LIVE Ακούστε Live Δια Πυρός
14 Ιουλίου 2026

Marfin: Τα στοιχεία της αστυνομίας και οι ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης

Στο Δικαστήριο του Γουέστμινστερ οδηγείται σήμερα η 46χρονη Ελληνίδα που συνελήφθη τη Δευτέρα στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ του Λονδίνου, στο πλαίσιο του ελληνικού αιτήματος έκδοσής της για την υπόθεση του εμπρησμού της Marfin. Η διαδικασία αφορά την ενεργοποίηση του διεθνούς εντάλματος που εκδόθηκε από τις ελληνικές αρχές για την τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010.

Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα απολογούνται οι δύο 42χρονοι που έχουν συλληφθεί για την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες στο ερευνητικό κάδρο φέρεται να έχουν μπει ακόμη δύο άνδρες.

Η 46χρονη συνελήφθη από στελέχη της Εθνικής Μονάδας Εκδόσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστής ως National Extradition Unit, όπως ανέφερε εκπρόσωπος της βρετανικής Εθνικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης Εγκλήματος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η γυναίκα καταζητείτο από τις ελληνικές αρχές για υπόθεση επίθεσης με εμπρηστικό μηχανισμό σε τραπεζικό υποκατάστημα στην Αθήνα το 2010.

Η ίδια δηλώνει αθώα και, σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να σχεδίαζε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η έκδοση του εντάλματος και η ενεργοποίηση της ερυθράς αγγελίας οδήγησαν όμως στη σύλληψή της προτού πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επιστροφή με δική της πρωτοβουλία.

Τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΛ.ΑΣ.

Στην ανακοίνωσή της, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζει ότι οι συλλήψεις προέκυψαν έπειτα από νέα πληροφοριακά στοιχεία και εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.

Κατά την αστυνομία, η δικογραφία ανασύρθηκε από το αρχείο μετά την επανεξέταση παλαιού υλικού, με τη χρήση τεχνικών βελτίωσης της ευκρίνειας σε οπτικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα της τράπεζας. Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι η επεξεργασία αυτή οδήγησε σε τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και άλλων χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων.

Οι αρχές κάνουν επίσης λόγο για ταυτοποίηση προσωπικών αντικειμένων βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών, τα οποία, σύμφωνα με την αστυνομική εκδοχή, συνδέονται με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας.

Σύμφωνα με πηγές της ΕΛ.ΑΣ., το οπτικό υλικό φέρεται να εμφανίζει την 46χρονη κοντά σε έναν από τους δύο 42χρονους που έχουν ήδη συλληφθεί. Παράλληλα, μαρτυρική κατάθεση φέρεται να αναφέρει ότι η γυναίκα κρατούσε σακίδιο με βόμβες μολότοφ.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, από το συγκεκριμένο σακίδιο φέρονται να προήλθαν οι βόμβες μολότοφ που χρησιμοποιήθηκαν στον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων.

Η υπόθεση επιστρέφει έτσι στο επίκεντρο δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία, με την ΕΛ.ΑΣ. να υποστηρίζει ότι η νέα έρευνα βασίζεται σε τεχνική επανεπεξεργασία, εργαστηριακή αξιολόγηση και συνδυασμό παλαιών και νέων πληροφοριακών δεδομένων.

Η υπεράσπιση αμφισβητεί τη δικογραφία

Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων απορρίπτουν την εικόνα που παρουσιάζει η Ελληνική Αστυνομία και κάνουν λόγο για σοβαρά κενά στη δικογραφία, έλλειψη πραγματικής ταυτοποίησης και καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας.

Σε κοινή συνέντευξη Τύπου, οι δικηγόροι υποστήριξαν ότι οι κατηγορούμενοι εμφανίζονται δημόσια ως ένοχοι πριν κριθούν από τη Δικαιοσύνη, ενώ παρέπεμψαν και στην προηγούμενη δικαστική πορεία της υπόθεσης, η οποία είχε καταλήξει σε αθώωση των τότε κατηγορουμένων.

Ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος ενός εκ των κατηγορουμένων, ανέφερε ότι η δημόσια εικόνα της υπόθεσης απέχει από το περιεχόμενο της δικογραφίας. Όπως υποστήριξε, οι αρχές παρουσιάζουν την υπόθεση ως πλήρως εξιχνιασμένη, όμως τα πρόσωπα που έχουν συλληφθεί δεν ταυτοποιούνται από τα επίσημα στοιχεία και την έκθεση της ΔΑΟΕ.

Κατά τον ίδιο, η υποτιθέμενη ταυτοποίηση δεν αφορά φυσικά χαρακτηριστικά ή σωματότυπο, αλλά κινητά αντικείμενα. Η θέση αυτή, σύμφωνα με την υπεράσπιση, δημιουργεί σοβαρό αποδεικτικό πρόβλημα, καθώς άλλο είναι η συσχέτιση αντικειμένων και άλλο η ταυτοποίηση προσώπων.

Ο κ. Καμπαγιάννης υποστήριξε επίσης ότι τα νεότερα στοιχεία είναι ελάχιστα και ότι η υπόθεση στηρίζεται κυρίως σε επανεπεξεργασία παλαιού υλικού, το οποίο βρισκόταν ήδη επί χρόνια στα χέρια των αρχών.

Στο ίδιο πλαίσιο, η δικηγόρος Άννυ Παπαρρούσου κατήγγειλε πλήρη καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας, επισημαίνοντας ότι οι κατηγορούμενοι παρουσιάζονται στα μέσα ενημέρωσης ως δράστες πριν ολοκληρωθεί η δικαστική κρίση.

Η κ. Παπαρρούσου στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι, κατά την υπεράσπιση, αφετηρία της νέας δικογραφίας ήταν ένα ανώνυμο email από άγνωστο και αταυτοποίητο πρόσωπο. Όπως ανέφερε, οι αρχές δεν φέρονται να αναζήτησαν τον αποστολέα, ούτε να τον κατέστησαν μάρτυρα ώστε να ελεγχθούν οι πληροφορίες του.

Η υπεράσπιση θεωρεί ότι αυτό το στοιχείο επηρεάζει συνολικά την ποιότητα της δικογραφίας, καθώς μια τόσο βαριά ποινική διαδικασία δεν μπορεί, κατά την άποψή της, να στηρίζεται σε ανώνυμη πληροφορία που δεν ελέγχθηκε δικονομικά.

Στη συνέντευξη Τύπου τοποθετήθηκε και ο Δημήτρης Κατσαρής, ο οποίος είχε συμμετάσχει ως συνήγορος υπεράσπισης στην πρώτη δίκη της Marfin το 2011. Ο ίδιος υποστήριξε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες με εκείνη την υπόθεση, η οποία είχε καταλήξει στην ομόφωνη αθώωση των τότε κατηγορουμένων.

Ο κ. Κατσαρής υπενθύμισε ότι και τότε η υπόθεση είχε ξεκινήσει από ανώνυμο σημείωμα, ενώ σήμερα, όπως είπε, υπάρχει ανώνυμο email. Κατά την εκτίμησή του, η επανάληψη αυτής της μεθόδου δείχνει κοινή λογική προσέγγισης και εγείρει ερωτήματα για τη διαχείριση της υπόθεσης.

Παράλληλα, κατηγόρησε τις αρχές για επικοινωνιακή διαχείριση, υποστηρίζοντας ότι οι συλλήψεις σε τέτοιες υποθέσεις γίνονται σε χρόνο που περιορίζει τον αντίλογο και επιτρέπει στις αστυνομικές διαρροές να κυριαρχήσουν στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης.

Ο ίδιος υπενθύμισε ότι και το 2011 υπήρχαν διαρροές περί «δεμένης υπόθεσης» και «100% αναγνωρίσεων», όμως στη συνέχεια, όταν ζητήθηκε επίσημη αντιπαραβολή του κατηγορουμένου με το οπτικό υλικό, η αστυνομική απάντηση φέρεται να αναγνώρισε ότι η σύγκριση δεν ήταν δυνατή λόγω χαμηλής ποιότητας του υλικού.

Η υπόθεση της Marfin επιστρέφει έτσι στη Δικαιοσύνη με βαρύ ιστορικό φορτίο, τρεις νεκρούς, νέες συλλήψεις, διεθνή διαδικασία έκδοσης και έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στην αστυνομική εκδοχή και την υπερασπιστική γραμμή.

Το κρίσιμο πλέον είναι αν τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΛ.ΑΣ. θα αντέξουν στη δικαστική αξιολόγηση. Γιατί σε μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας, η ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης για τα θύματα της Marfin είναι αδιαπραγμάτευτη, αλλά εξίσου αδιαπραγμάτευτη είναι και η υποχρέωση η διαδικασία να στηριχθεί σε στέρεα, ελέγξιμα και δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία.