Είναι να τρελαίνεται κανείς με την επιλεκτική ευαισθησία γύρω από φαινόμενα κατασκοπείας στη χώρα μας. Τα συστημικά ΜΜΕ έχουν κατακλυστεί από ειδήσεις για τον 50χρονο Έλληνα σμήναρχο που συνελήφθη και φέρεται να λειτουργούσε ως κατάσκοπος για λογαριασμό της Κίνας. Σύμφωνα με τις τρέχουσες πληροφορίες, ο 50χρονος σκόπευε να διοχετεύσει κρίσιμα δεδομένα για το ΝΑΤΟ και την αρχιτεκτονική της εθνικής ασφάλειας στα αφεντικά του.
Η υπόθεση τυγχάνει πρωτοφανούς δημοσιότητας. Από τις πρώτες ώρες κυκλοφορίας της είδησης, έγιναν γνωστά όλα: οι πληροφορίες που υπέκλεπτε, τα ταξίδια του στην Κίνα, ποιος τον στρατολόγησε, πότε σκόπευε να στείλει τα δεδομένα. Παρατηρώντας αυτή την ασυνήθιστη τάξη σε μια χώρα όπου συχνά κυριαρχεί η αταξία και η αποσιώπηση, εύλογα στρέφεται ο νους στον αμερικανικό παράγοντα και στη γεωπολιτική σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας. Το λιμάνι του Πειραιά, που κατά πλειοψηφία ανήκει στην COSCO, αποτελεί εδώ σημείο αιχμής.
Η Αμερικανίδα πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με την άφιξή της στην Ελλάδα, έκανε σαφές ότι ένας από τους βασικούς στόχους της είναι η αντιπαράθεση με τον κινεζικό παράγοντα. Υπενθύμισε την απόφαση Καραμανλή το 2008 να παραχωρηθεί το 67% του λιμανιού του Πειραιά στην COSCO, κριτική που φαίνεται ότι συνδέεται με τη σημερινή ατζέντα. Η υπερπροβολή της υπόθεσης του 50χρονου σμήναρχου δημιουργεί κλίμα δυσπιστίας απέναντι στην κινεζική επιχειρηματικότητα, επηρεάζοντας την εικόνα της χώρας σε διεθνές επίπεδο.
Παράλληλα, η ελληνική επικαιρότητα δείχνει ότι οι εθνικές απειλές γνωστοποιούνται επιλεκτικά. Ένα πρόσφατο περιστατικό που δεν έτυχε ανάλογης προβολής συνέβη τον Ιανουάριο, όταν συνελήφθησαν δύο Κινέζοι για την υποκλοπή δεδομένων μέσω ειδικού εξοπλισμού εγκατεστημένου σε αυτοκίνητο. Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να υποκλέψουν προσωπικά δεδομένα και τραπεζικές πληροφορίες από πολίτες.
Η υπόθεση αυτή, παρά τη σοβαρότητά της και την αποκάλυψη κενών ασφαλείας στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, αντιμετωπίστηκε από τα ΜΜΕ ως απλή ψηφιακή απάτη. Δεν εντάχθηκε σε αντι-κινεζική ρητορική, καθώς προφανώς δεν εξυπηρετούσε την εικόνα του ελληνικού κράτους ως απόρθητου ψηφιακού φρουρίου. Δύο Κινέζοι που διέσπασαν το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας με μερικά μηχανήματα δεν ήταν «καλό υλικό» για την αφήγηση περί ασφάλειας δεδομένων.
Αντίθετα, για την τουρκική κατασκοπεία επικρατεί διαφορετική στάση. Τα πολυάριθμα περιστατικά που σχετίζονται με τουρκικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα συχνά καλύπτονται από σιωπή. Οι Τουρκία επιδιώκει εδαφικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και τον Έβρο, αλλά οι σχετικές υποθέσεις περιορίζονται σε σκόρπια και ανεξήγητα δημοσιεύματα, χωρίς να αναδεικνύονται οι εργοδότες και το εύρος της απειλής. Τα δίκτυα που δραστηριοποιούνται επί ελληνικού εδάφους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατα στο κοινό.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη δράση παρασιτικών ΜΚΟ, που εδώ και χρόνια λειτουργούν σαν «τσιμπούρια», απομυζώντας πόρους και πληροφορίες που θα έπρεπε να διασφαλίζουν την εθνική ασφάλεια, εξυπηρετώντας συγκεκριμένες μεταναστευτικές ατζέντες. Η εθνική ασφάλεια γίνεται αντικείμενο διαχείρισης ανάλογα με τα συμφέροντα και όχι με την πραγματική απειλή.
Στην πράξη, η Ελλάδα εμφανίζει κατασκοπεία δύο ταχυτήτων. Οι υποθέσεις που εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα ή ατζέντες αποκτούν άμεση προβολή και δημιουργούν κλίμα πανικού ή δυσπιστίας. Οι υποθέσεις που αφορούν άμεσες εθνικές απειλές ή δίκτυα που στοχεύουν στην κυριαρχία της χώρας παραμένουν αόρατες, με αποτέλεσμα η δημόσια εικόνα να είναι απολύτως παραμορφωμένη.
Αυτή η ανισότητα δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον για την ασφάλεια και την ενημέρωση των πολιτών. Η επικοινωνιακή διαχείριση των υποθέσεων κατασκοπείας δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των κινδύνων, αλλά επιλέγει ποια περιστατικά θα παρουσιαστούν και ποια όχι. Το αποτέλεσμα είναι οι πολίτες να εκτίθενται σε επικίνδυνες ψευδαισθήσεις, ενώ οι πραγματικές απειλές παραμένουν στο σκοτάδι.
Με αυτούς τους όρους, η χώρα δυσκολεύεται να λάβει σοβαρά υπόψη τον εαυτό της απέναντι σε κάθε είδους απειλή. Η υπερπροβολή των κινδύνων που εξυπηρετούν ξένα ή ιδιωτικά συμφέροντα και η υποβάθμιση αυτών που αφορούν άμεσα το έδαφος και τους πολίτες καταδεικνύει μια βαθιά έλλειψη συνοχής στην εθνική στρατηγική ασφαλείας. Η επιλογή των ΜΜΕ και της κρατικής διαχείρισης να «διαλέγουν» ποιοι κίνδυνοι αξίζουν την προσοχή και ποιοι όχι υπονομεύει την αξιοπιστία της ίδιας της χώρας.
Η ελληνική πραγματικότητα δείχνει ότι η κατασκοπεία δεν αντιμετωπίζεται με ίσους όρους. Οι απειλές αξιολογούνται με βάση γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, όχι με βάση την πραγματική προστασία της χώρας και των πολιτών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εθνική ασφάλεια γίνεται εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας και στρατηγικής επιρροής, αφήνοντας εκτεθειμένους τους πολίτες και περιορίζοντας τη δυνατότητα της χώρας να αντιδράσει με σαφήνεια και αποτελεσματικότητα απέναντι σε κάθε απειλή.
Σε τελική ανάλυση, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: οι υπαρκτές απειλές αγνοούνται ή αποσιωπούνται, ενώ οι υποθέσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ατζέντες υπερπροβάλλονται. Η κατασκοπεία δύο ταχυτήτων αποκαλύπτει όχι μόνο τις αδυναμίες στην εθνική ασφάλεια, αλλά και την έλλειψη διαφάνειας και στρατηγικής συνοχής, θέτοντας σε αμφισβήτηση την ικανότητα της χώρας να προστατεύσει τον λαό της από κάθε μορφή απειλής.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κατασκοπεία δύο ταχυτήτων στην Ελλάδα