Από την υπερφορολόγηση στις παροχές: Το προεκλογικό σχέδιο του Μαξίμου πριν από την κάλπη
Η σημερινή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στο Μέγαρο Μαξίμου σηματοδοτεί κάτι πολύ περισσότερο από την επιστροφή της κυβέρνησης μετά τη θερινή ανάπαυλα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει στις 11:30 τους υπουργούς του με επτά θέματα στην ημερήσια διάταξη, όμως πίσω από την επίσημη κυβερνητική ατζέντα διακρίνεται πλέον καθαρά ένας δεύτερος σχεδιασμός: η προετοιμασία για τις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027.
Ο χρονικός ορίζοντας έχει ήδη τεθεί δημόσια από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση εισέρχεται στην τελευταία ολοκληρωμένη πολιτική περίοδο της δεύτερης θητείας της και κάθε απόφαση, κάθε καθυστέρηση, κάθε εξαγγελία και κάθε κυβερνητικό λάθος αποκτούν πλέον άμεσο εκλογικό βάρος.
Μέχρι σήμερα το Μέγαρο Μαξίμου μπορούσε να ζητά από τους υπουργούς να προχωρούν μεταρρυθμίσεις, νομοσχέδια και έργα. Από εδώ και πέρα πρέπει να αποδεικνύεται ότι όσα ανακοινώθηκαν έφτασαν στην κοινωνία και παρήγαγαν μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η μετάβαση από την υπόσχεση στην απόδειξη είναι ίσως το δυσκολότερο σημείο για μια κυβέρνηση η οποία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με τη φθορά της εξαετίας και κυρίως με μια καθημερινότητα που εξακολουθεί να πιέζει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας.
Στην ημερήσια διάταξη βρίσκονται ο απολογισμός του «Ελλάδα 2.0», η ακρίβεια, η προετοιμασία της νέας σχολικής και ακαδημαϊκής χρονιάς, η «Περιφέρεια 2030», τα νέα χωροταξικά πλαίσια για τον τουρισμό και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και το νέο πλαίσιο διαχείρισης των αναπτυξιακών προγραμμάτων. Επτά διαφορετικά θέματα συνδέονται πλέον από έναν κοινό πολιτικό παρονομαστή: το Μαξίμου χρειάζεται αποτελέσματα που να μπορούν να παρουσιαστούν στους ψηφοφόρους πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Από το «Ελλάδα 2.0» στην ακρίβεια: Οι αριθμοί συγκρούονται με την καθημερινότητα
Ο απολογισμός του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας βρίσκεται στην κορυφή της συνεδρίασης. Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης παρουσιάζουν την πορεία ολοκλήρωσης του «Ελλάδα 2.0», λίγο πριν από την κρίσιμη προθεσμία της 31ης Αυγούστου.
Στα τέλη Ιουλίου η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι είχαν ολοκληρωθεί 123 από τα 136 μεταρρυθμιστικά ορόσημα, ποσοστό 90,44%. Στη διαδικασία εμπλέκονται 15 υπουργεία, 74 μεταρρυθμίσεις και 721 νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις. Πρόκειται για αριθμούς που προσφέρουν στο Μέγαρο Μαξίμου ένα συγκεκριμένο εργαλείο απολογισμού, με προθεσμίες, παραδοτέα και σαφείς δεσμεύσεις.
Το πολιτικό πρόβλημα αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνουν τα κυβερνητικά υπολογιστικά φύλλα. Η κοινωνία δεν αξιολογεί μια κυβέρνηση από το ποσοστό ολοκλήρωσης των οροσήμων στις παρουσιάσεις των υπουργείων. Αξιολογεί το αποτέλεσμα στην εργασία, στην Υγεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις υποδομές και κυρίως στο διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό είναι το χάσμα που καλείται να καλύψει πλέον η κυβέρνηση μέσα σε λίγους μήνες.
Ο απολογισμός του Ταμείου Ανάκαμψης μετατρέπεται ταυτόχρονα σε άτυπη αξιολόγηση των υπουργών. Στην τελική διαδρομή μιας τετραετίας, το Μαξίμου δεν μετρά μόνο ποιος υπουργός ολοκλήρωσε έναν διοικητικό στόχο. Μετρά ποιος μπορεί να υπερασπιστεί πολιτικά το έργο του, ποιος δημιουργεί συνεχείς εστίες δυσαρέσκειας και ποιος αναγκάζει την κυβέρνηση να καταναλώνει πολιτικό κεφάλαιο για να διαχειρίζεται αστοχίες.
Η εκλογική χρονιά αλλάζει επομένως και τα κριτήρια αξιολόγησης του κυβερνητικού σχήματος. Η αποτελεσματικότητα, η δημόσια εικόνα, η κοινωνική αποδοχή και το πολιτικό κόστος μπαίνουν πλέον στην ίδια ζυγαριά.
Ακόμη μεγαλύτερο βάρος έχει η ακρίβεια. Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος ενημερώνει για την εφαρμογή της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τη μείωση των τιμών, η οποία ενεργοποιείται στις 31 Αυγούστου και προβλέπει μεσοσταθμικές μειώσεις από 5% έως 20% σε έως 1.500 προϊόντα.
Εδώ δοκιμάζεται ένα από τα πιο επίμονα κυβερνητικά αφηγήματα. Η επιβράδυνση του πληθωρισμού ως στατιστικό μέγεθος έχει περιορισμένη πολιτική αξία για έναν πολίτη που εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα και στέγη. Η κυβέρνηση έχει πλέον αντιληφθεί ότι χρειάζεται πραγματική υποχώρηση τιμών στο ράφι και ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
Οι διεθνείς τιμές ενέργειας, τα καύσιμα και η γεωπολιτική αστάθεια ασφαλώς επιβαρύνουν την κατάσταση. Αυτή η εξήγηση έχει όμως εξαντλήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της χρησιμότητας. Το κρίσιμο ζήτημα για το Μαξίμου είναι η ένταση με την οποία οι ανατιμήσεις πέρασαν στην ελληνική αγορά και η αδυναμία του διαθέσιμου εισοδήματος να ακολουθήσει το πραγματικό κόστος ζωής.
Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία των κυβερνητικών εξαγγελιών ενόψει ΔΕΘ. Μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να ανακοινωθεί με συγκεκριμένο δημοσιονομικό κόστος. Η ακρίβεια μπορεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να απορροφήσει μεγάλο μέρος του οφέλους. Για τον πολίτη το τελικό αποτέλεσμα μετριέται στο υπόλοιπο του λογαριασμού του και όχι στο ύψος του «πακέτου» που παρουσιάζεται από το βήμα της Θεσσαλονίκης.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει το αφήγημα ότι η οικονομική ανάπτυξη και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δημιούργησαν δημοσιονομικό χώρο που επιστρέφεται στην κοινωνία. Η αντιπολίτευση αντιτείνει ότι η κοινωνία επιβαρύνθηκε επί χρόνια από υψηλή φορολογία και ανατιμήσεις και ότι το Μαξίμου ανακαλύπτει τώρα τις ελαφρύνσεις επειδή πλησιάζει η κάλπη.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό μέτωπο του Σεπτεμβρίου. Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εμφανίσει τις παρεμβάσεις ως προϊόν σταθερής οικονομικής πολιτικής. Οι πολιτικοί της αντίπαλοι θα τις παρουσιάσουν ως καθυστερημένη προεκλογική επιστροφή ενός μέρους των βαρών που επωμίστηκαν τα νοικοκυριά και η μεσαία τάξη.
ΔΕΘ και κάλπη: Το Μαξίμου επιχειρεί να κλείσει τις εκλογικές πληγές
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει τη σταδιακή κατάργηση του συστήματος, συνδέοντας την υποχώρησή του με την αποτελεσματικότητα των ηλεκτρονικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Η συγκεκριμένη κίνηση έχει σαφές πολιτικό υπόβαθρο. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούσαν επί δεκαετίες ισχυρό τμήμα της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας. Η εφαρμογή του τεκμαρτού προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε μια κοινωνική κατηγορία που το κυβερνών κόμμα θεωρούσε παραδοσιακά προνομιακό ακροατήριό του. Η σταδιακή αναδίπλωση επιχειρεί επομένως να κλείσει μια πληγή πριν αποκτήσει μεγαλύτερες εκλογικές διαστάσεις.
Το ΠΑΣΟΚ ζητά άμεση κατάργηση και κατηγορεί τη ΝΔ ότι επιβάρυνε φορολογικά τους αυτοαπασχολούμενους και τώρα επιχειρεί να διορθώσει το μέτρο υπό την πίεση της προεκλογικής περιόδου. Η σύγκρουση αυτή θα αποτελέσει μία από τις καθαρές πολιτικές γραμμές της ΔΕΘ.
Ανάλογη αντιπαράθεση αναπτύσσεται για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο. Το Μέγαρο Μαξίμου έχει αποκλείσει την επαναφορά του, υποστηρίζοντας ότι οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να διοχετευθούν σε παρεμβάσεις ευρύτερου και μόνιμου χαρακτήρα. Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να μετατρέψει το αίτημα σε κεντρικό κοινωνικό και πολιτικό δίλημμα.
Η αντιπαράθεση επομένως ξεπερνά το γνωστό παιχνίδι των προεκλογικών υποσχέσεων. Στο τραπέζι βρίσκονται διαφορετικές επιλογές για τη χρήση του δημοσιονομικού χώρου: φορολογικές ελαφρύνσεις, αποκατάσταση εισοδημάτων, αλλαγές στο τεκμαρτό σύστημα, επαναφορά του 13ου μισθού ή ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Η κατανομή των διαθέσιμων πόρων αποκαλύπτει πολύ πιο καθαρά τις πραγματικές πολιτικές προτεραιότητες κάθε κόμματος.
Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ καλείται να κινηθεί σε διπλό μέτωπο. Ο Νίκος Ανδρουλάκης χρειάζεται να ασκήσει πίεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη και παράλληλα να διατηρήσει την πολιτική του πρωτοκαθεδρία απέναντι στην κινητικότητα που αναπτύσσεται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Η εκδήλωση της 3ης Σεπτεμβρίου στην Κρήτη και η παρουσία του κόμματος στη ΔΕΘ εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ το στοίχημα είναι σύνθετο. Πρέπει να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση απέναντι στον Μητσοτάκη και ταυτόχρονα να αποτρέψει μια ενδεχόμενη επιστροφή Τσίπρα από το να αναδιατάξει εκ νέου τον χώρο της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης.
Η ΔΕΘ μετατρέπεται έτσι σε τριπλό πολιτικό τεστ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να αντιμετωπίσει την κοινωνική φθορά και να αποδείξει ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό αντίκρισμα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης πρέπει να παρουσιάσει πειστική κυβερνητική εναλλακτική. Ο Αλέξης Τσίπρας χρειάζεται να αποδείξει ότι η αυξημένη πολιτική κινητικότητα γύρω από το πρόσωπό του συνοδεύεται από συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ξεχωριστή σημασία και η παρουσίαση της «Περιφέρειας 2030». Το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να διευρύνει τη συζήτηση πέρα από την ακρίβεια, τη φορολογία και τα επιδόματα, επαναφέροντας στο προσκήνιο το έργο ανά περιοχή: δρόμους, υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία, νησιωτικότητα, ορεινές περιοχές και ενεργειακές επενδύσεις.
Η επιλογή έχει σαφή εκλογική λογική. Η πολιτική δύναμη ενός κόμματος καταγράφεται πανελλαδικά στις δημοσκοπήσεις, όμως η εκλογική μάχη κρίνεται ταυτόχρονα σε κάθε περιφέρεια, σε κάθε νομό και σε κάθε τοπική κοινωνία. Το Μαξίμου χρειάζεται επομένως μια συγκεκριμένη απάντηση για το τι υλοποιήθηκε σε κάθε περιοχή και όχι μόνο έναν γενικό εθνικό απολογισμό.
Ακόμη και τα νέα χωροταξικά πλαίσια για τον τουρισμό και τις ΑΠΕ έχουν αποκτήσει πλέον ευρύτερη διάσταση λόγω των τουρκικών αντιδράσεων. Ένα πεδίο που υπό διαφορετικές συνθήκες θα περιοριζόταν στην αναπτυξιακή και περιβαλλοντική πολιτική συνδέεται πλέον και με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τη διαρκή προσπάθεια της Άγκυρας να επαναφέρει τη δική της ατζέντα στο Αιγαίο.
Η 27η Αυγούστου αποτελεί το επόμενο σημαντικό ορόσημο, με τον πρωθυπουργό να μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη για τις συναντήσεις με παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς. Εκεί εισέρχεται στην τελική φάση η διαμόρφωση των μέτρων της ΔΕΘ. Αιτήματα θα κατατεθούν, το οικονομικό επιτελείο θα εξετάσει το δημοσιονομικό κόστος και το Μαξίμου θα επιλέξει εκείνες τις παρεμβάσεις που συνδυάζουν οικονομική αντοχή, κοινωνική στόχευση και πολιτικό αποτέλεσμα.
Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον μπροστά στο πιο δύσκολο μέρος της δεύτερης θητείας της. Το 2023 ζήτησε και έλαβε νέα εντολή με την υπόσχεση ότι θα ολοκληρώσει μεταρρυθμίσεις και θα βελτιώσει τη λειτουργία του κράτους. Το 2026 η επίκληση της «υλοποίησης» δεν αρκεί. Ο λογαριασμός έχει φτάσει στην κοινωνία και αφορά όσα άλλαξαν πραγματικά στην τσέπη, στη στέγη, στην Υγεία, στην Παιδεία και στην καθημερινότητα.
Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει δεκάδες νομοσχέδια, εκατοντάδες παρεμβάσεις και υψηλά ποσοστά ολοκλήρωσης προγραμμάτων. Η εκλογική κρίση θα γίνει με διαφορετικό μέτρο. Ο ψηφοφόρος θα αποτιμήσει το προσωπικό αποτέλεσμα που είδε στη ζωή του.
Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα της σημερινής συνεδρίασης. Από τη Δευτέρα 24 Αυγούστου το Μαξίμου εισέρχεται ουσιαστικά στον προεκλογικό χρόνο. Κάθε καθυστέρηση θα κοστίζει περισσότερο, κάθε κοινωνική δυσαρέσκεια θα αποκτά μεγαλύτερο βάρος και κάθε εξαγγελία της ΔΕΘ θα κρίνεται από το κατά πόσο θα προλάβει να μετατραπεί από κυβερνητική ανακοίνωση σε πραγματικό όφελος πριν από την κάλπη.
Το πολιτικό ρολόι έχει αλλάξει. Η κυβέρνηση δεν μετρά πλέον μόνο πόσα έργα απομένουν μέχρι τη λήξη της τετραετίας. Μετρά πόσοι μήνες απομένουν ώστε ο πολίτης να δει το αποτέλεσμα. Και αυτή είναι μια πολύ πιο σκληρή μέτρηση από οποιονδήποτε κυβερνητικό απολογισμό.
Πιο Δημοφιλή
Από τις φιέστες της UNESCO στη δυσοσμία: Έτσι «τιμά» το κράτος την Κνωσό
Πιο Πρόσφατα
Συναγερμός στη Νέα Σμύρνη: Φλόγες σε πολυκατοικία τα ξημερώματα
Τραγωδία στην Αχαΐα: Αυτοκίνητο έπεσε σε χαράδρα – Νεκρή η οδηγός