Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΤΟΛΗ

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

ΦΩΤΕΙΝΗ

Κόκκινα δάνεια: Το μεγάλο πλιάτσικο στα σπίτια και τις περιουσίες των Ελλήνων

Η συζήτηση για την απομείωση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων εκτείνεται σε βάθος χρόνου και διατρέχει διαδοχικές κυβερνήσεις, νομοθετικές παρεμβάσεις και διεθνείς αναταράξεις. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, θεσπίστηκε ο νόμος 2844/2000 για το ενεχυροφυλακείο και λίγα χρόνια αργότερα ο νόμος 3156/2003 για τα ομολογιακά δάνεια και την τιτλοποίηση απαιτήσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές παρουσιάστηκαν ως σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα διεύρυναν τις δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων και θα ενίσχυαν τις μεγάλες επενδύσεις σε μια οικονομία που εμφανιζόταν ισχυρή και έτοιμη να αξιοποιήσει τα οφέλη της συμμετοχής στην ευρωζώνη.

Η ένταξη στο ευρώ συνοδεύτηκε από αφήγημα διαρκούς ανόδου. Το δημόσιο χρέος θεωρούνταν διαχειρίσιμο, οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν υψηλοί και η πρόσβαση στον φθηνό δανεισμό έμοιαζε δεδομένη. Το χρηματιστήριο βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς ευφορίας. Τραπεζικές μετοχές κατέγραφαν εκρηκτικές αποδόσεις, οι αποταμιεύσεις διοχετεύονταν μαζικά στην αγορά και καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι η συμμετοχή στο νέο οικονομικό περιβάλλον μπορούσε να μετατραπεί σε γρήγορο πλουτισμό. Παράλληλα, οι τράπεζες επέκτειναν επιθετικά τη χορήγηση δανείων. Επιχειρηματικά δάνεια, στεγαστικά, καταναλωτικά, πιστωτικές κάρτες, όλα αυξάνονταν με ρυθμούς που ενίσχυαν τον κύκλο ρευστότητας και κατανάλωσης.

Η πιστωτική επέκταση δεν περιορίστηκε σε αυστηρά τραπεζικά κριτήρια. Χορηγήσεις σε επιχειρήσεις με αμφίβολες προοπτικές και καταναλωτικά δάνεια χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις δημιούργησαν ένα περιβάλλον υπερδανεισμού. Η αύξηση του τζίρου των τραπεζών και η προσωρινή ενίσχυση των κερδών τους ενίσχυσαν περαιτέρω τη χρηματιστηριακή αποτίμηση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο προσδοκιών. Το κράτος, ενθαρρύνοντας την επενδυτική συμμετοχή των πολιτών, συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας εύκολης απόδοσης.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέτρεψε ριζικά το σκηνικό. Η κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου στις Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Οι ελληνικές τράπεζες, με υψηλή εξάρτηση από τη διατραπεζική χρηματοδότηση, βρέθηκαν αντιμέτωπες με περιορισμό ρευστότητας και αυξημένο κόστος δανεισμού. Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή το 2008 προχώρησε σε πακέτο στήριξης ύψους 28 δισ. ευρώ, μέσω εγγυήσεων και ενίσχυσης κεφαλαίων, με στόχο τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Η παρέμβαση αυτή επιβάρυνε τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά εμφάνιζαν ήδη ενδείξεις κόπωσης.

Το 2009 και το 2010 η κρίση έλαβε δημοσιονομικό χαρακτήρα. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου ανακοίνωσε την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εγκαινιάζοντας την εποχή των μνημονίων. Η αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων από την ΕΛΣΤΑΤ και η εκτίναξη του ελλείμματος προκάλεσαν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Τα προγράμματα προσαρμογής που ακολούθησαν περιλάμβαναν βαθιά λιτότητα, περικοπές μισθών και συντάξεων, αύξηση φόρων και αναδιάρθρωση του κράτους. Η ύφεση που ακολούθησε υπήρξε από τις βαθύτερες σε καιρό ειρήνης, με εκτίναξη της ανεργίας και δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι τράπεζες. Από το 2010 έως το 2015 πραγματοποιήθηκαν τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις. Το Δημόσιο, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, απέκτησε σημαντικές συμμετοχές, ενώ η αξία των παλαιών μετοχών σχεδόν μηδενίστηκε. Κάθε κύκλος ανακεφαλαιοποίησης συνοδευόταν από νέα κεφάλαια, νέα dilution και μεταβολές στη μετοχική σύνθεση. Σταδιακά, το Δημόσιο προχώρησε σε αποεπενδύσεις, με το τελικό δημοσιονομικό αποτύπωμα να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και κριτικής.

Το 2012 εφαρμόστηκε το PSI, το μεγαλύτερο «κούρεμα» κρατικού χρέους που έχει πραγματοποιηθεί στην ευρωζώνη. Η αναδιάρθρωση οδήγησε σε σημαντικές απώλειες για ασφαλιστικά ταμεία, ιδιώτες ομολογιούχους και θεσμικούς επενδυτές, ενώ στόχος ήταν η μείωση του χρέους και η αποκατάσταση της βιωσιμότητάς του. Παράλληλα, το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος. Τα «κόκκινα» δάνεια αυξήθηκαν ραγδαία λόγω της ύφεσης και της μείωσης των εισοδημάτων.

Για την αντιμετώπισή τους θεσπίστηκαν πλαίσια τιτλοποιήσεων και προγράμματα κρατικών εγγυήσεων, όπως ο «Ηρακλής». Μεταβιβάστηκαν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων σε εταιρείες διαχείρισης και επενδυτικά κεφάλαια, πολλά εκ των οποίων είχαν έδρα στο εξωτερικό. Η διαδικασία αυτή επέφερε δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στους ισολογισμούς των τραπεζών, συνοδεύτηκε όμως από αύξηση πλειστηριασμών και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.

Παράλληλα, η φορολογική πολιτική μετατοπίστηκε προς ενίσχυση των έμμεσων φόρων και εντατικοποίηση της παρακολούθησης συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών. Οι υποχρεωτικές συναλλαγές με κάρτες και POS παρουσιάστηκαν ως μέτρο περιορισμού της φοροδιαφυγής. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών, που καταγράφεται ως μελλοντική απαίτηση του Δημοσίου, ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο λογιστικοί μηχανισμοί επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη εικόνα των δημοσίων εσόδων.

Η μεταμνημονιακή περίοδος συνοδεύτηκε από σταδιακή επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ η κοινωνική και εισοδηματική πίεση συνεχίζεται. Η περίοδος 2021–2023 σημαδεύτηκε από κύμα πληθωρισμού που μείωσε αισθητά την αγοραστική δύναμη. Οι ανελαστικές δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν, ενισχύοντας τα φορολογικά έσοδα μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης, ενώ οι πραγματικοί μισθοί δέχθηκαν πίεση.

Στον δημόσιο διάλογο επανήλθαν ανησυχίες για τα δημοσιονομικά περιθώρια και τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Προειδοποιήσεις για δημοσιονομικά κενά και για κίνδυνο επανάληψης ανισορροπιών τροφοδότησαν συζητήσεις περί νέας, λιγότερο ορατής κρίσης. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας έχει εντυπωθεί βαθιά στη συλλογική μνήμη, με την ιδιωτική περιουσία πολλών πολιτών να έχει αναδιαρθρωθεί μέσω ρυθμίσεων, πλειστηριασμών ή μεταβιβάσεων.

Η διαδρομή από την ευφορία της ένταξης στο ευρώ έως την αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή και τη σημερινή εύθραυστη ισορροπία αποτυπώνει μια περίπλοκη αλληλουχία πολιτικών επιλογών, διεθνών πιέσεων και θεσμικών μετασχηματισμών. Οι νόμοι των αρχών της δεκαετίας του 2000, η πιστωτική έκρηξη, η χρηματιστηριακή άνοδος, η κρίση του 2008, τα μνημόνια, οι ανακεφαλαιοποιήσεις, το PSI, η διαχείριση των κόκκινων δανείων και ο πληθωρισμός της τελευταίας περιόδου συνθέτουν ένα συνεχές αφήγημα.

Το αποτύπωμα αυτής της πορείας παραμένει ζωντανό. Οι πολίτες βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες των επιλογών εκείνων, είτε μέσω φορολογικών βαρών είτε μέσω μεταβολών στην αξία και στη διαχείριση της περιουσίας τους. Η δημόσια συζήτηση για το μέλλον της οικονομίας και για τα όρια ανάμεσα στη σταθερότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάπτυξη εξακολουθεί να καθορίζεται από τα γεγονότα και τις αποφάσεις αυτής της μακράς περιόδου.