LIVE Ακούστε Live Πρωινό Βήμα

Κεφαλονιά:Γιατρός καταγγέλλει επικίνδυνες εφημερίες και παραιτείται – Ευθύνες σε ΥΠΕ και υπουργείο

Παραίτηση με σοβαρές καταγγελίες για εξουθενωτικές εφημερίες, ελλείψεις γιατρών και συνθήκες που θέτουν σε κίνδυνο ασθενείς υπέβαλε ο Νικόλας Μοσχόπουλος, γενικός/οικογενειακός γιατρός και Επιμελητής Α΄ ΕΣΥ στο Περιφερειακό Ιατρείο Κεραμειών της Κεφαλονιάς.

Στην επιστολή του, με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 2026, προς τον διευθυντή του Κέντρου Υγείας Σάμης και με κοινοποίηση στη διοίκηση της 6ης ΥΠΕ, δηλώνει ότι αδυνατεί πλέον να συνεχίσει υπό τις εργασιακές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί. Διευκρινίζει ρητά ότι η αποχώρησή του δεν γίνεται «για προσωπικούς λόγους».

Η καταγγελία του αναδεικνύει σοβαρά ζητήματα στελέχωσης και διοικητικών αποφάσεων στις δημόσιες δομές υγείας του νησιού. Ο γιατρός περιγράφει μια παρατεταμένη προσπάθεια ενημέρωσης των αρμόδιων φορέων, η οποία, όπως υποστηρίζει, δεν οδήγησε στην αλλαγή των συνθηκών εργασίας του.

Κατά τον ίδιο, αποφάσεις και ενέργειες των προϊσταμένων του από τον Μάιο του 2025 έως σήμερα παραβιάζουν την ιατρική εργασιακή νομοθεσία και τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα. Τις συνδέει με τη σωματική και ψυχική εξάντλησή του, με σοβαρή επιβάρυνση της οικογένειάς του και με συνθήκες επικίνδυνες τόσο για τον ίδιο όσο και για τους ασθενείς.

Έξι συνεχόμενα 24ωρα εφημερίας και Κέντρο Υγείας χωρίς γιατρό

Ο Μοσχόπουλος υπενθυμίζει ότι εντάχθηκε στο δημόσιο σύστημα υγείας το 2016, όταν έκλεισε το ιδιωτικό ιατρείο που λειτουργούσε επί δέκα χρόνια, προκειμένου να αναλάβει το Περιφερειακό Ιατρείο Κεραμειών. Περιγράφει την υπηρεσία του ως συνεπή και απαιτητική, με συνεχείς προσπάθειες κάλυψης των αναγκών του νησιού.

Από το 2018 μέχρι το 2026, αναφέρει ότι μετακινήθηκε επανειλημμένα στο Νοσοκομείο Ληξουρίου, στο Κέντρο Υγείας Σάμης, στο Κέντρο Υγείας Αργοστολίου και στο Τμήμα Επειγόντων του Νοσοκομείου Αργοστολίου.

Στα προηγούμενα χρόνια, όπως σημειώνει, πραγματοποιούσε μεγάλο αριθμό εφημεριών, ακόμη και σε διαδοχικές ημέρες. Την τελευταία διετία, όμως, οι οικογενειακές ανάγκες και οι ηλικιακοί περιορισμοί κατέστησαν αδύνατη τη συνέχιση του ίδιου εξαντλητικού ρυθμού.

Η κατάσταση επιβαρύνθηκε, κατά την επιστολή, από την απουσία αγροτικών γιατρών, με αποτέλεσμα να εφημερεύει μόνος. Επισημαίνει ότι παραμένει εντός του νοσοκομείου σε όλη τη διάρκεια της 24ωρης υπηρεσίας του, ενώ μεταφέρει και ανεπιβεβαίωτες αναφορές για διαφορετικές πρακτικές παρουσίας συναδέλφων σε άλλες περιοχές.

Παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις του, καταγγέλλει ότι υποχρεώθηκε σε υπερωριακή εφημέρευση πέρα από τα νόμιμα όρια. Σε μία περίπτωση, όπως περιγράφει, εργάστηκε επί έξι συνεχόμενα 24ωρα, μετακινούμενος καθημερινά εναλλάξ μεταξύ του Κέντρου Υγείας Σάμης και του Νοσοκομείου Αργοστολίου για να καλύπτει και τις δύο δομές.

Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η αναφορά του σε εντολές συνοδείας διακομιδών ενώ ήταν ο μοναδικός εφημερεύων γιατρός. Υποστηρίζει ότι καλούνταν σχεδόν σε κάθε εφημερία να φύγει με ασθενοφόρο για μακρινούς προορισμούς, ακόμη και να μεταβεί με πλοίο στην Ιθάκη.

Αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, ήταν το Κέντρο Υγείας να παραμένει χωρίς κανέναν γιατρό έως και τέσσερις ώρες. Η περιγραφή αφορά άμεσα την ασφάλεια της περίθαλψης, καθώς στο διάστημα της απουσίας του μπορούσαν να προσέλθουν πολίτες με επείγοντα προβλήματα.

Ο γιατρός αναφέρει ότι υπέβαλε γραπτό ερώτημα για τη νομική του κάλυψη όταν εκτελεί τέτοιες εντολές, χωρίς να λάβει απάντηση. Προσθέτει ότι έχουν σχηματιστεί δικογραφίες για περιστατικά ασθενών που έφτασαν στη δομή και δεν βρήκαν γιατρό, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει ανασταλεί η πρακτική που καταγγέλλει.

Στην επιστολή καταγράφεται σειρά παρεμβάσεων προς τους άμεσους προϊσταμένους του και στη συνέχεια προς τη διοίκηση της 6ης ΥΠΕ. Ο Μοσχόπουλος αναφέρει ότι απευθύνθηκε επίσης στην Εισαγγελία Κεφαλληνίας, στον Συνήγορο του Πολίτη, στον Δήμο Σάμης, στον Ιατρικό Σύλλογο Κεφαλληνίας και στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο.

Στους αποδέκτες των αναφορών περιλαμβάνονται ακόμη η Ένωση Γενικών/Οικογενειακών Ιατρών και το υπουργείο Υγείας. Σκοπός του, όπως εξηγεί, ήταν να διασφαλίσει ανθρώπινο πρόγραμμα εργασίας και ασφαλείς συνθήκες εξέτασης των ασθενών.

Κατά την περιγραφή του, ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την Εισαγγελία, η οποία τον κάλεσε για κατάθεση τον Νοέμβριο του 2025, καθώς και από τον Συνήγορο του Πολίτη. Υποστηρίζει ότι η 6η ΥΠΕ δεν ανταποκρίθηκε στις επιστολές και στα αιτήματα του Συνηγόρου, ενώ οι εργασιακές συνθήκες παρέμειναν αμετάβλητες.

Καταγγελίες για άδειες, διοικητική πίεση και εγκατάλειψη των εργαζομένων

Ο Μοσχόπουλος περιγράφει περαιτέρω επιδείνωση το τελευταίο διάστημα. Αναφέρει ότι τον Αύγουστο, με απόφαση της ΥΠΕ, υποχρεώθηκε να πραγματοποιήσει πρόσθετες εφημερίες μέσα στην κανονική του άδεια. Έτσι, η οικογένειά του πραγματοποίησε τις προγραμματισμένες διακοπές χωρίς εκείνον.

Προσθέτει ότι τρεις ημέρες πριν από την παραίτηση απορρίφθηκε ξανά αίτημα άδειας. Κατά τον ίδιο, μέρος της άδειας κινδυνεύει να χαθεί οριστικά λόγω λήξης του χρονικού περιθωρίου μέσα στο οποίο μπορεί να τη λάβει.

Παράλληλα, καταγγέλλει νέες υπεράριθμες εφημερίες και αποφάσεις για εφημερία ετοιμότητας από την κατοικία του στο Αργοστόλι. Όποτε καλείται στη Σάμη, θα χρειάζεται να πραγματοποιεί διαδρομή συνολικής διάρκειας 80 λεπτών με επιστροφή.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι κλήσεις μπορεί να αφορούν περιστατικά όπως έμφραγμα, τροχαίο ή κοιλιακό πόνο. Η επισήμανσή του αναδεικνύει την ανάγκη άμεσης ιατρικής ανταπόκρισης και την απόσταση που μεσολαβεί όταν ο εφημερεύων βρίσκεται εκτός της δομής.

Οι καταγγελίες θέτουν ενώπιον της διοίκησης και του υπουργείου Υγείας συγκεκριμένα ζητήματα ευθύνης: την κάλυψη των εφημεριών, την παρουσία γιατρού στα επείγοντα και την προστασία των εργαζομένων από την εξουθένωση. Η παραίτηση προσθέτει ακόμη μία απώλεια γιατρού στις ανάγκες που ο ίδιος περιγράφει ως ήδη οξυμένες.

Σημαντικό τμήμα της επιστολής αφορά το κλίμα μεταξύ των εργαζομένων. Ο Μοσχόπουλος αναφέρεται σε συναδέλφους με τους οποίους διεκδίκησε λύσεις για τις αποχωρήσεις γιατρών, την αποδυνάμωση του Κέντρου Υγείας Σάμης, τα επιδόματα και τη στέγαση.

Υποστηρίζει ότι σταδιακά η συλλογική αντίδραση περιορίστηκε, εξαιτίας απογοήτευσης και φόβου. Περιγράφει αναφορές, ασυνήθιστες ΕΔΕ, δυσμενείς μετακινήσεις και μηνύσεις προϊσταμένων κατά υφισταμένων, με οικονομικές απαιτήσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ από εργαζομένους χαμηλών αποδοχών.

Καταλογίζει ακόμη αναλγησία απέναντι στις εκκλήσεις των εργαζομένων και αίσθηση ατιμωρησίας. Ασκεί κριτική σε συλλόγους και σωματεία, υποστηρίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στρέφονται εναντίον εκείνων που διαμαρτύρονται.

Ο γιατρός αναφέρει ότι δέχθηκε συμβουλές να είναι προσεκτικός με τις δημόσιες τοποθετήσεις του και να επικεντρωθεί στα παιδιά του. Οι προσκλήσεις του για κοινή νομική εκπροσώπηση, όπως γράφει, δεν βρήκαν ανταπόκριση.

Άλλοι συνάδελφοι εξέφρασαν υποστήριξη σε προσωπικές συζητήσεις και μηνύματα, χωρίς να συμμετάσχουν δημόσια στις διεκδικήσεις. Ο ίδιος αναγνωρίζει τον φόβο που συνδέεται με την εργασιακή ασφάλεια, περιγράφοντας όμως έντονο αίσθημα μοναξιάς στην προσπάθειά του.

Στο τέλος της επιστολής δηλώνει ότι έχει εξαντλήσει τα περιθώρια αντοχής του. Αναγνωρίζει πως η αποχώρηση δημιουργεί ανασφάλεια και αναστάτωση στην οικογένειά του, καθώς και ότι μπορεί να δεχθεί επικρίσεις για την απόφασή του.

Παρά το προσωπικό κόστος, αποδίδει την παραίτηση στις συνθήκες λειτουργίας των δημόσιων δομών υγείας της Κεφαλονιάς. Με τη ρητή απόρριψη της αιτιολογίας περί «προσωπικών λόγων», ζητά η αποχώρησή του να αντιμετωπιστεί ως αποτέλεσμα των προβλημάτων που καταγγέλλει και για τα οποία αναφέρει ότι ενημέρωσε επανειλημμένα τους αρμοδίους.