Καραμανλής και Σαμαράς μαζί στην Καλαμάτα: Μήνυμα σύμπλευσης με ευρύτερες πολιτικές προεκτάσεις
Η κοινή παρουσία του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά στην Καλαμάτα την προσεχή Κυριακή και Δευτέρα εκπέμπει σαφές σήμα πολιτικής σύμπλευσης των δύο πρώην πρωθυπουργών και προέδρων της Νέας Δημοκρατίας, σε μια συγκυρία με έντονη ενδοπαραταξιακή και ευρύτερη πολιτική φόρτιση.
Η εμφάνιση του Κώστα Καραμανλή στο κατεξοχήν πολιτικό προπύργιο του Αντώνη Σαμαρά έχει ήδη αναχθεί σε γεγονός με ιδιαίτερη βαρύτητα. Αφορμή αποτέλεσε η πρόσκληση προς τον πρώην πρωθυπουργό να παραστεί στον εορτασμό της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, κατόπιν πρόσκλησης του Μητροπολίτη, καθώς και η ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη Καλαμάτας, με πρωτοβουλία του δημάρχου της πόλης. Και στις δύο κινήσεις, σύμφωνα με παρασκηνιακές πληροφορίες, υπήρξε ουσιαστική συμβολή του Αντώνη Σαμαρά.
Πέρα από το περιεχόμενο των δηλώσεων και τις δημόσιες τοποθετήσεις που αναμένεται να πραγματοποιήσουν οι δύο πρώην πρωθυπουργοί, η κοινή τους παρουσία φέρει έντονο συμβολισμό. Παραπέμπει σε σύγκλιση αντιλήψεων και, ενδεχομένως, σε προοπτική συμπόρευσης, σε μια περίοδο όπου παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο ο Αντώνης Σαμαράς να προχωρήσει στην ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αποτυπώνει θετική στάση και διάθεση από πλευράς Κώστα Καραμανλή.
Η εκδήλωση αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς θεωρείται βέβαιο ότι θα παρευρεθούν βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, καθώς και πλήθος νυν και πρώην στελεχών του κόμματος, τα οποία εκφράζουν ανοιχτά τη διαφωνία τους με τη σημερινή πορεία της παράταξης. Ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει απομακρυνθεί από τις ιδρυτικές της αρχές και έχει μετασχηματιστεί σε ένα προσωποκεντρικό, «μητσοτακικό» κόμμα, ξένο προς τον χαρακτήρα που είχε την περίοδο κατά την οποία οι ίδιοι ηγήθηκαν της παράταξης και της κυβέρνησης. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει διατυπώσει αυτή τη θέση χωρίς περιστροφές, δηλώνοντας ότι «αυτή δεν είναι κυβέρνηση της ΝΔ, είναι κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη».
Η χρονική συγκυρία προσδίδει επιπλέον πολιτικό βάθος, καθώς επίκειται το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας και η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί έχουν επανειλημμένως ασκήσει δημόσια κριτική στον πρωθυπουργό για τη στρατηγική που ακολουθεί στα εθνικά ζητήματα και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε εξαρχής διατυπώσει τη θέση ότι «δεν συζητάς με πειρατές», ενώ ο Κώστας Καραμανλής, έχοντας αποδοκιμάσει την πολιτική υποχωρήσεων που, όπως έχει τονίσει, οδηγεί σταδιακά στη φινλανδοποίηση της Ελλάδας, έχει υποστηρίξει την ανάγκη μιας συνολικά διαφορετικής προσέγγισης απέναντι στην Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν, ιδίως υπό το πρίσμα της αλλαγής παραδείγματος που συνεπάγεται η ηγεσία Τραμπ.
Ιδιαίτερα αιχμηρή υπήρξε η κριτική του Κώστα Καραμανλή και στο πεδίο των δημοκρατικών θεσμών, με προειδοποιήσεις ότι η θεσμική κρίση εξελίσσεται σε πολιτική κρίση, η οποία, με τα ελληνικά δεδομένα, ενδέχεται να προσλάβει χαρακτηριστικά εθνικής κρίσης. Η πρώτη του σκληρή δημόσια τοποθέτηση απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη συνδέθηκε με την υπόθεση των υποκλοπών, γεγονός που τον οδήγησε, σε δεύτερο χρόνο, στην αποχώρησή του από τον κοινοβουλευτικό βίο. Παράλληλα, έχει ασκήσει εκτενή κριτική και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προειδοποιώντας για τις συνέπειες της απομάκρυνσής της από τον δημοκρατικό και κοινωνικό της χαρακτήρα, σε συνδυασμό με την έλλειψη ηγεσίας.
Από την πλευρά του, ο Αντώνης Σαμαράς έχει καταστήσει σαφές ότι απορρίπτει πλέον το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, επεκτείνοντας την κριτική του πέρα από τα εθνικά ζητήματα και τους θεσμούς, και στον τομέα της οικονομίας. Έχει θέσει στο επίκεντρο την ανάγκη αλλαγής του μοντέλου ενεργειακής πολιτικής, καθώς και την αναθεώρηση της δημοσιονομικής στρατηγικής που βασίζεται στη διαρκή επιβάρυνση μέσω υψηλών έμμεσων φόρων.
Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν και πότε ο Αντώνης Σαμαράς θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα, αυτό της ίδρυσης νέου κόμματος, και ποια θα είναι η στάση του Κώστα Καραμανλή απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, σε σχέση με το κόμμα που ίδρυσε ο θείος του και στο οποίο ο ίδιος διετέλεσε ο μακροβιότερος πρόεδρος από το 1997 έως το 2009. Σύμφωνα με πληροφορίες από το περιβάλλον του Αντώνη Σαμαρά, ο πρώην πρωθυπουργός φέρεται να έχει λάβει την απόφαση να κινηθεί με προσεκτικά βήματα προς τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα, με στόχο τη συνολική επανατοποθέτηση της δεξιάς παράταξης και της χώρας.
Το εγχείρημα, ωστόσο, κάθε άλλο παρά απλό θεωρείται. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση είναι μεν δεδομένη, το εκλογικό σώμα όμως εμφανίζεται κατακερματισμένο, απογοητευμένο και οργισμένο, σε έναν βαθμό και αποπροσανατολισμένο. Παράλληλα, στο πολιτικό σκηνικό καταγράφονται και οι κινήσεις της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα, οι οποίες, εκ των πραγμάτων, επιδιώκουν να εκφράσουν τη διευρυμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, αναδιατάσσοντας τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον τίθεται το ερώτημα για τις προοπτικές ενός κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρώην πρωθυπουργός απευθύνεται σε μια ευρεία δεξαμενή ψηφοφόρων: σε εκείνους που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία έως και το 2023, ποσοστό που έφτασε το 41%, και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν, οδηγώντας το κόμμα στο 28,3% στις ευρωεκλογές και ακόμη χαμηλότερα στις δημοσκοπήσεις, όπου καταγράφονται ποσοστά της τάξης του 21% έως 23%. Επιπλέον, απευθύνεται και σε ψηφοφόρους που παραμένουν στη Νέα Δημοκρατία κυρίως για συναισθηματικούς λόγους, έστω και αν αποτελούν μικρότερο τμήμα.
Συνολικά, ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει διέξοδο για σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων που σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι και, σε απόλυτους αριθμούς, υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι το σύνολο αυτών των ψηφοφόρων που προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία θα κατευθυνθεί αυτομάτως σε έναν νέο πολιτικό σχηματισμό. Συνιστά, ωστόσο, μια κρίσιμη δεξαμενή που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να τον καταστήσει παράγοντα εξελίξεων για την επόμενη ημέρα της εξουσίας. Σε αυτό το ακροατήριο φαίνεται να απευθύνεται πλέον και η Μαρία Καρυστιανού, με τις παρεμβάσεις της σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις και τα εθνικά, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στους πολιτικούς υπολογισμούς του πρώην πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό της κοινής γνώμης θεωρεί την Καρυστιανού πολιτικά «ανώριμη», ιδίως για ρόλο πρωθυπουργού, η ενδεχόμενη ενεργοποίηση του Αντώνη Σαμαρά αποδυναμώνει το βασικό επιχείρημα της κυβερνητικής ρητορικής, σύμφωνα με το οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποτελεί τη μοναδική προσωπικότητα με χαρακτηριστικά πρωθυπουργού και εγγυητή της πολιτικής σταθερότητας, όπως αντίστοιχα και ο Αλέξης Τσίπρας από την άλλη πλευρά. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο ρόλος του Κώστα Καραμανλή, εφόσον επιλέξει να εμπλακεί πιο ενεργά, όπως αναφέρουν ορισμένα σενάρια.
Ακόμη και αυτή η ανάγνωση, ωστόσο, παραμένει στατική. Τα δεδομένα αναμένεται να μεταβληθούν όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι προχωρήσουν σε συγκεκριμένες κινήσεις και κατέβουν στο πολιτικό πεδίο. Υπενθυμίζεται ότι ο Αντώνης Σαμαράς, όταν έθεσε υποψηφιότητα για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, θεωρούνταν χωρίς πιθανότητες, με την πολιτική δράση να ανατρέπει τελικά τα δεδομένα. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον κάποια από τις υπό διαμόρφωση πρωτοβουλίες θα καταφέρει να δημιουργήσει δυναμική αλλαγής και αντίστοιχο κοινωνικό ρεύμα, στοιχείο που παραμένει ζητούμενο και όχι δεδομένο.
Μια επιπλέον παράμετρος που θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξελίξεις είναι το ενδεχόμενο αποχώρησης του Κυριάκου Μητσοτάκη πριν από τις εκλογές. Σε μια τέτοια περίπτωση θα διαμορφωνόταν η προοπτική διατήρησης της Νέας Δημοκρατίας ως βασικού φορέα της δεξιάς παράταξης. Από το περιβάλλον του Αντώνη Σαμαρά επισημαίνεται, ωστόσο, ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στο πρόσωπο του Μητσοτάκη, αλλά αφορά συνολικά τον «μητσοτακισμό», ο οποίος, όπως υποστηρίζουν, έχει διαβρώσει κόμμα και κυβέρνηση μέσω προσώπων, μηχανισμών, εκτεταμένης διαφθοράς και μιας αντίληψης άσκησης εξουσίας χωρίς όρους και όρια.
Σε αυτό το πλαίσιο επαναπροσδιορίζεται και ο ρόλος του Κώστα Καραμανλή. Η κοινή τους εμφάνιση στην Καλαμάτα εκπέμπει ισχυρό συμβολισμό συμφωνίας και πιθανής συμπόρευσης με τον Αντώνη Σαμαρά. Το ερώτημα είναι εάν, πριν από τις εκλογές και εφόσον έχει ιδρυθεί νέος πολιτικός φορέας, θα λάβει σαφή θέση υπέρ του, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται αποχώρηση από τη Νέα Δημοκρατία. Το ερώτημα αυτό αποκτά διαφορετική διάσταση σε περίπτωση αποχώρησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μια τέτοια εξέλιξη, πάντως, δεν διαφαίνεται επί του παρόντος. Παρότι μια αλλαγή ηγεσίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως λύτρωση για το κόμμα και να απελευθερώσει διαδικασίες στο πολιτικό σύστημα συνολικά, τα ανοιχτά μέτωπα που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός και τα οποία εκτιμάται ότι θα τον ακολουθούν, καθιστούν την αποχώρησή του εξαιρετικά δύσκολη. Εγγυήσεις δεν φαίνεται να μπορεί να του προσφέρει κανείς, κάτι που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο ίδιος γνωρίζει.
Πιο Δημοφιλή
Κλιματικός πολλαπλασιαστής ζημιών και απωλειών
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη