30 Ιουλίου 2026

Κεσσές κατά Μπακέλα: «Συγκάλυψη με τη σφραγίδα της αδράνειας»

Σφοδρή δημόσια επίθεση κατά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, εξαπολύει ο νομικός παραστάτης θυμάτων του σκανδάλου των υποκλοπών, Ζαχαρίας Κεσσές, καταλογίζοντάς του παρατεταμένη και αδικαιολόγητη αδράνεια στην εξέταση των αιτημάτων για ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο.

Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι, παρά τη θεσμική σοβαρότητα της υπόθεσης και την προσκόμιση νέων στοιχείων από πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφους και θύματα των παρακολουθήσεων, δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα καμία εμφανής ερευνητική ενέργεια από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.

Κατά τον Ζαχαρία Κεσσέ, η καθυστέρηση δεν αποτελεί μια απλή διοικητική εκκρεμότητα. Όπως καταγγέλλει, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει έχει ήδη οδηγήσει στην παραγραφή δεκάδων αξιόποινων πράξεων σε βαθμό πλημμελήματος, οι οποίες αφορούν πρόσωπα που φέρονται να λειτούργησαν ως συνεργοί των τεσσάρων ήδη καταδικασθέντων στην υπόθεση.

Η δημόσια παρέμβασή του περιλαμβάνει αναλυτική καταγραφή ημερομηνιών, αιτήσεων και ενεργειών που ζητήθηκαν από τη Δικαιοσύνη, με στόχο να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στην ταχύτητα με την οποία κινήθηκαν προηγούμενοι εισαγγελικοί λειτουργοί και στη σημερινή στασιμότητα.

«Μέρος του προβλήματος και συνυπεύθυνος για τη συγκάλυψη»

Στην ανάρτησή του, ο Ζαχαρίας Κεσσές χρησιμοποιεί ιδιαίτερα βαριές διατυπώσεις, υποστηρίζοντας ότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και προσωπικά ο Ευάγγελος Μπακέλας λειτουργούν με τρόπο που, κατά την εκτίμησή του, τους καθιστά μέρος του προβλήματος και συνυπεύθυνους για μια «σκυταλοδρομία συγκάλυψης» στην υπόθεση των υποκλοπών.

Για να στηρίξει την κριτική του, συγκρίνει τη σημερινή καθυστέρηση με τον χρόνο που χρειάστηκε ο προκάτοχος του κ. Μπακέλα, Ισίδωρος Ντογιάκος, μέσω του τότε αρμόδιου εισαγγελικού χειρισμού, για να μελετηθεί ο φάκελος της υπόθεσης.

Όπως αναφέρει, η σχετική δικογραφία παραλήφθηκε στις 6 Απριλίου και παραδόθηκε στις 27 Απριλίου, μέσα σε διάστημα μόλις 21 ημερών. Στο χρονικό αυτό διάστημα φέρεται να εξετάστηκε δικαστική απόφαση 1.930 σελίδων, καθώς και αποδεικτικό υλικό που ξεπερνούσε τις 20.000 σελίδες και περιλάμβανε μεγάλο αριθμό ψηφιακών αρχείων.

Ο κ. Κεσσές χαρακτηρίζει ανεπαρκή και επιστημονικά ατεκμηρίωτη τη διάταξη με την οποία είχε αποφασιστεί τότε να μη διενεργηθεί περαιτέρω έρευνα. Την ίδια ώρα, επισημαίνει ότι η σημερινή εισαγγελική ηγεσία έχει στη διάθεσή της αιτήματα ανάσυρσης που συνοδεύονται από νεότερα δεδομένα, χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση.

Στις 7 Μαΐου 2026, ο Χρήστος Σπίρτζης κατέθεσε αίτηση για την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο, προσκομίζοντας, σύμφωνα με τον δικηγόρο, περιορισμένο σε όγκο αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο αποδεικτικό υλικό. Μέχρι την ημερομηνία της δημόσιας παρέμβασης είχαν παρέλθει 85 ημέρες χωρίς εμφανή εξέλιξη.

Στις 4 Ιουνίου 2026 ακολούθησε αίτημα του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, μετά τις δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Ο ιδρυτής της Intellexa φέρεται να υποστήριξε ότι ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία του χειρίστηκαν το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator στην Ελλάδα.

Κατά τις ίδιες δηλώσεις, η λειτουργία της συγκεκριμένης τεχνολογίας μπορούσε να γίνει μόνο από κυβερνήσεις και μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούσαν τους αποκλειστικούς πελάτες και αγοραστές της. Ο Ζαχαρίας Κεσσές θεωρεί ότι οι αναφορές αυτές δημιουργούν νέα δεδομένα, τα οποία επιβάλλουν την επανεξέταση της αρχειοθετημένης δικογραφίας.

Την ίδια ημέρα ζητήθηκε και η κλήση πέντε στελεχών της Intellexa, τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του κατηγορουμένου και, σύμφωνα με τον νομικό παραστάτη των θυμάτων, μπορούν να εισφέρουν σημαντικά στοιχεία. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα φέρονται να μην έχουν εξεταστεί μέχρι σήμερα από καμία αρμόδια αρχή για την υπόθεση.

Στις 6 Ιουλίου 2026 υπέβαλε αίτηση και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ζητώντας πλήρη διερεύνηση της φερόμενης παγίδευσης του τηλεφώνου του. Ο κ. Κεσσές επισημαίνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει κληθεί για κατάθεση, η συσκευή του δεν έχει υποβληθεί σε τεχνική εξέταση και δεν έχει διερευνηθεί ποια δεδομένα ενδέχεται να αποσπάστηκαν.

Στις 14 Ιουλίου 2026 κατατέθηκε νέα αίτηση ανάσυρσης, συνοδευόμενη από επίσημο δικαστικό έγγραφο. Κατά τον δικηγόρο, στο έγγραφο αυτό αποτυπώνεται για πρώτη φορά ότι ο Ταλ Ντίλιαν περιορίστηκε στην πώληση της τεχνολογίας σε ελληνικές αρχές και δεν είχε συμμετοχή στη χρήση του Predator εντός της χώρας.

Καταγγελία για παραγραφή 94 περιπτώσεων

Ο Ζαχαρίας Κεσσές υποστηρίζει ότι, παρά την παρέλευση πολλαπλάσιου χρόνου σε σχέση με εκείνον που χρειάστηκαν προηγούμενοι εισαγγελικοί λειτουργοί, ο Ευάγγελος Μπακέλας έχει επιλέξει την αδράνεια, με ανεπίσημες αναφορές να αποδίδουν την καθυστέρηση σε αυξημένο φόρτο εργασίας.

Η βαρύτερη καταγγελία αφορά την παραγραφή αξιόποινων πράξεων. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, όσο τα αιτήματα ανάσυρσης παραμένουν σε εκκρεμότητα, έχουν ήδη παραγραφεί πράξεις σε τουλάχιστον 94 περιπτώσεις πλημμεληματικού χαρακτήρα, οι οποίες αφορούν πιθανούς συνεργούς των τεσσάρων προσώπων που έχουν καταδικαστεί.

Ο ίδιος αποδίδει την εξέλιξη αυτή στην καθυστέρηση του εισαγγελικού χειρισμού και επισημαίνει ότι η παραγραφή αδικημάτων ενώ η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού αποτελεί εξαιρετικά ασυνήθιστο γεγονός.

Κατά την άποψή του, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να προκαλέσει πειθαρχικό έλεγχο ή άλλες έννομες συνέπειες. Πρόκειται για ισχυρισμούς του νομικού παραστάτη των θυμάτων, οι οποίοι δεν συνιστούν δικαστική διαπίστωση και χρειάζονται θεσμική απάντηση από την αρμόδια εισαγγελική αρχή.

Ο κ. Κεσσές συνδέει χρονικά τη δημόσια παρέμβασή του με την τελευταία προγραμματισμένη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής πριν από τη θερινή διακοπή των εργασιών.

Υπενθυμίζει ότι την αντίστοιχη περίοδο του 2024 είχε δημοσιοποιηθεί το πόρισμα των εισαγγελικών λειτουργών Αχιλλέα Ζήση και Γεωργίας Αδειλίνη για την υπόθεση των υποκλοπών, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ανεπαρκές και επιστημονικά προβληματικό.

Με την αναφορά αυτή προειδοποιεί εμμέσως ότι μια νέα απόφαση αρχειοθέτησης ή μια παρατεταμένη αδράνεια μπορεί να ερμηνευθεί ως συνέχεια των προηγούμενων θεσμικών χειρισμών που έχουν προκαλέσει έντονη πολιτική και νομική αντιπαράθεση.

Η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ένα από τα βαρύτερα θεσμικά τραύματα των τελευταίων ετών. Τα νέα αιτήματα, οι δηλώσεις προσώπων που συνδέονται με την Intellexa, η φερόμενη παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων και οι καταγγελίες περί παραγραφής απαιτούν πλήρη, ταχεία και ανεξάρτητη διερεύνηση.

Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου οφείλει να δώσει σαφείς απαντήσεις για την πορεία των αιτημάτων, τις ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί και τους λόγους της καθυστέρησης. Η σιωπή σε μια υπόθεση τέτοιου θεσμικού βάρους ενισχύει τις υπόνοιες συγκάλυψης και υπονομεύει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.