Κρήτη: Έκλεβαν κοπάδια, άρπαζαν ξένες γαίες και «έτρωγαν» ευρωπαϊκές επιδοτήσεις
Πολυεπίπεδη εγκληματική οργάνωση, η οποία φέρεται να είχε μετατρέψει τις ζωοκλοπές, τους εκβιασμούς, τις καταπατήσεις αγροτικών εκτάσεων και την παράνομη είσπραξη ευρωπαϊκών επιδοτήσεων σε μόνιμο μηχανισμό κέρδους, εξάρθρωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στην Κρήτη.
Η συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 27 Ιουλίου σε διαφορετικές περιοχές του νησιού και είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη επτά ανδρών και μίας γυναίκας. Από την έρευνα, τέσσερις άνδρες ηλικίας 47, 34, 30 και 19 ετών εμφανίζονται ως τα βασικά μέλη του κυκλώματος.
Οι υπόλοιποι συλληφθέντες, τρεις άνδρες ηλικίας 69, 49 και 45 ετών και μία 36χρονη γυναίκα, αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση κατηγορίες για ρευματοκλοπή, παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις, ζωοκλοπή, ζωοκτονία και παραβίαση των κανόνων προστασίας και ευζωίας των ζώων.
Κατά τη διάρκεια της σύλληψής του, ο 34χρονος φέρεται να αντιστάθηκε και να επιτέθηκε στους αστυνομικούς. Τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. προχώρησαν στην ακινητοποίησή του, κάνοντας χρήση της αναγκαίας βίας, όπως προβλέπεται στη σχετική αστυνομική αναφορά.
Παρακολουθούσαν τα ποιμνιοστάσια και σχεδίαζαν κάθε ζωοκλοπή
Η επιχείρηση αποτέλεσε την κατάληξη πολύμηνης έρευνας, μέσα από την οποία οι αστυνομικοί χαρτογράφησαν τη δομή, τη μεθοδολογία και τις κινήσεις της φερόμενης εγκληματικής ομάδας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, τα μέλη της οργάνωσης επέλεγαν αρχικά το κοπάδι που θα αποτελούσε τον επόμενο στόχο τους. Συγκέντρωναν πληροφορίες για τη θέση του ποιμνιοστασίου, τις συνθήκες φύλαξης, τις διαδρομές πρόσβασης και τις ώρες κατά τις οποίες ο ιδιοκτήτης βρισκόταν ή απουσίαζε από την εγκατάσταση.
Ακολουθούσε συστηματική παρακολούθηση του χώρου. Οι κατηγορούμενοι φέρονται να σχεδίαζαν τη μεταφορά των ζώων και να επέλεγαν σημεία και δρόμους που θα περιόριζαν τον κίνδυνο εντοπισμού τους από κατοίκους ή αστυνομικές δυνάμεις.
Τα αιγοπρόβατα απομακρύνονταν είτε πεζή είτε με οχήματα και μεταφέρονταν αρχικά σε προσωρινά σημεία απόκρυψης. Στη συνέχεια διοχετεύονταν σε τρίτους αποδέκτες ή ενσωματώνονταν στα κοπάδια των κατηγορουμένων, ώστε να καταστεί δυσκολότερη η αναγνώριση και η επιστροφή τους στους πραγματικούς ιδιοκτήτες.
Σε άλλες περιπτώσεις, τα κλεμμένα ζώα φέρονται να οδηγούνταν σε σφαγή και το κρέας τους να διακινούνταν στην αγορά, χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη διαδικασία ελέγχου και πιστοποίησης της προέλευσής του.
Η Αστυνομία αποδίδει καθοριστικό ρόλο στον 47χρονο, ο οποίος φέρεται να επέλεγε τα ποιμνιοστάσια, να καθόριζε τη μεθοδολογία κάθε επιχείρησης και να κατανέμει τις αρμοδιότητες στα υπόλοιπα μέλη.
Ο ίδιος εμφανίζεται επίσης να αναλάμβανε τη διαχείριση των κλεμμένων ζώων και την προώθησή τους σε τρίτους. Ανάλογα με τις ανάγκες κάθε επιχείρησης, ενεργοποιούνταν και ο 69χρονος συλληφθείς, ο οποίος φέρεται να συμμετείχε σε επιμέρους στάδια της εγκληματικής δραστηριότητας.
Μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί τέσσερις περιπτώσεις διακεκριμένης ζωοκλοπής και μία απόπειρα. Οι πράξεις αυτές φέρεται να πραγματοποιήθηκαν από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 2026 σε διαφορετικές περιοχές της Κρήτης.
Τα μέλη της οργάνωσης κατηγορούνται ότι αφαίρεσαν τουλάχιστον 182 αιγοπρόβατα, καθώς και ένα αρμεκτικό μηχάνημα. Η συνολική αξία των ζώων και του εξοπλισμού εκτιμάται ότι προσεγγίζει τις 43.000 ευρώ.
Η έρευνα, όμως, δεν περιορίστηκε στις ζωοκλοπές. Οι αστυνομικές Αρχές αποκάλυψαν ένα ευρύτερο καθεστώς φόβου, το οποίο φέρονται να είχαν επιβάλει ο 47χρονος και ο 19χρονος στην περιοχή όπου δραστηριοποιούνταν.
Για διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, οι δύο άνδρες κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούσαν απειλές, βίαιες πρακτικές και άλλες παράνομες ενέργειες, προκειμένου να επιβάλουν την παρουσία τους και να αποτρέπουν τους κατοίκους από την υποβολή καταγγελιών.
Φέρονται να καταπατούσαν ή να ιδιοποιούνταν αγροτεμάχια τρίτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε αντίτιμο στους νόμιμους ιδιοκτήτες. Σε ορισμένες περιπτώσεις άφηναν τα κοπάδια τους να βόσκουν ανεξέλεγκτα μέσα σε ξένες εκτάσεις.
Σε άλλες περιπτώσεις καλλιεργούσαν τμήματα των καταπατημένων αγροτεμαχίων με σιτηρά, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως ζωοτροφή. Η παράνομη αυτή δραστηριότητα προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές σε δενδρώδεις και άλλες καλλιέργειες.
Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες καταγράφηκε ακόμη και ολοκληρωτική καταστροφή γεωργικής παραγωγής. Η συνολική οικονομική ζημιά για τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων εκτιμάται ότι ξεπερνά τις 120.000 ευρώ.
Εικονικά κοπάδια και 341.250 ευρώ από ευρωπαϊκές επιδοτήσεις
Ιδιαίτερα σοβαρό κεφάλαιο της δικογραφίας αφορά την παράνομη είσπραξη ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων. Από τους οικονομικούς και διασταυρωτικούς ελέγχους προέκυψε ότι κατηγορούμενοι υπέβαλλαν ανακριβείς ή ψευδείς δηλώσεις από το 2019 έως και το 2025.
Οι δηλώσεις αφορούσαν εκτάσεις βοσκοτόπων, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, αριθμό ζώων και στοιχεία που συνδέονται με την οικονομική βιωσιμότητα των ποιμνίων. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να εισέπραξαν παράνομα συνολικά 341.250,88 ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση κατηγορουμένου, ο οποίος δήλωσε το 2025 ότι διατηρούσε κοπάδι 460 αιγοπροβάτων. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο, ωστόσο, οι αρμόδιες υπηρεσίες φέρονται να διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανένα ζώο στην κατοχή του.
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της απάτης που μπορούσε να παραμένει για χρόνια κάτω από τα ραντάρ των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών, επιτρέποντας την εκταμίευση δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος για ανύπαρκτα κοπάδια.
Σε πέντε ακόμη ποιμνιοστάσια εντοπίστηκαν σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στα ζώα που είχαν δηλωθεί και σε εκείνα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων. Διαπιστώθηκε επίσης απουσία των υποχρεωτικών ενωτίων και έλλειψη της προβλεπόμενης πινακίδας στις εγκαταστάσεις.
Για το σκέλος της απάτης με τις επιχορηγήσεις κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, ο 47χρονος, ο 34χρονος και μία 40χρονη γυναίκα, η οποία περιλαμβάνεται στη δικογραφία.

Η υπόθεση αποτυπώνει ένα οργανωμένο σύστημα, στο οποίο η εγκληματική δραστηριότητα στην ύπαιθρο συνδεόταν με την εκμετάλλευση των αδυναμιών του μηχανισμού χορήγησης αγροτικών ενισχύσεων. Ζώα αμφίβολης προέλευσης, πλασματικοί αριθμοί και ψευδείς εκτάσεις φέρονται να χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία μιας σταθερής ροής παράνομου εισοδήματος.
Κατά τις έρευνες στις κατοικίες των κατηγορουμένων, οι αστυνομικοί κατάσχεσαν μία καραμπίνα, ένα ημιαυτόματο πιστόλι, 41 φυσίγγια και δύο μαχαίρια.
Εντοπίστηκαν επίσης 21 ενώτια ζώων, τα οποία έφεραν διαφορετικούς κωδικούς κτηνοτρόφων. Τα συγκεκριμένα ευρήματα εξετάζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν χρησιμοποιούνταν για την αλλοίωση της ταυτότητας κλεμμένων ζώων ή για τη δημιουργία πλασματικών μητρώων.
Σε δύο κατοικίες εκτελέστηκαν παράλληλα εκκρεμείς εντολές του ΔΕΔΔΗΕ για διακοπή της ηλεκτροδότησης, ενώ στο πλαίσιο της έρευνας διαπιστώθηκαν και περιπτώσεις ρευματοκλοπής.
Οι αστυνομικοί κατέγραψαν επιπλέον παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ευζωίας των ζώων. Σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις διαπιστώθηκε παθητική κακοποίηση συνολικά 12 σκύλων, με αποτέλεσμα να επιβληθούν τα προβλεπόμενα διοικητικά πρόστιμα.
Στη δικογραφία περιλαμβάνεται και ένας δασονόμος, ο οποίος κατηγορείται για παράβαση καθήκοντος. Σύμφωνα με την έρευνα, φέρεται να ενημέρωνε μέλη της οργάνωσης ότι πολίτες και ιδιοκτήτες αγροτικών εκτάσεων σχεδίαζαν να υποβάλουν μηνύσεις σε βάρος τους.
Η φερόμενη αυτή διαρροή πληροφοριών εξετάζεται ως κρίσιμο στοιχείο, καθώς θα μπορούσε να έχει προσφέρει στους κατηγορουμένους χρόνο να ασκήσουν πιέσεις, να απειλήσουν τα θύματα ή να εξαφανίσουν αποδεικτικό υλικό.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ τα όπλα, τα ενώτια και τα υπόλοιπα κατασχεμένα αντικείμενα εστάλησαν στα εγκληματολογικά εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ. για περαιτέρω εξέταση.
Η αστυνομική έρευνα παραμένει σε εξέλιξη, καθώς εξετάζεται η συμμετοχή των κατηγορουμένων και σε άλλες ζωοκλοπές, αγροζημιές, εκβιασμούς και περιπτώσεις παράνομης είσπραξης επιδοτήσεων.
Η εξάρθρωση της οργάνωσης αποκαλύπτει ένα βαθιά ριζωμένο πλέγμα παρανομίας στην κρητική ύπαιθρο, με θύματα κτηνοτρόφους, αγρότες, ιδιοκτήτες γης, το Δημόσιο και τα ευρωπαϊκά ταμεία. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για μόνιμους και ουσιαστικούς ελέγχους στις δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου και στις αγροτικές ενισχύσεις, ώστε τα χρήματα να καταλήγουν στους πραγματικούς παραγωγούς και όχι σε οργανωμένα κυκλώματα.
Οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία θα αξιολογηθούν από τη Δικαιοσύνη, ενώ για όλους τους εμπλεκομένους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας στην Ιταλία
Ιράκ: Η διπλωματική στρατηγική του νέου πρωθυπουργού