6 Ιουλίου 2026

Μάκης Βορίδης: Να γίνει κακούργημα η κατάληψη δημόσιων κτιρίων

Την ανάγκη να ολοκληρωθεί η δικογραφία για την τριπλή εμπρηστική επίθεση σε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη με πλήρη νομική τεκμηρίωση και επαρκές αποδεικτικό υλικό υπογράμμισε ο βουλευτής της ΝΔ, Μάκης Βορίδης, μιλώντας το πρωί της Δευτέρας στον ΣΚΑΪ.

Η υπόθεση, η οποία συνδέεται με τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα, έχει προκαλέσει έντονη πολιτική και κοινωνική ανησυχία, με την κυβέρνηση να θέτει πλέον στο επίκεντρο όχι μόνο τον εντοπισμό των δραστών, αλλά και τη συνολική αντιμετώπιση της πολιτικής βίας.

Ο κ. Βορίδης σημείωσε ότι το βασικό ζητούμενο είναι η σύλληψη των υπευθύνων, ωστόσο τόνισε πως εξίσου κρίσιμο είναι να έχει προηγηθεί μια σωστά οργανωμένη προανακριτική διαδικασία. Όπως ανέφερε, η δικογραφία πρέπει να είναι πλήρης, δομημένη με νομική ακρίβεια και να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε η υπόθεση να φτάσει στη Δικαιοσύνη χωρίς κενά.

«Ο παράγοντας χρόνος έχει τη σημασία του, αλλά δεν είναι το σπουδαίο τώρα. Το σημαντικό είναι να είναι μια σωστά δομημένη δικογραφία», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η ταχύτητα των συλλήψεων δεν πρέπει να υποκαταστήσει την ποιότητα της έρευνας.

Πολιτική βία, καταλήψεις και αυστηροποίηση ποινών

Αναφερόμενος στο ερώτημα αν υπάρχει αναβίωση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, ο Μάκης Βορίδης υποστήριξε ότι έχουν γίνει βήματα για την αντιμετώπιση της πολιτικής βίας, ειδικά, όπως είπε, της βίας που προέρχεται από τον χώρο της άκρας αριστεράς.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις καταλήψεις, τις οποίες χαρακτήρισε ορμητήρια, σημειώνοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί. Κατά τον ίδιο, η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων πρέπει να συνδεθεί με αυστηρότερη ποινική αξιολόγηση.

Ο βουλευτής της ΝΔ πρότεινε να καταστεί κακουργηματική πράξη η κατάληψη κοινοχρήστων δημόσιων κτιρίων, υποστηρίζοντας ότι το ύψος της ποινικής μεταχείρισης πρέπει να αποτυπώνει την απαξία του φαινομένου.

Όπως εξήγησε, επί χρόνια υπήρχε μια αντίληψη που υποβάθμιζε πράξεις όπως οι επιθέσεις με γκαζάκια, αντιμετωπίζοντάς τες ως πλημμεληματικές ενέργειες ή ως μορφές διαμαρτυρίας, εφόσον δεν διαπιστωνόταν άμεσος κίνδυνος για ανθρώπινη ζωή. Ο κ. Βορίδης υποστήριξε ότι αυτή η προσέγγιση συνέβαλε στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανοχής απέναντι σε μορφές πολιτικής βίας.

Παράλληλα, ζήτησε να αναβαθμιστεί ο χαρακτηρισμός τρομοκρατικών οργανώσεων μέσα από τον σχετικό κατάλογο, σημειώνοντας ότι πρόκειται για διοικητική πράξη. Με αυτόν τον τρόπο, όπως είπε, θα μπορούσε να διευρυνθεί το πεδίο του τι αναγνωρίζεται τελικά ως τρομοκρατική οργάνωση.

Ρητορική μίσους και σχολείο στο επίκεντρο

Ο Μάκης Βορίδης στάθηκε και στη ρητορική μίσους που διακινείται στα κοινωνικά δίκτυα, τονίζοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν πρόκειται για απλή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για απειλές ακραίου χαρακτήρα. Έφερε ως παραδείγματα εκφράσεις όπως «θα σε σκοτώσω» ή «θα πεθάνουν τα παιδιά σου», υποστηρίζοντας ότι τέτοια φαινόμενα πρέπει να αντιμετωπίζονται πιο αποφασιστικά.

Ο ίδιος ανέφερε ότι πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα αυτεπάγγελτης δίωξης σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς και η πιο συστηματική αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων από τις αρχές. Το ζήτημα, όπως είπε, συνδέεται με συγκεκριμένου τύπου πολιτική ρητορική, αλλά και με τη φθορά μηχανισμών που στο παρελθόν συνέβαλαν στην κοινωνική συνοχή.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο σχολείο, το οποίο χαρακτήρισε θεσμό παραγωγής κοινωνικής ενσωμάτωσης και όχι απλώς μηχανισμό μετάδοσης γνώσης. Υποστήριξε ότι η πειθαρχική λειτουργία του σχολείου έχει αποδυναμωθεί, καθώς, όπως είπε, ακόμη και στην παραμικρή παρατήρηση προς μαθητές εμφανίζονται γονείς που προχωρούν σε καταγγελίες κατά εκπαιδευτικών.

Κατά τον κ. Βορίδη, το σχολείο πρέπει να θωρακιστεί θεσμικά και να αποκτήσει μεγαλύτερη εποπτική σχέση με τα παιδιά. Όπως σημείωσε, η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στη γνώση, αλλά οφείλει να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής συνοχής, πειθαρχίας και ενσωμάτωσης.

Η παρέμβαση Βορίδη δείχνει ότι η υπόθεση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη ανοίγει ευρύτερη πολιτική συζήτηση για την ασφάλεια, την ποινική αντιμετώπιση της πολιτικής βίας, τη ρητορική μίσους και τον ρόλο των θεσμών. Το μήνυμα που εκπέμπεται από την κυβερνητική πλευρά είναι ότι τέτοιες υποθέσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, αλλά ως οργανωμένο πρόβλημα που απαιτεί αυστηρότερο νομικό και θεσμικό πλαίσιο.