Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΑΒΒΑΤΙΟΣ

19 Σεπτεμβρίου 2026

Καύσιμα στα ύψη, μέτρα ακόμη στο τραπέζι – Οι διαβεβαιώσεις Βορίδη και τα κενά - «Η Ευρώπη κάτι θα κάνει» – Οι πολίτες πληρώνουν ήδη 2,17 ευρώ το λίτρο

Με νέες διαβεβαιώσεις περί στήριξης των πολιτών επιχειρεί η κυβέρνηση να απαντήσει στην αυξανόμενη πίεση που προκαλούν οι τιμές των καυσίμων και της ενέργειας, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να παρουσιάζει συγκεκριμένο νέο πακέτο παρεμβάσεων. Ο Μάκης Βορίδης, μιλώντας στο ΕΡΤnews, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα «εξαντλήσει τις δυνατότητες» για την προστασία του εισοδήματος, ενώ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει σε μέτρα.

Η κυβερνητική τοποθέτηση αφήνει, ωστόσο, κρίσιμα πρακτικά ζητήματα ανοικτά. Δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένο ύψος παρέμβασης, σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ή προσδιορισμό των πολιτών που θα ενισχυθούν. Ακόμη και η αναφορά του Μάκη Βορίδη ότι είναι βέβαιος πως «η Ευρώπη κάτι θα κάνει» παραπέμπει περισσότερο σε προσδοκία ευρωπαϊκής αντίδρασης παρά σε ήδη διαμορφωμένο σχέδιο αντιμετώπισης της πίεσης που έχει φτάσει στα νοικοκυριά.

Η κατάσταση στην αγορά δεν βρίσκεται πλέον στο επίπεδο μιας θεωρητικής απειλής. Στις 16 Σεπτεμβρίου, οικονομικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ κατέγραφε την αμόλυβδη περίπου στα 2,17 ευρώ το λίτρο, έναντι περίπου 1,75 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Πρόκειται για διαφορά περίπου 42 λεπτών ανά λίτρο, η οποία μεταφράζεται σε άμεση επιβάρυνση για εργαζόμενους, οικογένειες και επαγγελματίες που δεν έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν τις καθημερινές μετακινήσεις τους.

Ο ίδιος ο Μάκης Βορίδης αναγνώρισε ότι σημαντικό μέρος της κατανάλωσης καυσίμων είναι ανελαστικό, επειδή αφορά τη μετάβαση στην εργασία και βασικές οικογενειακές ανάγκες. Αυτή ακριβώς η παραδοχή εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση να περάσει από τις γενικές διαβεβαιώσεις σε συγκεκριμένες αποφάσεις, καθώς για μεγάλο μέρος της κοινωνίας η κατανάλωση καυσίμων δεν αποτελεί επιλογή που μπορεί απλώς να περιοριστεί.

Ο ΕΦΚ παραμένει υψηλός και η κυβέρνηση κρατά ανοιχτό μόνο το «ενδεχόμενο»

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συζήτηση για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα. Ο Μάκης Βορίδης υποστήριξε ότι μια μείωση του φόρου δεν διασφαλίζει αυτομάτως ισόποση πτώση της τιμής στην αντλία. Πρόκειται για επιχείρημα που θέτει ζήτημα αποτελεσματικότητας του μέτρου, χωρίς όμως να αναιρεί το γεγονός ότι η φορολογία αποτελεί σημαντικό τμήμα της τελικής επιβάρυνσης.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνουν ότι ο ΕΦΚ στην αμόλυβδη βενζίνη στην Ελλάδα ανέρχεται στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, όταν ο ελάχιστος ευρωπαϊκός συντελεστής που αναγράφεται στον ίδιο πίνακα είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα. Στο diesel κίνησης ο ελληνικός συντελεστής είναι 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου 330 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το ζήτημα της φορολογίας των καυσίμων αποτελεί υπαρκτό πεδίο πολιτικής επιλογής, με αυτονόητη πάντως δημοσιονομική επίπτωση για οποιαδήποτε αλλαγή.

Η κυβέρνηση έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετης στήριξης απέναντι στις αυξήσεις σε ρεύμα και καύσιμα, ενώ κυβερνητικά στελέχη έχουν αναφερθεί και στη διατήρηση δημοσιονομικού χώρου για έκτακτες κρίσεις. Μέχρι στιγμής, όμως, το πολιτικό μήνυμα παραμένει περισσότερο στο επίπεδο της εξέτασης σεναρίων παρά μιας ανακοινωμένης παρέμβασης που ο πολίτης μπορεί να υπολογίσει στον οικογενειακό του προϋπολογισμό.

Ο Βορίδης έθεσε ως εναλλακτική την επιστροφή μέρους των πρόσθετων φορολογικών εσόδων με στοχευμένο τρόπο προς τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Η παραδοχή ότι ένας εργαζόμενος των 900 ευρώ πλήττεται πολύ περισσότερο από έναν πολίτη με εισόδημα 10.000 ευρώ τον μήνα περιγράφει με ακρίβεια το κοινωνικό πρόβλημα. Δεν προσδιορίζει, όμως, ακόμη τον μηχανισμό, το ποσό και τον χρόνο μιας τέτοιας επιστροφής.

Τα 2,2 δισ. της ΔΕΘ δεν απαντούν από μόνα τους στο κόστος της αντλίας

Ο Μάκης Βορίδης επικαλέστηκε επίσης το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στη ΔΕΘ για το 2027, απορρίπτοντας την κριτική ότι οι παρεμβάσεις είναι περιορισμένες. Το ύψος ενός συνολικού πακέτου, όμως, αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από το κατά πόσο αντιμετωπίζει άμεσα μια έκτακτη εκτίναξη του κόστους καυσίμων και ενέργειας. Η ίδια η κυβερνητική συζήτηση για πρόσθετα μέτρα δείχνει ότι οι ήδη ανακοινωμένες παρεμβάσεις δεν εξαντλούν την αντιμετώπιση της νέας ενεργειακής επιβάρυνσης.

Η διεθνής διάσταση της κρίσης είναι δεδομένη. Οι αυξήσεις στα καύσιμα δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο: η Eurostat κατέγραψε τον Ιούλιο του 2026 ετήσια αύξηση 16,9% στις τιμές καυσίμων και λιπαντικών προσωπικών μεταφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διεθνής προέλευση της αναταραχής, όμως, δεν καταργεί την ευθύνη κάθε κυβέρνησης να αποφασίζει πώς κατανέμει το δημοσιονομικό βάρος και ποια εργαλεία χρησιμοποιεί για την προστασία των εισοδημάτων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα για την κυβέρνηση βρίσκεται πλέον στη χρονική πίεση. Η αύξηση των καυσίμων επιβαρύνει τις καθημερινές μετακινήσεις, περνά στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων και δημιουργεί πρόσθετη ανησυχία πριν από τη χειμερινή περίοδο. Όσο οι αποφάσεις παραμένουν στο επίπεδο της εξέτασης και οι ανακοινώσεις περιορίζονται σε διαβεβαιώσεις ότι θα αξιοποιηθούν τα διαθέσιμα περιθώρια, το πραγματικό κόστος εξακολουθεί να καταβάλλεται άμεσα από τους καταναλωτές.

Η πολιτική διαχείριση της ενεργειακής κρίσης, συνεπώς, θα κριθεί πάνω σε συγκεκριμένα δεδομένα: στο ύψος της παρέμβασης, στους δικαιούχους, στον χρόνο εφαρμογής και στην πραγματική μείωση της οικονομικής επιβάρυνσης. Οι δηλώσεις περί στήριξης δημιουργούν πολιτική δέσμευση. Η αποτελεσματικότητά τους θα μπορεί να αξιολογηθεί όταν μετατραπούν σε μετρήσιμα μέτρα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.