Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ

ΝΙΚΗΤΑΣ

15 Σεπτεμβρίου 2026

Λαγκάρντ: Η Ευρώπη χρειάζεται δική της τεχνητή νοημοσύνη

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Η Λαγκάρντ ζητά ανάπτυξη ευρωπαϊκής τεχνητής νοημοσύνης για να αποφευχθεί η εξάρτηση από ΗΠΑ και Κίνα.
  • Οι ΗΠΑ διαθέτουν το 75% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για AI, ενώ η Ευρώπη μόλις το 5%.
  • Η Ευρώπη αντιμετωπίζει δίλημμα: περιορισμός της AI για προστασία δεδομένων ή ταχεία υιοθέτηση με εξάρτηση.
  • Η AI θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγικότητα έως 4% σε μια δεκαετία, λέει η Λαγκάρντ.
  • Το έλλειμμα σε κέντρα δεδομένων στην Ευρώπη προβλέπεται να αυξηθεί πάνω από έξι φορές σε δέκα χρόνια.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, απηύθυνε δημόσια προειδοποίηση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους θεσμούς της Ένωσης, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης εγχώριας τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης και την ταχεία επέκταση των υποδομών κέντρων δεδομένων εντός των ευρωπαϊκών συνόρων. Σύμφωνα με την επικεφαλής της ΕΚΤ, η στρατηγική αυτή κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος η Ευρώπη να καταστεί όμηρος τεχνολογικών εξαρτήσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα, γεγονός που θα περιόριζε δραστικά την αυτονομία της στην οικονομική και πολιτική σφαίρα.

Κατά τη διάρκεια ομιλίας της στη Βιέννη, η Λαγκάρντ ανέλυσε διεξοδικά το τοπίο της παγκόσμιας καινοτομίας, επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης συντελείται κατά κύριο λόγο εκτός Ευρώπης. Παρέθεσε μάλιστα συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι ΗΠΑ παρήγαγαν πέρυσι 59 σημαντικά μοντέλα AI, ενώ η Κίνα ακολούθησε με 35. Αντιθέτως, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παρήγαγαν από ένα μόλις μοντέλο έκαστο, καταδεικνύοντας το μέγεθος της τεχνολογικής υστέρησης της Γηραιάς Ηπείρου έναντι των δύο μεγάλων ανταγωνιστών της.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της υπολογιστικής ισχύος, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την εκπαίδευση και λειτουργία συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν το 75% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για τεχνητή νοημοσύνη, η οποία παρέχεται μέσω κέντρων δεδομένων, την ώρα που η Ευρώπη καλύπτει μόλις το 5% της αντίστοιχης παγκόσμιας χωρητικότητας. Το χάσμα αυτό, όπως προειδοποίησε, αναμένεται να διευρυνθεί περαιτέρω εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Λαγκάρντ περιέγραψε το «δύσκολο δίλημμα» που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: είτε να περιορίσει την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης για λόγους προστασίας των δεδομένων της, στερούμενη έτσι τα οφέλη της ανάπτυξης που αυτή προσφέρει, είτε να την υιοθετήσει ταχύτατα, καθιστάμενη όμως σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τρίτους και διακινδυνεύοντας να απωλέσει την ελευθερία να οργανώνει την οικονομία της με βάση τις δικές της αξίες και προτεραιότητες.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ προχώρησε σε μια ιδιαίτερα αναλυτική περιγραφή των άμεσων και ευρέων οικονομικών επιπτώσεων που θα είχε ενδεχόμενη διακοπή της πρόσβασης της Ευρώπης στην τεχνητή νοημοσύνη ή αλλαγή των όρων υπό τους οποίους αυτή παρέχεται. Διευκρίνισε ότι εντός των επόμενων ετών, η τεχνητή νοημοσύνη θα διαδραματίζει κομβικό ρόλο σε κρίσιμες λειτουργίες του κράτους και της οικονομίας, όπως ο έλεγχος εμπορευμάτων στα σύνορα, η αξιολόγηση φορολογικών δηλώσεων, ο συντονισμός δρομολογίων τρένων, η παρακολούθηση ασθενών στα νοσοκομεία και η διεκπεραίωση τραπεζικών πληρωμών. Ως εκ τούτου, τυχόν διακοπή ή αλλαγή όρων θα έπληττε ταυτόχρονα όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι η εξάρτηση αυτή δημιουργεί μια μορφή οικονομικής και στρατηγικής ισχύος που κανένας εμπορικός εταίρος δεν είχε ποτέ στο παρελθόν απέναντι στην Ευρώπη. Πρόκειται για ένα μέσο πίεσης που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, για παράδειγμα σε ζητήματα δασμών ή ψηφιακής φορολογίας, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική θέση τρίτων χωρών έναντι της Ένωσης.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης γεωπολιτικής ανάλυσης, η πρόεδρος της ΕΚΤ αναφέρθηκε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η διατλαντική σχέση. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν βασικοί σύμμαχοι, η κυβέρνηση Τραμπ έχει κλονίσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μέσα από μια σειρά εξελίξεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιβολή δασμών, οι απαιτήσεις για την ανάληψη του ελέγχου της Γροιλανδίας – μιας σε μεγάλο βαθμό αυτόνομης περιοχής που αποτελεί τμήμα του Βασιλείου της Δανίας – καθώς και η αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη, εν μέσω πολιτικών διαφωνιών.

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας, η Λαγκάρντ εκτίμησε ότι εάν η τεχνητή νοημοσύνη υιοθετηθεί με ταχείς ρυθμούς, θα μπορούσε να αυξήσει το επίπεδο παραγωγικότητας – έναν βασικό δείκτη των οικονομικών επιδόσεων – έως και κατά 4% μέσα σε μία δεκαετία. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μετασχηματίσει ριζικά τα δημόσια οικονομικά, προσφέροντας νέους πόρους για επενδύσεις και κοινωνικές πολιτικές.

Καλώντας την Ευρώπη να ενισχύσει τις υποδομές υπολογιστικής ισχύος, η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι η Ευρώπη διαθέτει ήδη ανεπαρκή χωρητικότητα σε κέντρα δεδομένων για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και, με βάση τις σημερινές τάσεις, το έλλειμμα αυτό προβλέπεται να αυξηθεί περισσότερο από έξι φορές μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η προειδοποίηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μαζικές επενδύσεις σε υποδομές, οι οποίες θα πρέπει να προσελκύσουν τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά κεφάλαια.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις επιπτώσεις της παγκόσμιας ζήτησης για τεχνολογία στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι επενδυτικές ανάγκες των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών είναι τόσο μεγάλες, ώστε καταφεύγουν ακόμη και στις ευρωπαϊκές αγορές για μέρος του δανεισμού τους, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για τους υπόλοιπους, καθώς περιορίζουν τη διαθέσιμη ρευστότητα στην αγορά ομολόγων. Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν σημαντική έκθεση στις αμερικανικές μετοχές τεχνολογίας. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε διόρθωση στις αγορές θα είχε άμεσο αντίκτυπο και στις αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων πολιτών, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο κινδύνου στην ήδη επιβαρυμένη οικονομική συγκυρία.