Μαφία της Κρήτης: Ιατροδικαστής και τοξικολόγος φέρονται να «μαγείρευαν» πορίσματα
Νέα, ιδιαίτερα βαριά στοιχεία φέρονται να προκύπτουν από τη συνεχιζόμενη έρευνα για τη λεγόμενη «Μαφία της Κρήτης», καθώς στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον ένας ιατροδικαστής και ένας τοξικολόγος από τα Χανιά, οι οποίοι κατηγορούνται ότι αλλοίωναν επί πληρωμή ιατροδικαστικά πορίσματα και τοξικολογικές εξετάσεις.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη θεσμική βαρύτητα, καθώς οι ιατροδικαστικές και τοξικολογικές εκθέσεις έχουν αυξημένη αποδεικτική ισχύ στα δικαστήρια και μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία ποινικών, αστικών και ασφαλιστικών υποθέσεων. Με απλά λόγια, ένα αλλοιωμένο πόρισμα δεν αλλάζει μόνο μια δικογραφία. Μπορεί να αλλάξει την τύχη ενός κατηγορουμένου, την αποζημίωση ενός θύματος ή την απονομή δικαιοσύνης σε μια ολόκληρη υπόθεση.
Η εγκληματική οργάνωση που εξαρθρώθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο φέρεται να είχε πολυεπίπεδη δράση στην Κρήτη, με εμπλοκή σε διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, εκβιασμούς και άλλες κακουργηματικές πράξεις. Ως αρχηγικά μέλη εμφανίζονται δύο αδέρφια, επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες ξενοδοχειακής μονάδας, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι η οργάνωση είχε προσεγγίσει και στρατολογήσει πρόσωπα με πρόσβαση σε κρίσιμες δομές, ακόμη και αστυνομικούς και κληρικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο ιατροδικαστής και ο τοξικολόγος αποτέλεσαν επιπρόσθετους κρίκους στο δίκτυο, αξιοποιώντας την επιστημονική τους ιδιότητα και το βάρος των γνωματεύσεών τους. Η δράση που τους αποδίδεται, αν επιβεβαιωθεί δικαστικά, δείχνει μια επικίνδυνη μορφή διαφθοράς: όχι απλώς παρανομία στο περιθώριο, αλλά αλλοίωση κρίσιμων μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης.
Πώς φέρονται να αλλοίωναν πορίσματα και εξετάσεις
Ο κατηγορούμενος ιατροδικαστής φέρεται να χρησιμοποιούσε ασάφειες και διατυπώσεις που δημιουργούσαν αμφιβολίες ακόμη και σε υποθέσεις όπου το αποτέλεσμα μπορούσε να θεωρηθεί σαφές. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την έρευνα, άνοιγε τεχνητά πολλαπλά ενδεχόμενα, μεταβάλλοντας την αποδεικτική εικόνα μιας υπόθεσης.
Ο κατηγορούμενος τοξικολόγος φέρεται, αντίστοιχα, να εξέδιδε τοξικολογικές εκθέσεις που βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά. Έτσι, πρόσωπα μπορούσαν κατά περίπτωση να εμφανιστούν ως τοξικομανείς, ώστε να αξιοποιήσουν ευνοϊκές διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, ή ως μη χρήστες, όταν αυτό εξυπηρετούσε τη θέση τους σε σοβαρές υποθέσεις, όπως θανατηφόρα τροχαία.
Στο μικροσκόπιο μπαίνει ακόμη και ο τρόπος δειγματοληψίας, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις δείγματα που επρόκειτο να εξεταστούν φέρονται να αποστέλλονταν μέσω κούριερ. Η λεπτομέρεια αυτή δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για την αξιοπιστία της διαδικασίας, την αλυσίδα φύλαξης των δειγμάτων και τη δυνατότητα ελέγχου της γνησιότητας των αποτελεσμάτων.
Κεντρικό ρόλο φέρεται να είχε και μεσάζοντας του τοξικολόγου, ο οποίος αργότερα εμφανίζεται ως πρόεδρος εργαστηρίου που άνοιξαν. Ο ρόλος του, σύμφωνα με τα στοιχεία, περιλάμβανε συνεννοήσεις με δικηγορικά γραφεία, οργάνωση διαδικασιών, διαχείριση πιθανών δειγματοληψιών και συντονισμό για την καταβολή των αθέμιτων χρηματικών ωφελημάτων.
Η δικογραφία περιγράφει ένα εύρος δράσης που προκαλεί σοκ. Οι αλλοιώσεις φέρονται να αφορούσαν τροχαία δυστυχήματα, τοξικολογικές εξετάσεις για χρήση ναρκωτικών, υποθέσεις βαριάς σωματικής βλάβης σε αστυνομικούς, ακόμη και καταγγελλόμενο βιασμό. Αν οι κατηγορίες σταθούν στο ακροατήριο, τότε η υπόθεση δεν αφορά μόνο δύο επίορκους επιστήμονες. Αφορά την ίδια την αξιοπιστία κρίσιμων αποδεικτικών εργαλείων.
Ενδεικτικά, σε υπόθεση προσώπου με το ψευδώνυμο «Πατομπούκαλος», το οποίο είχε συλληφθεί πολλές φορές για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών και προκάλεσε το 2023 θανατηφόρο τροχαίο παρασύροντας πεζό, ο τοξικολόγος φέρεται να το εμφάνισε «καθαρό», παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε βρεθεί θετικό σε χρήση κοκαΐνης και κατείχε ποσότητες της ουσίας. Για την αλλοίωση αυτή αναφέρεται ποσό 5.000 ευρώ.
Σε άλλη περίπτωση, το 2023, ιατροδικαστικό πόρισμα φέρεται να επιχείρησε να παρουσιάσει ως κακοποίηση από αστυνομικούς έναν θάνατο που συνδεόταν με έμφραγμα κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου. Το πόρισμα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με βιντεοληπτικό υλικό και μαρτυρικές καταθέσεις.
Σε τρίτη υπόθεση, ο ιατροδικαστής φέρεται να απαίτησε, μέσω δικηγόρου, 10.000 ευρώ από τον γιο γυναίκας που είχε χάσει τη ζωή της σε τροχαίο, προκειμένου να αποδώσει τον θάνατο σε απώλεια αισθήσεων από εξελισσόμενο αιμορραγικό εγκεφαλικό κατά τη διάρκεια της εργασίας της.
Ιδιαίτερα βαριά είναι και η αναφορά σε υπόθεση ένοπλης συμπλοκής του 2015, κατά την οποία αστυνομικοί τραυματίστηκαν σοβαρά και υπέστησαν αναπηρίες. Ο ιατροδικαστής φέρεται να χρηματίστηκε από τον δράστη για να γνωματεύσει ότι οι αστυνομικοί ήταν υγιείς, ενώ η εξέταση φέρεται να έγινε προφορικά και μάλιστα σε καφετέρια.
Σε άλλη περίπτωση εργατικού δυστυχήματος, όπου άνδρας έχασε τη ζωή του από ηλεκτροπληξία κατά την επισκευή ψυγείου σε ξενοδοχείο χωρίς ρελέ ασφαλείας, ο ιατροδικαστής φέρεται να ζήτησε χρήματα από την οικογένεια του θύματος. Όταν δεν έλαβε το ποσό, φέρεται να συνέταξε πόρισμα υπέρ του ξενοδόχου, αναφέροντας ότι ο εργαζόμενος θα πέθαινε ακόμη και αν υπήρχε ρελέ.
Διάλογοι, μαρτυρίες και διείσδυση σε θεσμούς
Οι τηλεφωνικές συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία εμφανίζονται αποκαλυπτικές για τον τρόπο λειτουργίας του κυκλώματος. Σε μία από αυτές, δικηγόρος ζητά από τον τοξικολόγο να προσθέσει παράγραφο που θα δημιουργεί αμφιβολίες σε υπόθεση καταγγελλόμενου βιασμού, υπέρ του κατηγορουμένου και πελάτη του. Ο τοξικολόγος, σύμφωνα με τον διάλογο, δέχεται να λάβει έτοιμο κείμενο για να το ενσωματώσει.
Σημαντικά στοιχεία προκύπτουν και από καταθέσεις μαρτύρων. Δικηγόρος ανέφερε ότι ο ιατροδικαστής ζήτησε μυστική συνάντηση μαζί του, κατά την οποία του είπε ότι είχε γίνει έρευνα στην ιατροδικαστική υπηρεσία και ότι οι αρχές είχαν ανασύρει πέντε υποθέσεις στις οποίες εμπλεκόταν. Σύμφωνα με την κατάθεση, ο ιατροδικαστής έδειξε τα ονόματα σε χαρτί και ρώτησε αν ο δικηγόρος είχε εμπλοκή σε κάποια από αυτές.
Ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι ο ιατροδικαστής του ζήτησε να μεταφέρει σε πελάτισσά του, αδελφή θύματος, να «κρατήσει το στόμα της κλειστό» επειδή «μιλάει πολύ». Η φράση αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, αποτυπώνει όχι μόνο φόβο αποκάλυψης, αλλά και προσπάθεια επηρεασμού προσώπων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην έρευνα.
Κατά την επίσημη παρουσίαση της υπόθεσης από τη Διεύθυνση Αστυνομίας Χανίων, ο ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου ανέφερε ότι η υπόθεση αποτελεί συνέχεια της εξάρθρωσης πολυπληθούς και πολυεπίπεδης εγκληματικής οργάνωσης, η οποία δραστηριοποιούνταν σε διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, πυρομαχικών, εκβιάσεις και άλλα σοβαρά αδικήματα σε περιοχές της Κρήτης.
Στην αρχική υπόθεση είχαν συλληφθεί συνολικά 49 άτομα, ενώ είχε σχηματιστεί δικογραφία σε βάρος 90 προσώπων. Από τη συμπληρωματική έρευνα προέκυψε, σύμφωνα με την Αστυνομία, ότι η οργάνωση λειτουργούσε μέσα από επιμέρους ομάδες που δρούσαν ως ενιαίο σύνολο, με κοινό στόχο την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.
Η πιο ανησυχητική διάσταση αφορά τη διείσδυση σε καίριες δομές και διωκτικές αρχές. Κατά την Αστυνομία, ταυτοποιήθηκε δράση δημοσίων λειτουργών, μεταξύ των οποίων αστυνομικοί και διοικητικά στελέχη δημόσιων οργανισμών, που φέρονται να διευκόλυναν ή να υποβοηθούσαν την εγκληματική δραστηριότητα.
Συνολικά κατηγορούνται τρεις αστυνομικοί, οι οποίοι, κατά περίπτωση, φέρονται να παρείχαν πληροφορίες και κάλυψη σε μέλη της οργάνωσης. Ένας από αυτούς φέρεται επίσης να διακινούσε ναρκωτικές ουσίες, παραδίδοντάς τις σε μέλος του κυκλώματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, η οργάνωση φέρεται να είχε εξασφαλίσει πρόσβαση σε ιατροδικαστή και τοξικολόγο, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την αποδεικτική ισχύ των εκθέσεών τους, εξέδιδαν ή επιχειρούσαν να εκδώσουν επιστημονικά ατεκμηρίωτες ή ψευδείς γνωματεύσεις, με σκοπό την ευνοϊκή μεταβολή της δικονομικής θέσης τρίτων έναντι αθέμιτων χρηματικών ανταλλαγμάτων.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, διαπιστώθηκαν συνολικά οκτώ περιπτώσεις δωροληψίας για σύνταξη ψευδούς έκθεσης. Ο ιατροδικαστής και ο τοξικολόγος συνελήφθησαν βάσει ενταλμάτων, κατηγορούμενοι για δωροληψία υπαλλήλου για πράξη αντίθετη στα καθήκοντά τους, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα.
Η συμπληρωματική έρευνα άνοιξε ακόμη ευρύτερο κύκλο. Πραγματοποιήθηκαν 27 έρευνες σε οικίες, όπου κατασχέθηκαν τηλεφωνικές συσκευές, όπλα, πυρομαχικά και άλλα ευρήματα. Παράλληλα, αποτράπηκε εμπρηστική ενέργεια σε βάρος αστυνομικών, καθώς συνελήφθησαν οι φερόμενοι ως εν δυνάμει φυσικοί αυτουργοί.
Στα νέα στοιχεία περιλαμβάνονται εκβιασμοί, καταπατήσεις, υποθέσεις εκκλησιαστικής περιουσίας και ύποπτες αγοραπωλησίες. Μέλος της οργάνωσης φέρεται να εκβίασε πρώην αντιδήμαρχο και λογιστή Ιεράς Μονής, ώστε να συντάξει ψευδή βεβαίωση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς καταπατημένης έκτασης. Η βεβαίωση αυτή φέρεται να χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για τη νομιμοποίηση της παράνομης καταπάτησης.
Στην ίδια υπόθεση, μέλη της οργάνωσης, με πλασματικούς τίτλους και με συνδρομή δικηγόρου, φέρονται να έπεισαν επενδυτή να αγοράσει την επίμαχη έκταση. Παράλληλα, αναφέρεται εμπλοκή κληρικού, ο οποίος φέρεται να διαχειρίστηκε εκκλησιαστική περιουσία με αδιαφανείς διαδικασίες, λαμβάνοντας ποσά και προκαλώντας ζημία σε βάρος της Μονής.
Η δικογραφία περιλαμβάνει επίσης υπόθεση παροχής «προστασίας» σε ιδιοκτήτρια περιπτέρου, ενέργειες εκφοβισμού, τρεις εμπρηστικές επιθέσεις σε οικία και περιουσία ατόμου με σκοπό την απόσυρση έγκλησης, καθώς και εκβίαση επιχειρηματιών για τη μίσθωση δημοτικού αναψυκτηρίου.
Αναφέρεται ακόμη προσπάθεια μέλους της οργάνωσης, με συνδρομή άλλου μέλους, να πετύχει απευθείας ανάθεση εκμίσθωσης ακινήτου από Γενικό Νοσοκομείο. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση είχε σχηματιστεί επιμέρους δικογραφία και είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος διοικητή νοσοκομείου και συνεργού του για δωροληψία υπαλλήλου.
Στο σκέλος των ναρκωτικών, ταυτοποιήθηκαν ακόμη 357 συναλλαγές αγοραπωλησίας, με εκτιμώμενη διακίνηση 5.747 γραμμαρίων κοκαΐνης και 420 γραμμαρίων κάνναβης, καθώς και πρόσθετο οικονομικό όφελος 238.520 ευρώ. Στο σκέλος των όπλων, ταυτοποιήθηκαν 52 συναλλαγές πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.
Η υπόθεση των Χανίων ξεπερνά τα όρια μιας ακόμη αστυνομικής επιτυχίας. Περιγράφει ένα βαθύ πλέγμα εγκληματικότητας, διαφθοράς και θεσμικής μόλυνσης, στο οποίο η μαφία φέρεται να αναζητούσε πρόσβαση όχι μόνο στον δρόμο, αλλά και σε πορίσματα, υπηρεσίες, δημόσιους λειτουργούς και κρίσιμες αποδείξεις. Αν η Δικαιοσύνη επιβεβαιώσει τις κατηγορίες, τότε η Κρήτη βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος των τελευταίων ετών.