1 Αυγούστου 2026

Κρατικά «φέσια» 3,7 δισ.: Το Δημόσιο απαιτεί πληρωμές και αφήνει τους ιδιώτες απλήρωτους

Στα 3,727 δισ. ευρώ εκτινάχθηκαν τον Μάιο του 2026 οι συνολικές οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες, προμηθευτές, φορολογουμένους, συνταξιούχους και ασφαλισμένους, επιβεβαιώνοντας ότι τα κρατικά «φέσια» συνεχίζουν να διογκώνονται παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για επιτάχυνση των πληρωμών.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των δημόσιων φορέων ξεπέρασαν πλέον τα 3 δισ. ευρώ, ενώ μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων το συνολικό ποσό αυξήθηκε κατά 428 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τα 3,299 δισ. ευρώ που είχαν καταγραφεί στο τέλος του 2025.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 δείχνουν ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους αυξήθηκαν κατά 431 εκατ. ευρώ από τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Η νέα επιδείνωση ακολούθησε τη μικρή υποχώρηση του Απριλίου, η οποία αποδείχθηκε προσωρινή.

Οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις εντοπίζονται στα δημόσια νοσοκομεία, στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, στους Δήμους, στα υπουργεία και σε άλλα νομικά πρόσωπα του Δημοσίου. Στις οφειλές αυτές προστίθενται επιστροφές φόρων ύψους 719 εκατ. ευρώ, οι οποίες παρέμεναν απλήρωτες στο τέλος Μαΐου.

Η εικόνα αποκαλύπτει μια κραυγαλέα αντίφαση στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Το Δημόσιο απαιτεί από πολίτες και επιχειρήσεις την άμεση και εμπρόθεσμη εξόφληση φόρων και εισφορών, την ίδια στιγμή που το ίδιο καθυστερεί για μήνες την πληρωμή των δικών του υποχρεώσεων, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Στα 1,519 δισ. ευρώ τα χρέη των νοσοκομείων

Τα δημόσια νοσοκομεία εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ιδιώτες και προμηθευτές. Στο τέλος Μαΐου, τα χρέη τους διαμορφώθηκαν σε 1,519 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 122 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025.

Η διόγκωση των οφειλών στον χώρο της δημόσιας υγείας πλήττει εταιρείες που προμηθεύουν νοσοκομεία με φάρμακα, υγειονομικό υλικό, εξοπλισμό και βασικές υπηρεσίες. Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές μεταφέρουν το κόστος της κρατικής δυσλειτουργίας στις επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να χρηματοδοτούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις ανάγκες του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης κατέγραφαν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις 715 εκατ. ευρώ προς συνταξιούχους, ασφαλισμένους και άλλους δικαιούχους. Το ποσό αυξήθηκε κατά 49 εκατ. ευρώ μέσα στους πρώτους πέντε μήνες του έτους, επιβαρύνοντας πολίτες που σε πολλές περιπτώσεις περιμένουν συντάξεις, εφάπαξ ή άλλες ασφαλιστικές παροχές.

Οι υποχρεώσεις των λοιπών νομικών προσώπων του Δημοσίου έφτασαν τα 235 εκατ. ευρώ, ενώ τα υπουργεία άφησαν απλήρωτες οφειλές ύψους 159 εκατ. ευρώ.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν τη διαρκή αδυναμία των δημόσιων φορέων να εφαρμόσουν ακόμη και τις βασικές εντολές του οικονομικού επιτελείου για ταχύτερη εξόφληση των προμηθευτών. Οι εγκύκλιοι και οι κυβερνητικές συστάσεις δεν έχουν μετατραπεί σε ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζουν να αυξάνονται.

Διπλασιάστηκαν σχεδόν τα «φέσια» Δήμων και ΟΤΑ

Τη μεγαλύτερη επιδείνωση παρουσίασαν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα χρέη των Δήμων και των λοιπών ΟΤΑ προς ιδιώτες αυξήθηκαν από 180 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025 σε 346 εκατ. ευρώ τον Μάιο του 2026.

Μέσα σε πέντε μήνες προστέθηκαν νέες απλήρωτες υποχρεώσεις ύψους 166 εκατ. ευρώ, με το συνολικό ποσό να προσεγγίζει τον διπλασιασμό. Οι καθυστερήσεις πλήττουν κυρίως μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που εκτελούν έργα, παρέχουν υπηρεσίες ή προμηθεύουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση με εξοπλισμό και υλικά.

Οι επιχειρήσεις αυτές υποχρεώνονται να καλύπτουν μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, φόρους και λειτουργικά έξοδα χωρίς να εισπράττουν εγκαίρως τα χρήματα που τους οφείλει το κράτος. Για αρκετές από αυτές, η παρατεταμένη καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα ρευστότητας, νέο δανεισμό ή ακόμη και αδυναμία συνέχισης της δραστηριότητάς τους.

Στο υπουργείο Οικονομικών παρακολουθούν τα κρατικά χρέη να αυξάνονται, παρά τις εντολές προς νοσοκομεία, Δήμους, ασφαλιστικούς οργανισμούς και άλλους φορείς να προχωρήσουν σε άμεση αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους.

Η κατάσταση εκθέτει την κυβερνητική διαχείριση, καθώς η αύξηση των χρεών δεν αποτελεί έκτακτο ή απρόβλεπτο φαινόμενο. Πρόκειται για μια παγιωμένη πρακτική του Δημοσίου, που χρησιμοποιεί τους ιδιώτες προμηθευτές ως άτυπους και άτοκους χρηματοδότες του κρατικού μηχανισμού.

Σημαντικό παραμένει και το ύψος των εκκρεμών επιστροφών φόρων, οι οποίες ανήλθαν σε 719 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026.

Μέρος των συγκεκριμένων επιστροφών δεν έχει καταβληθεί επειδή οι δικαιούχοι δεν έχουν ανταποκριθεί στις απαιτούμενες διαδικασίες ή δεν έχουν υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Η ΑΑΔΕ αναζητεί χιλιάδες φορολογουμένους για επιστροφές συνολικού ύψους 176 εκατ. ευρώ, οι οποίες παραμένουν αδιάθετες.

Ωστόσο, ακόμη και αν αφαιρεθούν τα ποσά για τα οποία εκκρεμούν ενέργειες των δικαιούχων, το συνολικό ύψος των απλήρωτων κρατικών υποχρεώσεων παραμένει εξαιρετικά υψηλό και επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.

Το υπουργείο Οικονομικών έχει προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να δημοσιοποιήσει στοιχεία δημόσιων φορέων που εμφανίζουν συστηματική ασυνέπεια στις πληρωμές τους προς προμηθευτές.

Η απειλή της δημόσιας έκθεσης δεν αρκεί για να θεραπεύσει ένα πρόβλημα που επιδεινώνεται. Η κυβέρνηση καλείται να επιβάλει σαφές χρονοδιάγραμμα αποπληρωμών, πραγματικούς ελέγχους και συνέπειες για τις διοικήσεις που συσσωρεύουν νέα χρέη.

Τα 3,727 δισ. ευρώ δεν αποτελούν έναν αφηρημένο δημοσιονομικό δείκτη. Είναι χρήματα που λείπουν από επιχειρήσεις, εργαζομένους, συνταξιούχους, ασφαλισμένους και φορολογουμένους. Όσο το Δημόσιο συνεχίζει να απαιτεί συνέπεια από όλους χωρίς να εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες στον εαυτό του, η περίφημη δημοσιονομική αξιοπιστία παραμένει μονόπλευρη και βαθιά άδικη.