19 Ιουνίου 2026

ΚΥΑ για τον Τύπο: Ενίσχυση ή έλεγχος;

Παράταση μόλις τεσσάρων ημερών έδωσε η κυβέρνηση για την κατάθεση των δικαιολογητικών στο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης των μέσων ενημέρωσης, ανακοινώνοντας την απόφαση κυριολεκτικά τρεις ώρες πριν εκπνεύσει η αρχική προθεσμία. Η επιλογή αυτή καταγράφεται ως ακόμη ένα δείγμα διοικητικής προχειρότητας και πολιτικού ελέγχου σε έναν χώρο που θα έπρεπε να προστατεύεται θεσμικά, με διαφάνεια, σταθερούς κανόνες και πραγματική μέριμνα για την επιβίωση του δημοσιογραφικού λόγου.

Η αρχική ΚΥΑ για το «Πρόγραμμα μηχανισμού χρηματοδότησης» είχε εκδοθεί στις 27 Μαΐου και όριζε ως καταληκτική ημερομηνία τη 15η Ιουνίου. Στην πράξη, οι επιχειρήσεις Τύπου είχαν στη διάθεσή τους μόλις 14 ημέρες για να συγκεντρώσουν μεγάλο αριθμό εγγράφων, να καταρτίσουν εκθέσεις και να ολοκληρώσουν έναν διοικητικό φάκελο ιδιαίτερα απαιτητικό. Στις 9 το βράδυ, λίγο πριν τη λήξη της προθεσμίας, εκδόθηκε νέα ΚΥΑ που έδινε παράταση τεσσάρων ημερών.

Η υπόθεση δεν εξαντλείται στη στενότητα των προθεσμιών. Ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε το πρόγραμμα δημιουργεί την εικόνα μιας κυβερνητικής διαδικασίας που περισσότερο επιδιώκει να διαμορφώσει το πεδίο κατά τις δικές της επιλογές, παρά να στηρίξει ουσιαστικά τις εφημερίδες και την ανεξάρτητη ενημέρωση. Η οικονομική ενίσχυση παρουσιάζεται ως μέτρο προστασίας της πολυφωνίας, όμως οι όροι και οι προϋποθέσεις της γεννούν σοβαρά ερωτήματα για το ποιοι τελικά θα ωφεληθούν και ποιοι θα αποκλειστούν.

Το πρόγραμμα προβλέπει συνολική ενίσχυση έως 16.800.000 ευρώ και περιλαμβάνει δύο δράσεις. Η πρώτη αφορά την επιδότηση του φόρου υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ, ενώ η δεύτερη εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινοτικής ενίσχυσης των εφημερίδων, με στόχο την ενδυνάμωση της ενημέρωσης, της ελευθεροτυπίας και της δημοκρατικής λειτουργίας.

Πρώτα θα προσδιοριστούν οι δικαιούχοι της πρώτης δράσης, δηλαδή της επιδότησης του φόρου υπέρ του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως. Το ποσό που θα απομείνει θα κατευθυνθεί στους δικαιούχους της δεύτερης δράσης. Η σειρά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα το ύψος των πόρων που θα φτάσουν τελικά στις εφημερίδες.

Ένταξη περιοδικών και απομείωση της στήριξης των εφημερίδων

Στη δεύτερη δράση αποφασίστηκε ότι δικαίωμα ένταξης θα έχουν, πέρα από τις πανελλαδικές, περιφερειακές και τοπικές εφημερίδες, και τα περιοδικά. Η επιλογή αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα, καθώς το ευρωπαϊκό πλαίσιο στήριξης συνδέεται με την πολυφωνία, την ενημέρωση των πολιτών και την ενίσχυση του δημοκρατικού διαλόγου.

Η διεύρυνση προς περιοδικά κάθε θεματικής κατηγορίας μειώνει δραστικά το ποσό που θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε εκδοτικές επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν ενημερωτικό περιεχόμενο, ασκούν έλεγχο στην εξουσία και συμμετέχουν καθημερινά στη δημόσια σφαίρα. Η ένταξη εντύπων με αντικείμενο τη μαγειρική, την τηλεόραση, τη χειροτεχνία ή άλλες μη ενημερωτικές θεματικές αλλοιώνει τον σκοπό της παρέμβασης και δημιουργεί υπόνοιες για πολιτική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.

Η κυβερνητική επιλογή γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν συγκρίνεται με την ευρωπαϊκή πρακτική. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης η στήριξη του Τύπου αποτελεί σταθερή δημόσια πολιτική και εφαρμόζεται με συγκεκριμένα εργαλεία, χωρίς να αναμένεται κάθε φορά η ύπαρξη κοινοτικών πόρων. Στη Γαλλία ισχύει υπερμειωμένος ΦΠΑ και φορολογικά κίνητρα για δωρεές σε επιχειρήσεις Τύπου. Στη Σουηδία λειτουργούν ισχυρά ετήσια προγράμματα χρηματοδότησης. Στη Γερμανία υπάρχουν ειδικά μέτρα στήριξης για τοπικές εφημερίδες. Στην Ιταλία εφαρμόζονται φορολογικές πιστώσεις για αγορά χαρτιού, ενώ στην Αυστρία προβλέπονται επιχορηγήσεις για ψηφιακό μετασχηματισμό.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζονται σταθερά επιδοτήσεις στη διανομή, ενώ υπάρχουν και ειδικά σχήματα ενίσχυσης της ερευνητικής έντυπης δημοσιογραφίας. Η ελληνική κυβέρνηση, αντί να διαμορφώσει ένα καθαρό και μόνιμο πλαίσιο για την επιβίωση των εφημερίδων, επιλέγει ένα σύνθετο, γραφειοκρατικό και περιορισμένο σχήμα, το οποίο αφήνει περιθώρια πολιτικής πλοήγησης της ενίσχυσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρώτη δράση για την επιδότηση του φόρου υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ. Ο συγκεκριμένος φόρος, ύψους 2% επί του τζίρου, παρουσιάζεται σήμερα ως πεδίο κυβερνητικής βοήθειας. Στην πραγματικότητα αποτελεί αντικατάσταση παλαιότερης επιβάρυνσης που αφορούσε τους τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι πέτυχαν ευνοϊκή τροποποίηση, ώστε το βάρος να διαχυθεί σε όλα τα μέσα ενημέρωσης.

Με τον τρόπο αυτό, τα τηλεοπτικά κανάλια αποφεύγουν την αποκλειστική επιβάρυνση, ενώ εξακολουθούν να λαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης και επικοινωνιακής δαπάνης. Η κυβέρνηση εμφανίζεται τώρα να επιδοτεί ένα βάρος που προέκυψε από μια στρέβλωση η οποία ευνόησε κυρίως τους ισχυρότερους παίκτες της αγοράς.

Γραφειοκρατικά εμπόδια και αποκλεισμοί

Οι προθέσεις του κυβερνητικού μηχανισμού είχαν διαφανεί ήδη από την πρώτη ΚΥΑ, μέσα από τον κατάλογο των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Στις επιχειρήσεις ζητήθηκε να καταθέσουν σειρά εγγράφων τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί για την εγγραφή τους στο Μητρώο Τύπου. Η κυβέρνηση δημιούργησε ένα μητρώο το οποίο, τη στιγμή της κρίσιμης εφαρμογής, φαίνεται να μη λειτουργεί ως εργαλείο απλούστευσης, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε επαναλαμβανόμενη συλλογή των ίδιων εγγράφων.

Η διαδικασία θυμίζει διοικητικό φαύλο κύκλο. Αντί το κράτος να αξιοποιεί τα στοιχεία που ήδη διαθέτει, μεταφέρει ξανά το βάρος στις επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να απασχολούν προσωπικό για την παραγωγή φακέλων, πιστοποιητικών και επαναλαμβανόμενων δηλώσεων. Σε έναν κλάδο που πιέζεται οικονομικά, η γραφειοκρατία γίνεται πρόσθετο εμπόδιο επιβίωσης.

Στα δικαιολογητικά περιλαμβάνονται και εκθέσεις για το ποσοστό των θεματικών ενοτήτων που καλύπτουν τα μέσα, για τα σχέδια εκπαίδευσης των εργαζομένων και για την εφαρμογή διατάξεων περί ισότητας των φύλων. Πρόκειται για κείμενα κυρίως τυπικού χαρακτήρα, τα οποία δύσκολα παράγουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τα ζητήματα εκπαίδευσης, ισότητας και επαγγελματικής προστασίας λύνονται με συνεκτική κοινωνική και εργασιακή πολιτική, όχι με υποχρεωτικές εκθέσεις ιδεών από επιχειρήσεις που διεκδικούν στήριξη για να επιβιώσουν.

Το σοβαρότερο ζήτημα αφορά τα οικονομικά προαπαιτούμενα. Οι όροι που τίθενται φαίνεται να παραπέμπουν σε επιχειρήσεις Τύπου με ισχυρή οικονομική θέση, δηλαδή σε επιχειρήσεις που έχουν μικρότερη ανάγκη ενίσχυσης. Έτσι, κινδυνεύει να αποκλειστεί μεγάλο μέρος των εκδοτικών επιχειρήσεων εφημερίδων, ενώ ταυτόχρονα νοθεύεται ο ανταγωνισμός στον πιο ευαίσθητο κλάδο της δημόσιας ζωής.

Οι επιχειρήσεις Τύπου δεν παράγουν ένα ακόμη καταναλωτικό προϊόν. Η ενημέρωση, ο έλεγχος της εξουσίας, η διαφάνεια και η δυνατότητα του πολίτη να γνωρίζει τα γεγονότα αποτελούν στοιχεία δημόσιου αγαθού. Η εφημερίδα, ειδικά σε μια εποχή ψηφιακής αστάθειας, παραμένει τεκμήριο που καταγράφεται, διασταυρώνεται, αρχειοθετείται και δεν εξαφανίζεται με μια τεχνική παρέμβαση ή κυβερνοεπίθεση.

Η έντυπη δημοσιογραφία κρατά το σταθερό ίχνος της δημόσιας ζωής. Σε ένα περιβάλλον όπου οι πληροφορίες αλλάζουν με ταχύτητα, αναπαράγονται χωρίς έλεγχο και μπορούν να τροποποιηθούν ή να διαγραφούν, το χαρτί εξακολουθεί να λειτουργεί ως ιστορική μνήμη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ευρωπαϊκή πολιτική αναγνωρίζει την ανάγκη στήριξης των εφημερίδων.

Η κυβερνητική προσπάθεια να καθοδηγηθεί το πού θα κατευθυνθεί η οικονομική ενίσχυση και να απομειωθεί η ουσιαστική στήριξη των εφημερίδων αποκαλύπτει μια βαθύτερη αντίληψη για τα μέσα ενημέρωσης. Αντί να αντιμετωπίζονται ως θεσμικός πυλώνας της δημοκρατίας, εντάσσονται σε ένα πεδίο διοικητικού ελέγχου, επιλεκτικής ενίσχυσης και βραχυπρόθεσμου πολιτικού υπολογισμού.

Σε μια φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, η στήριξη του Τύπου δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο εξάρτησης. Οφείλει να είναι καθαρή, σταθερή, δίκαιη και προσανατολισμένη στην πραγματική ενημέρωση. Όταν η κυβέρνηση μετατρέπει την οικονομική ενίσχυση σε λαβύρινθο προθεσμιών, δικαιολογητικών και ύποπτων διευρύνσεων, τότε το πρόβλημα παύει να είναι διαχειριστικό. Γίνεται ζήτημα δημοκρατικής ποιότητας.

Ετικέτες: