Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΙΒΟΣ

ΕΥΔΟΞΙΟΣ

6 Σεπτεμβρίου 2026

Καύσωνες: Η έλλειψη δέντρων αυξάνει τη θερμοκρασία στις πόλεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Πάνω από το 90% των κτιρίων σε Λονδίνο, Παρίσι και Μαδρίτη δεν έχουν επαρκή σκιά από δέντρα, σύμφωνα με νέα έρευνα.
  • Το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας διατηρεί τις θερμοκρασίες σε επικίνδυνα επίπεδα και τη νύχτα, επιβαρύνοντας τον ανθρώπινο οργανισμό.
  • Η φύτευση δέντρων κοντά σε κατοικίες μπορεί να μειώσει τη θερμοκρασία έως και 18 βαθμούς Κελσίου, όπως δείχνουν μελέτες.
  • Παραδείγματα όπως το Μεντεγίν αποδεικνύουν ότι η αύξηση του πρασίνου μπορεί να μειώσει τη θερμοκρασία μιας πόλης έως και 4,5 βαθμούς.

Το φετινό καλοκαίρι ανέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Οι παρατεταμένοι καύσωνες που έπληξαν την ήπειρο είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια δεκάδων χιλιάδων ανθρώπινων ζωών, ενώ ταυτόχρονα έφεραν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο, αλλά συχνά παραμελημένο ζήτημα: την ανεπαρκή δενδροκάλυψη και την έλλειψη φυσικής σκιάς. Σε πόλεις όπως το Λονδίνο, τα τμήματα επειγόντων περιστατικών δέχθηκαν μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων που κατέρρευσαν από την υπερβολική ζέστη, ενώ ο ξηρός καιρός προκάλεσε καθιζήσεις στο έδαφος και ρωγμές σε κτίρια. Στο Παρίσι, ο υδράργυρος ξεπέρασε τους 40 βαθμούς Κελσίου ήδη από τα τέλη Ιουνίου, ενώ στη Μαδρίτη οι πυρκαγιές στα περίχωρα κατέκαψαν χιλιάδες στρέμματα γης.

Έρευνα για την επάρκεια σκίασης

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ερευνητές Θάμι Κρόεσερ από το Κέντρο Αστικών Ερευνών του Πανεπιστημίου RMIT και Σάιμον Χόντερ, Καθηγητής Περιβαλλοντικής Εργονομίας στο Πανεπιστήμιο Loughborough, διεξήγαγαν μια προκαταρκτική μελέτη για να αξιολογήσουν την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων. Η έρευνά τους επικεντρώθηκε στο ποσοστό των κτιρίων που διαθέτουν επαρκή σκίαση από δέντρα, έναν παράγοντα που κρίνεται καθοριστικός για τη μείωση των επιπτώσεων της αστικής ζέστης. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης ήταν αποκαλυπτικά και ανησυχητικά, καθώς κατέδειξαν ότι η συντριπτική πλειονότητα των κατοικιών σε τρεις από τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της ηπείρου δεν προσφέρει στους πολίτες το απαραίτητο επίπεδο προστασίας.

Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι στο Λονδίνο, το Παρίσι και τη Μαδρίτη, πάνω από το 90% των κτιρίων δεν είχαν επαρκή σκίαση για να περιοριστεί το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Αυτά τα ποσοστά κατατάσσουν τις τρεις αυτές μητροπόλεις μεταξύ των χειρότερων επιδόσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμη και σε πόλεις που παρουσιάζουν καλύτερη εικόνα, όπως το Αμβούργο και η Βαρκελώνη, η πλειονότητα των κατοίκων παραμένει εκτεθειμένη. Ενδεικτικά, στο Αμβούργο το 56% του πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση σε επαρκή σκιά, ενώ στη Βαρκελώνη το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 70%. Τα ευρήματα αυτά έρχονται να προστεθούν σε ένα σύνολο προηγούμενων επιστημονικών εργασιών που επισημαίνουν τη δυσκολία των μεγάλων αστικών κέντρων παγκοσμίως να εξασφαλίσουν την απαραίτητη δενδροκάλυψη κοντά σε κατοικημένες περιοχές.

Ο μηχανισμός των αστικών θερμικών νησίδων

Το πρόβλημα εντείνεται από τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες πόλεις είναι δομημένες. Κατά τη διάρκεια πολλών ημερών του καλοκαιριού του 2026, οι θερμοκρασίες παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα ακόμη και μετά τη δύση του ηλίου, χωρίς να παρουσιάζουν την αναμενόμενη νυχτερινή πτώση. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως αστική θερμική νησίδα, οφείλεται στην απουσία φυσικών στοιχείων που θα μπορούσαν να μετριάσουν την απορρόφηση θερμότητας. Οι πόλεις χαρακτηρίζονται από αραιή δενδροφύτευση και μεγάλες εκτάσεις ασφάλτου, τούβλων και σκυροδέματος, υλικά που απορροφούν και συγκρατούν την ηλιακή ακτινοβολία. Σε ημέρες καύσωνα, η θερμοκρασία στην επιφάνεια της ασφάλτου που δεν προστατεύεται από σκιά μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τους 70 βαθμούς Κελσίου.

Η αποθηκευμένη αυτή θερμότητα απελευθερώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της νύχτας, διατηρώντας την ατμόσφαιρα ζεστή και εμποδίζοντας τον οργανισμό να ανακάμψει από την ημερήσια επιβάρυνση. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια ημέρα με θερμοκρασίες της τάξης των 35 βαθμών Κελσίου μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη σε περιοχές με χαμηλή δενδροκάλυψη, όπου ο υδράργυρος μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τους 40 βαθμούς. Η διαφορά αυτή των λίγων βαθμών είναι αρκετή για να αυξήσει δραματικά τον κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

Η συμβολή των δέντρων στη δροσιά

Η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η σκίαση από τα δέντρα αποτελεί μία από τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της αστικής ζέστης. Τα δέντρα λειτουργούν ως φυσικά εμπόδια, αποτρέποντας την ηλιακή ακτινοβολία από το να προσπίπτει σε επιφάνειες που απορροφούν θερμότητα. Παράλληλα, προστατεύουν τους πεζούς από την άμεση έκθεση στον ήλιο, μειώνοντας τη θερμότητα που απορροφά το ανθρώπινο σώμα έως και 18 βαθμούς Κελσίου. Επιπλέον, τα υγιή δέντρα συμβάλλουν στη δροσιά μέσω της διαδικασίας της διαπνοής. Κατά τη φωτοσύνθεση, απελευθερώνουν νερό από τα φύλλα τους, το οποίο εξατμίζεται και απορροφά θερμότητα από το περιβάλλον, προσφέροντας ένα πρόσθετο αίσθημα δροσιάς. Αυτό το φαινόμενο της εξατμιστικής ψύξης είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αρκεί τα δέντρα να έχουν επαρκή πρόσβαση σε νερό, ακόμη και κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας.

Η σημασία της τοποθεσίας και της πυκνότητας

Ωστόσο, η απλή παρουσία δέντρων σε ένα αστικό περιβάλλον δεν αρκεί. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τοποθεσία και την πυκνότητα της φύτευσης. Ένα μεγάλο πάρκο σε απόσταση 800 μέτρων από τις κατοικίες δεν μπορεί να αποτρέψει τις επικίνδυνες τοπικές θερμικές νησίδες. Η έρευνα δείχνει ότι η σκιά πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 30% με 40% της επιφάνειας, σε ακτίνα έως 60 μέτρων από τα σπίτια και τους χώρους εργασίας, για να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στη θερμοκρασία. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από τα ευρήματα της δεξαμενής σκέψης Create Streets Foundation, η οποία κατέγραψε ότι κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα στο Λονδίνο, η θερμοκρασία σε μια εκτεθειμένη πλακόστρωτη επιφάνεια έφτασε τους 55 βαθμούς Κελσίου, ενώ σε μια σκιασμένη περιοχή λίγα μέτρα μακριά κυμάνθηκε μεταξύ 25 και 30 βαθμών.

Οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία

Η αύξηση της θερμοκρασίας, έστω και κατά λίγους βαθμούς, έχει άμεσες και σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Όταν ο υδράργυρος ξεπερνά τους 35 βαθμούς Κελσίου, η ικανότητα του οργανισμού να ρυθμίζει τη θερμοκρασία του περιορίζεται σημαντικά. Αυτό επιβαρύνει το καρδιαγγειακό σύστημα και αυξάνει τον κίνδυνο αφυδάτωσης, που μπορεί να οδηγήσει σε θερμοπληξία και να απαιτήσει άμεση ιατρική παρέμβαση. Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία αυξάνονται κατακόρυφα σε περιοχές όπου οι θερμικές νησίδες ανεβάζουν τη θερμοκρασία από τους 33 στους 37 βαθμούς ή από τους 35 στους 41 βαθμούς Κελσίου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η έλλειψη νυχτερινής υποχώρησης της ζέστης. Ο ανθρώπινος οργανισμός βασίζεται στις πιο δροσερές νυχτερινές ώρες για να αποβάλει τη θερμότητα και να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Όταν η θερμοκρασία παραμένει στους 24 βαθμούς Κελσίου ή υψηλότερα, η διαδικασία αυτή διαταράσσεται, επηρεάζοντας την ποιότητα του ύπνου και την αποκατάσταση του σώματος. Η επόμενη ημέρα ξεκινά με ένα έλλειμμα, τόσο σε σωματικό όσο και σε γνωστικό επίπεδο, το οποίο συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου όταν η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες είναι επαναλαμβανόμενη.

Παραδείγματα και μελλοντικές προοπτικές

Παρά τη ζοφερή εικόνα, υπάρχουν παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Το Μεντεγίν της Κολομβίας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση επιτυχημένης αστικής αναζωογόνησης μέσω του πρασίνου. Μέσα σε λίγα χρόνια, η πόλη φύτεψε εκατομμύρια φυτά και περισσότερα από 12.500 δέντρα, δημιουργώντας ένα δίκτυο καταπράσινων διαδρομών. Το εγχείρημα αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική πτώση της θερμοκρασίας, κατά 4,5 βαθμούς Κελσίου σε ορισμένες περιοχές και κατά 2 βαθμούς στο σύνολο της πόλης.

Στην Ευρώπη, πόλεις όπως το Παρίσι και το Λονδίνο φαίνεται να έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται την ανάγκη για δράση. Το σχέδιο Heat Ready London περιλαμβάνει συγκεκριμένες δράσεις για την ενίσχυση του αστικού πρασίνου, ενώ το Παρίσι έχει ήδη ξεκινήσει να αυξάνει τους χώρους πρασίνου μέσω προγραμμάτων όπως τα school streets, τα οποία δημιουργούν ζώνες χωρίς αυτοκίνητα γύρω από σχολεία και προβλέπουν τη φύτευση δέντρων. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι οι δρόμοι γύρω από τα σχολεία είναι έως και 5 βαθμούς Κελσίου πιο δροσεροί σε σύγκριση με περιοχές με αυξημένη κυκλοφορία και λιγότερο πράσινο. Καθώς η Ευρώπη προετοιμάζεται για ακόμη θερμότερα καλοκαίρια στο μέλλον, η στρατηγική φύτευση δέντρων κοντά σε κατοικημένες περιοχές αναδεικνύεται σε μονόδρομο για την προστασία της δημόσιας υγείας και τη δημιουργία πιο ανθεκτικών πόλεων.