23 Ιουνίου 2026

Κυκλάδες: «Μαύρο χρήμα» 3,1 εκατ. ευρώ εντόπισαν οι ελεγκτές του ΔΕΟΣ

Νέα σοβαρή υπόθεση φοροδιαφυγής εντόπισαν οι ελεγκτές του ΔΕΟΣ της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ύστερα από στοχευμένους ελέγχους και διασταυρώσεις με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν μία κατασκευαστική και μία μεσιτική εταιρεία στις Κυκλάδες, στις οποίες εντοπίστηκαν αδήλωτα εισοδήματα συνολικού ύψους 3,1 εκατ. ευρώ μόνο για το 2024.

Οι ελεγκτές του ΔΕΟΣ, αξιοποιώντας αλγοριθμική ανάλυση και διασταύρωση δεδομένων, διαπίστωσαν μεγάλες αποκλίσεις στις φορολογικές δηλώσεις των δύο επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι αποκλίσεις αυτές παρέπεμπαν σε απόκρυψη εισοδημάτων από συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί στον κλάδο των ακινήτων.

Πώς εντοπίστηκαν οι αδήλωτες προμήθειες

Η έρευνα ξεκίνησε από το μεσιτικό γραφείο. Μέσω του αλγορίθμου, οι ελεγκτές εντόπισαν ακίνητα που εμφανίζονταν στην ιστοσελίδα της εταιρείας ως πωλημένα. Στη συνέχεια, πραγματοποίησαν έλεγχο στο γραφείο και ζήτησαν τις σχετικές εντολές πώλησης.

Από τον έλεγχο προέκυψε ότι σημαντικό μέρος των προμηθειών που αντιστοιχούσαν στις συγκεκριμένες αγοραπωλησίες δεν είχε δηλωθεί. Η μεσιτική εταιρεία είχε αρχικά υποβάλει φορολογική δήλωση με ακαθάριστα εισοδήματα 1 εκατ. ευρώ και ζημιά 257.000 ευρώ.

Μετά τον έλεγχο, η εταιρεία υπέβαλε τροποποιητική δήλωση, με την οποία τα έσοδα σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 1,9 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, αντί για ζημιές, εμφάνισε κέρδη ύψους 229.000 ευρώ.

Η κατασκευαστική με έσοδα τρία ευρώ

Κατά τη συνέχιση της έρευνας, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι πολλές από τις συναλλαγές στις οποίες εμπλεκόταν το μεσιτικό γραφείο είχαν ως πωλητή την ίδια κατασκευαστική εταιρεία. Η εξέταση της φορολογικής της δήλωσης αποκάλυψε ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση.

Η κατασκευαστική είχε δηλώσει ακαθάριστα έσοδα μόλις τρία ευρώ και ζημιά 47.000 ευρώ. Μετά τον έλεγχο, η επιχείρηση υπέβαλε τροποποιητική δήλωση, με την οποία τα έσοδα αυξήθηκαν στα 2,2 εκατ. ευρώ και τα κέρδη ανήλθαν σε 615.000 ευρώ.

Οι έλεγχοι στα λογιστικά στοιχεία των δύο εταιρειών συνεχίζονται σε βάθος, προκειμένου να αποτυπωθεί πλήρως η έκταση της φορολογικής παράβασης και να διαπιστωθεί αν υπάρχουν και άλλες αδήλωτες συναλλαγές.

Η υπόθεση αναδεικνύει τον ρόλο των ψηφιακών εργαλείων στους φορολογικούς ελέγχους, καθώς η διασταύρωση στοιχείων από ηλεκτρονικές πλατφόρμες, δηλώσεις και πραγματικές συναλλαγές επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να εντοπίζει αποκλίσεις που στο παρελθόν θα ήταν δυσκολότερο να αποκαλυφθούν.