12 Σεπτεμβρίου 2026

Κλινικές «ευεξίας»: Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν, οι έλεγχοι πού ήταν;

Με νέα στοιχεία καταρρέει η εικόνα ότι οι αμφιλεγόμενες πρακτικές στον χώρο των κλινικών «ευεξίας», αντιγήρανσης και εναλλακτικών θεραπειών κινούνταν επί χρόνια σε ένα εντελώς άγνωστο και αθέατο περιβάλλον. Η υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη ανοίγει πλέον ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: τι γνώριζαν οι αρμόδιοι θεσμοί, ποιες προειδοποιήσεις είχαν φτάσει εγκαίρως στα χέρια τους και γιατί ο ουσιαστικός έλεγχος ήρθε εκ των υστέρων.

Κομβικό στοιχείο αποτελεί το 1st Health Travel International Conference, που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά στις 4 και 5 Μαΐου 2023. Η ίδια η επίσημη ιστοσελίδα της διοργάνωσης αναφέρει ότι το συνέδριο τελούσε υπό την αιγίδα των υπουργείων Υγείας και Τουρισμού. Στη λίστα των ομιλητών βρίσκονταν ο τότε υπουργός Υγείας Θάνος Πλεύρης, ο τότε υπουργός Τουρισμού Βασίλης Κικίλιας, ο τότε περιφερειάρχης Αττικής Γιώργος Πατούλης, αλλά και η γιατρός Ιωάννα Γάκα, η οποία σήμερα αντιμετωπίζει κακουργηματική ποινική δίωξη στο πλαίσιο της έρευνας για τον θάνατο του τραγουδιστή.

Η παρουσία της Ιωάννας Γάκα στη διοργάνωση δεν ήταν περιφερειακή ή άσχετη με τις πρακτικές που βρίσκονται σήμερα στο μικροσκόπιο. Παρουσιαζόταν επισήμως ως «Gynaecologist – Holistic Physician», ενώ σε υλικό από την ομιλία της περιέγραφε μηχάνημα φιλτραρίσματος του αίματος ως μέθοδο συνολικού «detox» του οργανισμού και αναφερόταν στην απομάκρυνση ουσιών που χαρακτήριζε τοξικές.

Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι κάθε πολιτικός ή θεσμικός παράγοντας που συμμετείχε στο συνέδριο γνώριζε λεπτομερώς κάθε ιατρική πράξη που πραγματοποιούνταν σε συγκεκριμένο ιδιωτικό ιατρείο. Καθιστά όμως εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο συγκεκριμένος χώρος δραστηριοτήτων λειτουργούσε πλήρως στο σκοτάδι και χωρίς δημόσια προβολή.

Η πολιτική ευθύνη αρχίζει ακριβώς εκεί. Όταν μία δραστηριότητα παρουσιάζεται σε διοργάνωση που φέρει θεσμική αιγίδα, όταν οι πρακτικές «ευεξίας» και «εναλλακτικών θεραπειών» προβάλλονται δημόσια και όταν έχουν προηγηθεί επίσημες επιστημονικές προειδοποιήσεις, το ερώτημα δεν είναι αν ένας υπουργός παρακολούθησε κάθε λεπτό μιας ομιλίας. Το ερώτημα είναι αν το κράτος διέθετε μηχανισμό που να ελέγχει τι ακριβώς προσφέρεται στους πολίτες ως ιατρική θεραπεία.

Η προειδοποίηση υπήρχε ήδη από το 2019

Το ακόμη βαρύτερο στοιχείο είναι ότι οι ενστάσεις για μη τεκμηριωμένες κυτταρικές και αποκαλούμενες αναγεννητικές θεραπείες δεν εμφανίστηκαν μετά την υπόθεση Μαζωνάκη. Η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία είχε ήδη από το 2019 αποστείλει επιστολή προς τον ΕΟΦ, τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και το υπουργείο Υγείας, προειδοποιώντας για την προσφορά και διαφήμιση μη αποδεδειγμένων ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένων κυτταρικών θεραπειών.

Η επιστημονική εταιρεία είχε ζητήσει διερεύνηση των δομών που προσέφεραν τέτοιες υπηρεσίες, ενίσχυση της εποπτείας και επίσημη ενημέρωση των πολιτών για τους κινδύνους. Δηλαδή, το κράτος είχε δεχθεί θεσμική προειδοποίηση επτά χρόνια πριν από τη σημερινή κρίση.

Αυτό μετατρέπει τη συζήτηση από μία απλή ιστορία «ρυθμιστικού κενού» σε ζήτημα διαχρονικής εποπτείας. Εάν υπήρχαν καταγεγραμμένες επιστημονικές επισημάνσεις από το 2019 και δημόσια προβολή αντίστοιχων πρακτικών το 2023, τότε η σημερινή επίκληση της ανάγκης για νέο πλαίσιο δεν αρκεί από μόνη της ως απάντηση.

Χρειάζεται να εξηγηθεί τι έκαναν στο μεσοδιάστημα οι αρμόδιες υπηρεσίες, πόσοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν, ποια κέντρα εξετάστηκαν, ποιες άδειες είχαν και ποιος είχε την αρμοδιότητα να ελέγχει αν οι διαφημιζόμενες πράξεις επιτρέπονταν στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

Η αντίφαση με την πλασμαφαίρεση και οι εξαγγελίες μετά την τραγωδία

Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε μετά την υπόθεση Μαζωνάκη ότι η πλασμαφαίρεση αποτελεί βαριά ιατρική διαδικασία και ότι πραγματοποιείται μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Παράλληλα, ανακοίνωσε τη συγκρότηση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για νέο πλαίσιο λειτουργίας των κέντρων αντιγήρανσης και μακροβιότητας.

Εδώ όμως προκύπτει η πιο δύσκολη αντίφαση για το υπουργείο Υγείας. Εφόσον, όπως δηλώνει ο ίδιος ο υπουργός, η πλασμαφαίρεση δεν επιτρέπεται σε απλό ιατρείο, τότε ως προς τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη δεν υπάρχει κάποια ασαφής «γκρίζα ζώνη» που τώρα πρέπει να φωτιστεί νομοθετικά. Υπάρχει ήδη σαφής περιορισμός.

Κατά συνέπεια, το βασικό ερώτημα μεταφέρεται από τη νομοθέτηση στον έλεγχο. Εάν μία απαγορευμένη για απλό ιατρείο πράξη μπορούσε να διαφημίζεται ή να παρέχεται χωρίς να κινητοποιούνται έγκαιρα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, τότε το πρόβλημα δεν ήταν αποκλειστικά η έλλειψη νέου νόμου. Ήταν και η αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος κράτους.

Η κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να καλύψει τα θεσμικά κενά με νέα επιτροπή, νέα ρύθμιση και αυστηρότερους κανόνες για τις κλινικές μακροβιότητας και αντιγήρανσης. Η παρέμβαση μπορεί να είναι αναγκαία. Έρχεται όμως μετά από μία υπόθεση με νεκρό, μετά από εισαγγελική έρευνα και μετά από δημόσια κατακραυγή.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία. Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να λειτουργεί με το μοντέλο «τραγωδία – αποκάλυψη – εξαγγελία – επιτροπή». Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υπάρχουν ακριβώς για να παρεμβαίνουν πριν υπάρξει θύμα.

Οι θεσμικές αιγίδες συνεδρίων δεν αποτελούν πιστοποιητικό νομιμότητας για κάθε ομιλητή ή θεραπευτική μέθοδο. Δημιουργούν όμως θεσμικό βάρος και αυξημένη υποχρέωση προσοχής. Όταν το υπουργείο Υγείας βάζει το όνομά του πάνω από μια διοργάνωση που αφορά ιατρικό τουρισμό, wellness και θεραπείες, δεν μπορεί η Πολιτεία να συμπεριφέρεται αργότερα σαν να ανακάλυψε για πρώτη φορά την ύπαρξη αυτού του οικοσυστήματος.

Το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματικούς και επιστημονικούς φορείς που έχουν ευθύνη εποπτείας. Οι δημόσιες καταγγελίες μετά το γεγονός έχουν αξία μόνο εάν συνοδεύονται από απαντήσεις για το τι είχε ελεγχθεί πριν.

Η υπόθεση Μαζωνάκη δεν αφορά πλέον μόνο δύο κατηγορούμενους γιατρούς, για τους οποίους βεβαίως ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι την τελεσίδικη κρίση της Δικαιοσύνης. Αφορά ένα ολόκληρο σύστημα εποπτείας που καλείται να εξηγήσει πώς δραστηριότητες που σήμερα χαρακτηρίζονται επικίνδυνες ή παράνομες μπορούσαν επί χρόνια να εμφανίζονται δημόσια μέσα στον χώρο της «ευεξίας» και του ιατρικού τουρισμού.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια. Υπήρχαν. Το ερώτημα είναι ποιος τα αξιολόγησε, ποιος τα αγνόησε και γιατί ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε με αποφασιστικότητα μόνο όταν ήταν πλέον πολύ αργά.