Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΤΙΓΟΝΟΣ

ΕΥΠΡΕΠΙΟΣ

17 Οκτωβρίου 2026

Λαφαζάνης στον FLASH 95.8: «Στάχτη στα μάτια» οι κινήσεις Μητσοτάκη για την ακρίβεια

Σε ιδιαίτερα αιχμηρούς τόνους τοποθετήθηκε ο Παναγιώτης Λαφαζάνης για την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, την ακρίβεια και τις κινήσεις της κυβέρνησης στο ενεργειακό μέτωπο, μιλώντας στην εκπομπή «Πρωινό Βήμα» του FLASH Κρήτης 95.8 και στον Νίκο Κυριακάκη.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες, οι προτάσεις που έχει καταθέσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, καθώς και το κρίσιμο ερώτημα εάν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις μπορούν πραγματικά να περιορίσουν την πίεση που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις από το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός, χαρακτηρίζοντας όσα εκτυλίσσονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως μια «φαρσοκωμωδία» γύρω από τον προϋπολογισμό και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Όπως υποστήριξε, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διαμορφωθεί βαθιά διαίρεση ανάμεσα στις χώρες που επιδιώκουν ακόμη αυστηρότερη συγκράτηση των δαπανών και σε εκείνες που ζητούν περισσότερο χώρο κινήσεων, χωρίς όμως να αμφισβητούν ουσιαστικά το υφιστάμενο πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Λαφαζάνης: «Ζητά ευελιξία μέσα στους ίδιους περιορισμούς»

Κατά τον πρώην υπουργό, η θέση που παρουσιάζει η ελληνική κυβέρνηση δεν συνιστά πραγματική σύγκρουση με τη δημοσιονομική πολιτική των Βρυξελλών. Όπως ανέφερε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά μεγαλύτερη δυνατότητα ανακατανομής των διαθέσιμων πόρων, παραμένοντας όμως εντός των συνολικών ορίων δαπανών που καθορίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Με απλά λόγια, σύμφωνα με την ανάλυση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, η κυβέρνηση επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία στο πού θα κατευθύνει τα ήδη διαθέσιμα κονδύλια, χωρίς να αυξηθεί ουσιαστικά το συνολικό δημοσιονομικό περιθώριο.

«Δηλαδή, τόσο όσο», ήταν η χαρακτηριστική αναφορά του, εξηγώντας ότι μία ενδεχόμενη μεγαλύτερη στήριξη προς την ενέργεια θα πρέπει, με βάση αυτή τη λογική, να αντισταθμιστεί από περιορισμούς ή περικοπές σε άλλες κατηγορίες δαπανών.

Ο ίδιος επέμεινε ότι η ουσιαστική συζήτηση θα έπρεπε να αφορά την αναστολή ή τη χαλάρωση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών «κοφτών», προκειμένου οι εθνικές οικονομίες να αποκτήσουν πραγματικό χώρο για κοινωνικές και οικονομικές παρεμβάσεις. Κατά την άποψή του, αυτό δεν αποτελεί σήμερα το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης.

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μία περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος και η ακρίβεια εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει τις ευρωπαϊκές παρεμβάσεις ως βασικό εργαλείο για την ανακούφιση της αγοράς, όμως η συζήτηση επανέρχεται αναπόφευκτα στις δυνατότητες που διαθέτει η ίδια σε εθνικό επίπεδο.

Στη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκε από τον Νίκο Κυριακάκη και το περιεχόμενο των ελληνικών προτάσεων στις Βρυξέλλες: αξιοποίηση πρόσθετων δημοσίων εσόδων για προσωρινή οικονομική στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αναζήτηση πρόσθετων μέτρων απέναντι στην αύξηση του ενεργειακού κόστους και αλλαγές στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, ώστε να περιοριστούν επιβαρύνσεις που περνούν στις τιμές της ενέργειας.

Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ωστόσο, αμφισβήτησε ότι αυτή η κατεύθυνση μπορεί από μόνη της να ανατρέψει την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι πολίτες.

Στο επίκεντρο ΕΦΚ, διυλιστήρια και πραγματικό κόστος για τον καταναλωτή

Η συζήτηση στράφηκε στη συνέχεια στις δυνατότητες άμεσης παρέμβασης της κυβέρνησης στην ελληνική αγορά καυσίμων. Ο Νίκος Κυριακάκης έθεσε ευθέως το ζήτημα της φορολόγησης των διυλιστηρίων, αλλά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ο οποίος αποτελεί σταθερά σημαντικό τμήμα της τελικής επιβάρυνσης για τον καταναλωτή.

Το ερώτημα που τέθηκε είναι συγκεκριμένο: εφόσον η κυβέρνηση δηλώνει ότι επιδιώκει την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το ενεργειακό κόστος, γιατί δεν προχωρά σε πιο αποφασιστικές κινήσεις στα πεδία που ελέγχει άμεσα η ίδια;

Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης συμφώνησε ότι εκεί βρίσκεται ένα από τα κρίσιμα σημεία της συζήτησης και χαρακτήρισε τις κυβερνητικές εξαγγελίες «στάχτη στα μάτια». Κατά την άποψή του, η κυβέρνηση αναζητά τρόπους να εμφανίσει πρόσθετη στήριξη στον ενεργειακό τομέα, χωρίς να αμφισβητήσει τους συνολικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και χωρίς να παρουσιάζει με σαφήνεια ποιοι άλλοι τομείς θα επιβαρυνθούν από πιθανή μεταφορά πόρων.

«Αν μπορεί να δώσει κάτι παραπάνω στον τομέα της ενέργειας ή να κάνει ορισμένες περικοπές στις ενεργειακές επιβαρύνσεις, θα το κόψει από άλλες δαπάνες», ήταν η ουσία της θέσης που ανέπτυξε στη συνέντευξη.

Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν εξηγεί από πού ακριβώς θα αφαιρεθούν τα κονδύλια που ενδεχομένως θα μεταφερθούν προς την ενεργειακή στήριξη. Η γενική αναφορά σε «δημοσιονομική ευελιξία», όπως υποστήριξε, δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα όσο παραμένει σταθερό το συνολικό πλαφόν των δαπανών.

Η κριτική του Παναγιώτη Λαφαζάνη αγγίζει έτσι τον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής για την ακρίβεια: την επιλογή να αναζητούνται πρόσθετα εργαλεία και εξαιρέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την ώρα που στο εσωτερικό παραμένει ανοιχτή η συζήτηση για ΕΦΚ, φορολογικές επιβαρύνσεις, ενεργειακά υπερκέρδη και άμεσες μειώσεις του κόστους για τους πολίτες.

Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αποδείξει στην πράξη εάν οι παρεμβάσεις που προτείνει στις Βρυξέλλες μπορούν να μεταφραστούν σε πραγματική μείωση των λογαριασμών και των τιμών ή εάν πρόκειται κυρίως για μετακινήσεις κονδυλίων μέσα σε ένα ήδη ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Για τον Παναγιώτη Λαφαζάνη η απάντηση είναι σαφής: όσο δεν αλλάζουν οι βασικοί περιορισμοί της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής και όσο δεν αξιοποιούνται αποφασιστικά τα εθνικά φορολογικά εργαλεία, η πολυδιαφημισμένη «ευελιξία» δύσκολα μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική λύση για τα νοικοκυριά που βρίσκονται αντιμέτωπα με την ακρίβεια.

Η παρέμβασή του στο «Πρωινό Βήμα» του FLASH Κρήτης 95.8 κατέγραψε με τον πλέον καθαρό τρόπο τη διαφορετική ανάγνωση απέναντι στην κυβερνητική γραμμή: το ζήτημα, όπως υποστήριξε, δεν είναι απλώς η καλύτερη κατανομή των ίδιων χρημάτων, αλλά η συνολική πολιτική επιλογή για το ποιος τελικά θα επωμιστεί το κόστος της ενεργειακής και οικονομικής κρίσης.