερόντων στη Συρία

Στη μελέτη που δημοσίευσε στις 25 Οκτωβρίου, το TEPAV υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση της Τουρκίας ως πιθανής στρατιωτικής απειλής τείνει να ενσωματωθεί ευρύτερα στην ισραηλινή στρατηγική αντίληψη.

Οι ερευνητές Μπατουχάν Κιουπελί, Χατιτζέ Βαρόλ Νταγντελέν και Εκίν Νταγλί παραπέμπουν στην ισραηλινή Επιτροπή Νάγκελ. Όπως αναφέρουν, ήδη από τον Ιανουάριο του 2025 η επιτροπή είχε επισημάνει την ανάγκη προετοιμασίας για ενδεχόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία.

Η σχετική επιχειρηματολογία εμφανίζεται και εκτός του άμεσου πολιτικού περιβάλλοντος Νετανιάχου. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ χαρακτήρισε την Τουρκία «νέο Ιράν». Τον Αύγουστο, το Λικούντ ενέταξε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε προεκλογική αφίσα μαζί με ηγέτες του Ιράν και της Χεζμπολάχ.

Κατά τους συντάκτες της μελέτης, οι βασικές αντιπολιτευτικές δυνάμεις στο Ισραήλ συμμερίζονται σε σημαντικό βαθμό την ανησυχία για τον τουρκικό ρόλο. Οι διαφοροποιήσεις τους αφορούν κυρίως την ένταση της αντίδρασης και τα μέσα διαχείρισης του ανταγωνισμού.

Η Συρία αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, η διεύρυνση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας αντιμετωπίζεται από το Ισραήλ ως παράγοντας που μπορεί να περιορίσει την επιχειρησιακή του ελευθερία.

Ο Άιζενκοτ έχει συσχετίσει την προοπτική συνολικής συμφωνίας ασφαλείας μεταξύ Ισραήλ και Συρίας με την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων. Η θέση αυτή δείχνει ότι μια κυβερνητική αλλαγή δεν συνεπάγεται αποδοχή των στρατιωτικών επιδιώξεων της Άγκυρας.

Ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην υπουργός Εξωτερικών Γιαΐρ Λαπίντ υποστήριξε το ισραηλινό πλήγμα σε συριακό στρατιωτικό αεροδρόμιο που συνδεόταν με σχέδια εγκατάστασης τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ μηχανισμών αποτροπής μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης.

Διαφορετική στάση κράτησε ο επικεφαλής των Δημοκρατών, Γιαΐρ Γκολάν, ο οποίος επέκρινε την επίθεση και προειδοποίησε για επιπτώσεις στις σχέσεις με την Τουρκία και τις ΗΠΑ. Οι αποκλίσεις αυτές αφήνουν περιθώριο αλλαγής τακτικής από μια νέα κυβέρνηση, μέσα σε ένα πλαίσιο διαρκούς στρατηγικής επιφύλαξης.

Οι δεσμοί με Ελλάδα και Κύπρο, η Γάζα και η αμερικανική παρέμβαση

Η συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία έχει ενισχυθεί από διαφορετικές κυβερνήσεις, αποκτώντας αμυντικό και ενεργειακό περιεχόμενο. Η εξέλιξή της υποδηλώνει συνέχεια που υπερβαίνει την πρωθυπουργική θητεία Νετανιάχου.

Ενδεικτική είναι η προηγούμενη διαδικασία επαναπροσέγγισης Ισραήλ–Τουρκίας. Ξεκίνησε επί κυβέρνησης Μπένετ–Λαπίντ και κατέληξε τον Αύγουστο του 2022 στην πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων, όταν πρωθυπουργός ήταν πλέον ο Λαπίντ. Η συνεργασία με την Αθήνα και τη Λευκωσία συνεχίστηκε παράλληλα.

Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2022, ο Λαπίντ είχε διαβεβαιώσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι η προσέγγιση με την Τουρκία θα διαφύλασσε τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις. Αντίστοιχα, ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν είχε ζητήσει ήδη από το 2016, στη συζήτηση προηγούμενης συμφωνίας εξομάλυνσης, να συνυπολογιστούν οι σχέσεις με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Στο περιφερειακό αυτό πλαίσιο προστίθεται η πρόσφατη επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων. Στις 21 Οκτωβρίου, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι προσβάλλει κυριαρχικά δικαιώματα στενών συμμάχων του Ισραήλ.

Σοβαρή εκκρεμότητα στις σχέσεις Άγκυρας–Ισραήλ παραμένει και το μέλλον της Γάζας. Η τουρκική επιδίωξη συμμετοχής στις μεταπολεμικές διευθετήσεις συναντά αντιστάσεις και στις τάξεις της ισραηλινής αντιπολίτευσης.

Ο Μπένετ έχει υποστηρίξει τον αποκλεισμό της τουρκικής και της καταριανής επιρροής από το μεταπολεμικό καθεστώς της περιοχής, προκρίνοντας συνεργασία με την Αίγυπτο. Ο Άιζενκοτ έχει επίσης χαρακτηρίσει σοβαρό σφάλμα τη συμμετοχή Τουρκίας και Κατάρ.

Η δική του πρόταση προβλέπει διεθνές σχήμα με ουσιαστικό αιγυπτιακό ρόλο, καθώς και εκπαίδευση χιλιάδων Παλαιστινίων στην Αίγυπτο, προκειμένου να αναλάβουν αρμοδιότητες ασφαλείας στη Λωρίδα της Γάζας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφέρον να αποτρέψουν στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο σημαντικούς περιφερειακούς εταίρους τους. Επαφές για την αποφυγή επεισοδίων στη Συρία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, ακόμη και υπό την κυβέρνηση Νετανιάχου.

Η μελέτη του TEPAV προειδοποιεί, ωστόσο, ότι μια παρατεταμένη αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο επεισοδίου εξαιτίας λανθασμένης εκτίμησης. Η προοπτική αποκλιμάκωσης εξαρτάται επομένως από τη διαχείριση συγκεκριμένων στρατηγικών διαφορών, τη λειτουργία διαύλων επικοινωνίας και την αποτροπή στρατιωτικών τετελεσμένων.