Ε.Ε.: Σχέδιο για ομοσπονδιακό υπερκράτος με περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας

Σχέδιο βαθύτερης θεσμικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κατεύθυνση τη δημιουργία ενός ισχυρότερου ομοσπονδιακού σχήματος και με σαφή περιορισμό των εθνικών περιθωρίων άσκησης πολιτικής, φέρεται να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών διεργασιών.

Σύμφωνα με σοβαρή πληροφορία που μεταδίδεται από το Παρίσι, οι επικεφαλής των τριών βασικών ευρωπαϊκών θεσμών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης, φέρονται να ενέκριναν διακριτικά στην Κύπρο, κατά την πρόσφατη άτυπη σύνοδο κορυφής, ένα σχέδιο επιτάχυνσης της πορείας προς ένα ευρωπαϊκό υπερκράτος.

Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται με την επιδίωξη περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, στο όνομα μιας ισχυρότερης και οικονομικά αποτελεσματικότερης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την πληροφορία ενισχύουν οι δηλώσεις του εκτελεστικού αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ευημερία και τη Βιομηχανική Στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ, σε συνέντευξή του στο Euractiv.

Ο Σεζουρνέ υποστήριξε ότι το σχέδιο αποσκοπεί στο να πειστούν οι απρόθυμες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εγκαταλείψουν εθνικές «κόκκινες γραμμές» έναντι των Βρυξελλών, με αντάλλαγμα την ενίσχυση της συνολικής οικονομικής ισχύος της Ένωσης. Όπως ανέφερε, έχει φτάσει η στιγμή να αναγνωριστεί ότι όλα τα μεγάλα ζητήματα συνδέονται μεταξύ τους και ότι τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να επιλέγουν αποσπασματικά μόνο τις πολιτικές που τα εξυπηρετούν σε κάθε επιμέρους πεδίο.

Το σχέδιο «Μια Ευρώπη, μια αγορά»

Κεντρικός στόχος, κατά τον Ευρωπαίο επίτροπο, είναι να συγκεντρωθούν κρίσιμες πολιτικές και νομοθετικές παρεμβάσεις σε μια ενιαία διακρατική συμφωνία, ώστε να υπάρχει συνολική εικόνα και ενιαία κατεύθυνση. Αυτό σημαίνει ότι διαφορετικές νομοθεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ενταχθούν σε κοινό πλαίσιο.

Το σχέδιο αυτό συνδέεται με την πρωτοβουλία «Μια Ευρώπη, μια αγορά», η οποία περιγράφει χρονοδιάγραμμα επίτευξης πολιτικών συμφωνιών σε περισσότερες από 40 ευρωπαϊκές νομοθεσίες έως το τέλος του 2027. Η διατύπωση παραπέμπει σε ενιαία αγορά με πολύ πιο ισχυρό κεντρικό συντονισμό και με μικρότερα περιθώρια διαφοροποίησης για τα κράτη-μέλη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται πλέον να αξιοποιεί τις διαδοχικές κρίσεις ως επιχείρημα για περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας. Η ενεργειακή κρίση, οι δημοσιονομικές πιέσεις, το μεταναστευτικό, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή παρουσιάζονται ως αποδείξεις ότι απαιτείται περισσότερη κεντρική παρέμβαση.

Αντί οι κρίσεις να αντιμετωπίζονται στη ρίζα τους, λειτουργούν ως πολιτικό εργαλείο για την ενίσχυση των υπερεθνικών μηχανισμών. Για τον Σεζουρνέ και όσους συμμερίζονται αυτή τη γραμμή, μόνο μια ισχυρότερη Ένωση μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι χώρες με πιο παραδοσιακές, εθνικά προσανατολισμένες ή πατριωτικές θέσεις καλούνται να περιορίσουν τις εθνικές τους διεκδικήσεις και να ευθυγραμμιστούν με μια ενιαία στρατηγική υπό τον έλεγχο των Βρυξελλών.

Η Ένωση Κεφαλαιαγορών και οι αποταμιεύσεις των πολιτών

Μία από τις βασικές πτυχές του σχεδίου είναι η προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Πρόκειται για διαδικασία που οδηγεί σε μεταφορά επιπλέον αρμοδιοτήτων εποπτείας και ρύθμισης προς ευρωπαϊκούς φορείς, με επίσημο στόχο την καλύτερη κινητοποίηση των αποταμιεύσεων των Ευρωπαίων πολιτών.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση υποστηρίζεται έντονα από χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Πολωνία. Σε απλή διατύπωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει ευκολότερη πρόσβαση στα αποταμιευτικά κεφάλαια των πολιτών, ώστε να χρηματοδοτεί κοινές πολιτικές χωρίς να εξαρτάται πλήρως από εθνικές αποφάσεις.

Ωστόσο, χώρες όπως το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία εκφράζουν ισχυρές αντιρρήσεις, καθώς αντιλαμβάνονται ότι οι ευρωπαϊκές αρχές περιορίζουν το πεδίο των εθνικών πολιτικών επιλογών. Η Ευρώπη μετακινείται μεθοδικά από μια ένωση κυρίαρχων κρατών προς μια οντότητα που θα μπορεί να δανείζεται συλλογικά, να εποπτεύει κεντρικά και να κατευθύνει πόρους σε υπερεθνικό επίπεδο.

Ο Σεζουρνέ έστειλε σαφές μήνυμα προς τους διαφωνούντες, υποστηρίζοντας ότι ένα κράτος δεν μπορεί να στηρίζει εμπορικές συμφωνίες και πολιτικές διοικητικής απλούστευσης, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει φιλοευρωπαϊκές πολιτικές που αποβλέπουν στην ενοποίηση της ενιαίας αγοράς. Η λογική αυτή δείχνει τη νέα ευρωπαϊκή πίεση προς όσους επιχειρούν να διατηρήσουν εθνικά όρια στον σχεδιασμό πολιτικής.

Άτυπες συνεννοήσεις και αδύναμη δημοκρατική νομιμοποίηση

Οι αρχικοί εμπνευστές της ευρωπαϊκής ιδέας μιλούσαν για συνεργασία ανάμεσα σε κυρίαρχα κράτη. Η σημερινή πορεία, όμως, δείχνει να κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση, όπου η εθνική κυριαρχία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα των Βρυξελλών.

Το πρόβλημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης παραμένει σοβαρό. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διαθέτει ουσιαστική νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται συχνά μέσα από άτυπες συνεννοήσεις, διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες και συμφωνίες που οι λαοί καλούνται εκ των υστέρων να αποδεχθούν.

Ο ρόλος των πολιτών περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επικύρωση αποφάσεων που έχουν ήδη σχεδιαστεί από θεσμικά και τεχνοκρατικά κέντρα. Αυτή η πορεία δεν φέρνει την Ευρώπη πιο κοντά στους πολίτες της. Τη μετατρέπει σε έναν όλο και πιο συγκεντρωτικό μηχανισμό, ο οποίος απαιτεί αυξημένη συμμόρφωση για να λειτουργήσει.

Αντί για μια ήπειρο ισχυρών και αυτόνομων κρατών που συνεργάζονται ελεύθερα, διαμορφώνεται ένας γραφειοκρατικός υπερμηχανισμός με αυξανόμενες εξουσίες και μειωμένη ανοχή απέναντι στις εθνικές διαφοροποιήσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη πιο κεντρικά ελεγχόμενη, πιο σκληρή απέναντι στις αντιρρήσεις και λιγότερο δημοκρατική στη λειτουργία της.

Η συνάντηση στην Κύπρο φαίνεται να αποτελεί ακόμη ένα βήμα σε αυτή την πορεία. Αν η διαδικασία συνεχιστεί χωρίς ουσιαστική αντίσταση, τα κράτη-μέλη, ιδίως τα μικρότερα όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, κινδυνεύουν να περιοριστούν σε ρόλο περισσότερο διακοσμητικό παρά ουσιαστικό.

Οι κυβερνήσεις και οι πολίτες που εξακολουθούν να υπερασπίζονται την εθνική κυριαρχία καλούνται να θέσουν καθαρά όρια πριν η διαδικασία καταστεί μη αναστρέψιμη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη. Αφορά το είδος της Ευρώπης που διαμορφώνεται: μια συνεργασία ελεύθερων εθνών ή ένα υπερκράτος που λαμβάνει αποφάσεις πάνω από τις κυβερνήσεις και τους πολίτες τους.