Μαξίμου: Επιχείρηση φρένο στη χαλαρή ψήφο και στα σενάρια διπλής κάλπης

Σύνοψη Άρθρου

Το Μαξίμου επιχειρεί να αποτρέψει τη λογική της χαλαρής ψήφου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Η κυβέρνηση θέλει να κλείσει τη συζήτηση περί διπλής κάλπης και να ενισχύσει τη συσπείρωση της ΝΔ.

Τα νέα κόμματα Τσίπρα, Καρυστιανού και τα σενάρια Σαμαρά αυξάνουν την πολιτική πίεση στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Να αποκλείσει εγκαίρως το ενδεχόμενο μιας χαλαρής ψήφου, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει μικρότερα κόμματα και νέους πολιτικούς σχηματισμούς, επιχειρεί η κυβέρνηση ενόψει της επόμενης εθνικής αναμέτρησης. Στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνονται ότι η συζήτηση περί δύο εκλογικών αναμετρήσεων μπορεί να λειτουργήσει αποσυσπειρωτικά για τη Νέα Δημοκρατία, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι η πρώτη κάλπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πεδίο διαμαρτυρίας χωρίς άμεσο πολιτικό κόστος.

Για τον λόγο αυτό, η κυβερνητική γραμμή γίνεται πλέον απολύτως καθαρή: οι εθνικές εκλογές δεν αντιμετωπίζονται ως διαδικασία δύο γύρων. Η κάλπη, όπως θα επαναλαμβάνουν τα «γαλάζια» στελέχη, είναι μία και το βράδυ των εκλογών η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση. Με αυτό το μήνυμα η ΝΔ επιχειρεί να αυξήσει τα ποσοστά συσπείρωσης, να περιορίσει τις διαρροές προς μικρότερα κόμματα και να αποτρέψει τη μετατροπή της πρώτης αναμέτρησης σε ψήφο προειδοποίησης.

Η ανησυχία στο κυβερνητικό στρατόπεδο έχει δύο βασικές όψεις. Η πρώτη αφορά παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η ύπαρξη δεύτερης κάλπης τους επιτρέπει να απέχουν από την πρώτη αναμέτρηση. Η δεύτερη αφορά πολίτες που ψήφισαν ΝΔ το 2023, σήμερα όμως εμφανίζονται αμφίθυμοι και σκέφτονται να στείλουν πολιτικό μήνυμα επιλέγοντας άλλο κόμμα, με την πρόθεση να επιστρέψουν αργότερα.

Το νέο πολιτικό τοπίο και ο φόβος διαρροών

Η συγκεκριμένη στρατηγική διαμορφώνεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής κινητικότητας. Ο Μάιος αποδεικνύεται μήνας ανακατατάξεων, καθώς η Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε την Πέμπτη 21 Μαΐου το κόμμα της με την ονομασία «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», ενώ ο Αλέξης Τσίπρας αναμένεται να ανακοινώσει νέο πολιτικό φορέα την Τρίτη 26 Μαΐου στο Θησείο, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για την Κεντροαριστερά.

Την ίδια στιγμή, τα σενάρια για πιθανό νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά επιστρέφουν στο προσκήνιο, ιδίως μετά την ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβασή του στην Ολομέλεια της Βουλής. Για το Μαξίμου, η παράλληλη εμφάνιση νέων σχηματισμών από διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις δημιουργεί έναν σύνθετο κίνδυνο: διαρροές και προς το κέντρο και προς τα δεξιά.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Νέα Δημοκρατία θέλει να πείσει τους ψηφοφόρους της ότι η αυτοδυναμία παραμένει εφικτός στόχος. Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι κάθε μήνας μέχρι τις εκλογές έχει πολιτική σημασία και ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην υλοποίηση του προγράμματός της.

Το βασικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι το βράδυ της κάλπης η χώρα πρέπει να διαθέτει σταθερή κυβέρνηση. «Δεν υπάρχουν δεύτερες εκλογές», αναφέρουν χαρακτηριστικά στελέχη της ΝΔ, δηλώνοντας συγκρατημένη αισιοδοξία ότι, με βάση τη δυναμική των γεγονότων και τον χρόνο που απομένει, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Παράλληλα, από την κυβέρνηση σημειώνεται ότι ακόμη και σε περίπτωση διαφορετικής λαϊκής εντολής, η ΝΔ οφείλει να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης από την πρώτη Κυριακή. Η επιμονή στην αυτοδυναμία συνδέεται και με την εκτίμηση ότι δεν υπάρχει σήμερα αξιόπιστος εταίρος συνεργασίας, καθώς το ΠΑΣΟΚ έχει αποκλείσει προγραμματικά τη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία.

Η μάχη του κέντρου και οι μετρήσεις του Ιουνίου

Η σύγκρουση ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα, με αιχμές όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές και η θεσμική αξιοπιστία. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποκαταστήσει τη σχέση της με το κεντρώο ακροατήριο που τη στήριξε το 2019 και το 2023, αλλά στη συνέχεια μετακινήθηκε στη δεξαμενή των αναποφάσιστων.

Το ίδιο κοινό διεκδικεί και το ΠΑΣΟΚ, γεγονός που προεξοφλεί σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Η ΝΔ θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, ενώ το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θεσμική και προγραμματική εναλλακτική. Σε αυτό το πεδίο θα δοκιμαστούν όχι μόνο τα εκλογικά ποσοστά, αλλά και η ικανότητα κάθε κόμματος να πείσει ότι μπορεί να διαχειριστεί την επόμενη ημέρα.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο περιμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις δημοσκοπήσεις του Ιουνίου, οι οποίες θα αποτυπώσουν για πρώτη φορά με μεγαλύτερη καθαρότητα την επιρροή των νέων κομμάτων. Το θετικό σενάριο για τη ΝΔ είναι οι μετρήσεις να δείξουν ότι το κόμμα κινείται στην εκτίμηση ψήφου κοντά στο ψυχολογικό όριο του 30%, διατηρώντας παράλληλα μεγάλη απόσταση από τον δεύτερο.

Το αρνητικό σενάριο είναι οι νέες μετρήσεις να καταγράψουν ουσιαστική πίεση από τους νέους σχηματισμούς και υποχώρηση της ΝΔ κάτω από το 28%, δηλαδή κάτω από το ποσοστό των ευρωεκλογών. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ενίσχυε τον προβληματισμό στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης και θα δυσκόλευε το αφήγημα της πολιτικής ανθεκτικότητας.

Κρίσιμο ποσοστό, με βάση τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, θεωρείται το 25%, καθώς από εκεί και πάνω αρχίζει να ενεργοποιείται το κλιμακωτό μπόνους εδρών. Ωστόσο, το όριο της αυτοδυναμίας δεν είναι σταθερό. Εξαρτάται από τον αριθμό των κομμάτων που θα περάσουν το 3% και θα εισέλθουν στη Βουλή.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι επτά έως οκτώ κόμματα θα μπορούσαν να βρεθούν στην επόμενη κοινοβουλευτική σύνθεση. Η προσθήκη των νέων πολιτικών φορέων καθιστά το τοπίο ακόμη πιο ρευστό. Για τη Νέα Δημοκρατία, η μάχη δεν αφορά μόνο την πρωτιά. Αφορά το αν θα καταφέρει να περιορίσει τη χαλαρή ψήφο, να ανακτήσει αναποφάσιστους και να πείσει ότι η επόμενη κάλπη δεν είναι πεδίο μηνυμάτων, αλλά απόφαση διακυβέρνησης.