6 Νοεμβρίου 2026

Κτηνοτροφία σε αδιέξοδο: Έλλειψη ζώων και ανοιχτά ερωτήματα για την επανεκκίνηση

Με εκτεταμένες απώλειες ζωικού κεφαλαίου, υψηλό κόστος επανεκκίνησης και αβεβαιότητα για τη συνέχιση της παραγωγής βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική κτηνοτροφία. Οι 208 εστίες αφθώδους πυρετού και τα 2.257 κρούσματα ευλογιάς που αναφέρονται στο δημοσίευμα αποτυπώνουν το μέγεθος της υγειονομικής κρίσης, ενώ οι παραγωγοί αναζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις για αποζημιώσεις, ελέγχους και ανασύσταση των κοπαδιών.

Σε συνέντευξή του  ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιώργος Πρωτοψάλτης, επιχειρεί να απαντήσει στις ανησυχίες. Διαχωρίζει τα εργαστηριακά ευρήματα από την απόδοση ποινικών ευθυνών, αναγνωρίζει τη δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλων ζώων και γνωστοποιεί την επεξεργασία σχεδίου για την ανάταξη του κλάδου.

Οι τοποθετήσεις του έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η απώλεια παραγωγικών ζώων συνοδεύεται από παρατεταμένες οικονομικές υποχρεώσεις. Η αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού σχεδιασμού θα κριθεί από την κάλυψη αυτού του κενού και από τον χρόνο που θα χρειαστούν οι εκτροφές για να λειτουργήσουν ξανά.

Οι ορολογικοί έλεγχοι και ο φόβος απώλειας των αποζημιώσεων

Ένα από τα βασικά σημεία αντιπαράθεσης είναι το πρόγραμμα ορολογικής επιτήρησης. Κτηνοτρόφοι φοβούνται ότι η ανίχνευση αντισωμάτων μπορεί να εκληφθεί ως τεκμήριο παράνομου εμβολιασμού, με συνέπειες τόσο στην ποινική τους αντιμετώπιση όσο και στο δικαίωμα αποζημίωσης.

Ο Γιώργος Πρωτοψάλτης υποστηρίζει ότι προτεραιότητα του υπουργείου είναι η προστασία των παραγωγών που συμμορφώνονται με τη νομοθεσία και τα μέτρα βιοασφάλειας. Διευκρινίζει ότι ένα θετικό εύρημα αντισωμάτων έναντι της ευλογιάς των αιγοπροβάτων δεν αποδεικνύει από μόνο του παράνομη πράξη ή ευθύνη του κτηνοτρόφου.

Σύμφωνα με την εξήγησή του, κάθε υπόθεση αξιολογείται μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών κτηνιατρικής επιτήρησης και επιζωοτιολογικής διερεύνησης. Στην αξιολόγηση συνυπολογίζονται τα εργαστηριακά αποτελέσματα, το ιστορικό της μονάδας και τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία.

Ο γενικός γραμματέας τονίζει ότι η επιστημονική καταγραφή ενός υγειονομικού ευρήματος διαφέρει από τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης. Για τη δεύτερη απαιτείται διερεύνηση συγκεκριμένης αξιόποινης ενέργειας, χωρίς αυτόματη εξαγωγή συμπεράσματος από μία εξέταση.

Η διευκρίνιση απαντά στον φόβο συλλήβδην στοχοποίησης. Η πρακτική εφαρμογή των ελέγχων και η σαφής ενημέρωση των παραγωγών παραμένουν κρίσιμες για την αποφυγή αδικιών και για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στις κτηνιατρικές διαδικασίες.

Έλλειψη ζώων, σχέδιο ανάταξης και ανησυχία για τη φέτα

Στην ανασύσταση των εκτροφών, το πρόβλημα υπερβαίνει την καταβολή μιας αποζημίωσης. Οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν αυξημένες τιμές αγοράς ζώων και, σύμφωνα με τις ανησυχίες που μεταφέρονται στα δημοσιεύματα, χρηματοδοτικό κενό τουλάχιστον δύο ετών μέχρι την αποκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας.

Το ΥΠΑΑΤ αναγνωρίζει ότι η διαθεσιμότητα κατάλληλου ζωικού κεφαλαίου είναι περιορισμένη τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά. Η παραδοχή αναδεικνύει έναν επιπλέον περιορισμό στον σχεδιασμό της επανεκκίνησης.

Ο κ. Πρωτοψάλτης περιγράφει την ανασύσταση ως βασικό άξονα της κυβερνητικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι απαιτείται ασφαλής επαναλειτουργία των μονάδων και αποτροπή νέας διασποράς των νοσημάτων. Η αντικατάσταση των χαμένων ζώων προϋποθέτει υγειονομικές εγγυήσεις.

Επικαλείται τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/687 και αναφέρει ότι η διαδικασία θα εξελιχθεί υπό την εποπτεία των κτηνιατρικών αρχών, με πιστοποίηση, πλήρη ιχνηλασιμότητα και τήρηση των απαιτούμενων προϋποθέσεων βιοασφάλειας.

Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο επεξεργάζεται ένα συνολικό «Σχέδιο Ανάταξης της Ελληνικής Κτηνοτροφίας». Κατά τον γενικό γραμματέα, ο σχεδιασμός θα πρέπει να συνδέσει τις πραγματικές δυνατότητες προμήθειας ζώων με τη διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εγχώριας παραγωγής, την προστασία της υγείας των κοπαδιών και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων.

Η επεξεργασία σχεδίου αφήνει ανοιχτό το ζήτημα του χρονοδιαγράμματος και της χρηματοδότησης. Για τους παραγωγούς, καθοριστικό παραμένει πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες μέχρι την επιστροφή σε σταθερό εισόδημα.

Παράλληλα, η μείωση της διαθέσιμης πρώτης ύλης προκαλεί ανησυχία για την παραγωγή και την τιμή της φέτας. Σε δημοσιεύματα μεταφέρονται φόβοι ανόδου ακόμη και στα 20 ευρώ το κιλό, ως ενδεχόμενο και όχι ως ήδη διαμορφωμένη τιμή.

Ο Γιώργος Πρωτοψάλτης χαρακτηρίζει στρατηγική προτεραιότητα τη διαφύλαξη του προϊόντος. Για τις εξαγωγές εξηγεί ότι οι υγειονομικοί περιορισμοί διαφοροποιούνται ανά νόσημα, επιδημιολογική κατάσταση, είδος και επεξεργασία προϊόντος, καθώς και ανάλογα με τις απαιτήσεις της αγοράς προορισμού.

Συνεπώς, η συνέχιση μιας επιζωοτίας δεν συνεπάγεται ενιαία αντιμετώπιση όλων των ζωικών προϊόντων σε κάθε χώρα. Οι όροι πρόσβασης στις διεθνείς αγορές εξετάζονται βάσει των επιμέρους δεδομένων.

Ο γενικός γραμματέας συνδέει την προστασία της φέτας και των εξαγωγών της με την επιβίωση της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας. Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις θα αποτιμηθούν στην ταχύτητα και στην επάρκεια της στήριξης, ώστε οι πληγείσες εκτροφές να ανακτήσουν παραγωγική δυνατότητα και οι κτηνοτρόφοι να παραμείνουν στο επάγγελμα.