9 Σεπτεμβρίου 2026

Μαρινάκης: Καμία συνεργασία με Σαμαρά και Τσίπρα

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Μαρινάκης: Η ακρίβεια είναι αντικειμενικό πρόβλημα, όχι μόνο ελληνικό, με τον πληθωρισμό να υπερβαίνει το 20% και τον μέσο μισθό να αυξάνεται 31%.
  • Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συνεργασίας της ΝΔ με τον Αντώνη Σαμαρά, κάνοντας λόγο για πολιτική διαφωνία.
  • Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών, τόνισε ότι δεν υπάρχει ένδειξη επεισοδίου, ενώ η μόνη διαφορά είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
  • Ο Παύλος Μαρινάκης επανέλαβε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι η αυτοδυναμία, την οποία χαρακτήρισε ως τη μόνη καθαρή πρόταση διακυβέρνησης.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, σε μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξή του στο MEGA Radio, ανέπτυξε τις θέσεις της κυβέρνησης για την οικονομία, τα ελληνοτουρκικά και το πολιτικό σκηνικό ενόψει των εκλογών, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη για σταθερότητα και πολιτική αυτοδυναμία.

Αναφορικά με το μείζον ζήτημα της ακρίβειας, ο κ. Μαρινάκης αναγνώρισε ότι η χώρα βιώνει μια από τις πιο επίμονες περιόδους ανόδου των τιμών, η οποία πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τη μεσαία τάξη. Παρά την ένταση του πληθωριστικού φαινομένου, που πλήττει το σύνολο της Ευρώπης, υποστήριξε ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης, με τα εισοδήματα να αυξάνονται, αν και όχι με τον επιθυμητό ρυθμό. Επικαλούμενος στοιχεία της Eurostat, σημείωσε ότι σε αρκετούς τομείς η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο πληθωρισμού, ενώ σε άλλους τον υπερβαίνει. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε συγκριτικά στοιχεία για το καθαρό εισόδημα των νοικοκυριών, υποστηρίζοντας ότι η χώρα κατατάσσεται υψηλότερα από περισσότερα από δέκα κράτη-μέλη.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος περιέγραψε τη συζήτηση για την οικονομία ως «ένα νόμισμα με δύο όψεις», τονίζοντας ότι η παρουσίαση μόνο της αρνητικής πλευράς δεν αποτυπώνει την πραγματική εικόνα. Αναγνώρισε ότι η αύξηση των εισοδημάτων δεν έχει φτάσει στα επίπεδα που θα κάλυπταν πλήρως τις ανάγκες των πολιτών, ωστόσο απέρριψε ως εξίσου λανθασμένη την αφήγηση περί οικονομικής καταστροφής. Επικαλέστηκε συγκεκριμένα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία ο σωρευτικός πληθωρισμός των τελευταίων ετών υπερβαίνει το 20%, ενώ ο μέσος μισθός έχει σημειώσει αύξηση της τάξης του 31%. Παρ' όλα αυτά, διευκρίνισε ότι οι μέσοι όροι δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα κάθε νοικοκυριού, καθώς υπάρχουν πολίτες που έρχονται αντιμέτωποι με μεγαλύτερες αυξήσεις σε βασικές δαπάνες, όπως τα ενοίκια.

«Το πρόβλημα της ακρίβειας είναι αντικειμενικό δεδομένο», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι δεν συνιστά αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά αποτελεί βασική υποχρέωση της κυβέρνησης να το διαχειριστεί και να το περιορίσει. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, υπενθύμισε ότι η χώρα εισήλθε στην πληθωριστική περίοδο μετά από μια μακρά και επώδυνη οικονομική κρίση, ενώ υποστήριξε ότι η σημερινή διακυβέρνηση έχει ως στόχο τη μείωση του δημόσιου χρέους, χωρίς να χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις της μέσω νέου δανεισμού. Σε ό,τι αφορά την αίσθηση του μέσου πολίτη για τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, ο κ. Μαρινάκης εξήγησε ότι η κυβέρνηση κινείται εντός των ορίων που θέτουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, αξιοποιώντας τα πρόσθετα έσοδα του κράτους. Έφερε ως παράδειγμα την έκτακτη ενίσχυση των 400 ευρώ προς τους συνταξιούχους, σημειώνοντας ότι, αν και δεν αρκεί, αποτελεί μια δημοσιονομικά εφικτή παρέμβαση, ενώ προανήγγειλε ότι για το 2027 υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για πρόσθετες παρεμβάσεις ύψους 2,2 δισ. ευρώ.

Απαντώντας στην κριτική περί καθυστερημένης αντίδρασης στο μέτωπο της ακρίβειας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι τα τελευταία επτά χρόνια έχουν υλοποιηθεί ή προγραμματιστεί συνολικά 91 μειώσεις φόρων. Επιπλέον, ανέφερε ότι, παρά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, τα έσοδα του κράτους αυξάνονται χάρη στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, την ενίσχυση των επενδύσεων και των εξαγωγών, καθώς και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Αναφορικά με τους ελέγχους στην αγορά, ο κ. Μαρινάκης διαβεβαίωσε ότι αυτοί συνεχίζονται αδιάκοπα, τονίζοντας ότι έως το 2020 η χώρα δεν διέθετε μια επαρκώς στελεχωμένη υπηρεσία για τον σκοπό αυτό. Σήμερα, όπως είπε, έχουν επιβληθεί πρόστιμα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ενώ από τους ελέγχους προκύπτει ότι περίπου μία στις δέκα επιχειρήσεις δεν τηρεί τη νομοθεσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύνολο της αγοράς λειτουργεί παραβατικά.

Ελληνοτουρκικά και Εθνική Στρατηγική

Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο κ. Μαρινάκης επισήμανε ότι η κυβέρνηση δεν θεωρεί τα «ήρεμα νερά» αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την επίτευξη ενός ευρύτερου στόχου: την ισχυροποίηση της Ελλάδας. Διευκρίνισε ότι η επιδίωξη του διαλόγου και της καλής γειτονίας δεν συνεπάγεται υποχωρήσεις σε ζητήματα που άπτονται των εθνικών «κόκκινων γραμμών». Επανέλαβε την πάγια θέση της Αθήνας ότι η μόνη διαφορά με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, η οποία θα πρέπει να επιλυθεί με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο, την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, καθώς και στο ευρύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας, που περιλαμβάνει τα μαχητικά F-16, F-35, Rafale, τις φρεγάτες Belharra και το σύστημα αεράμυνας «Ασπίδα του Αχιλλέα». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαμήνυσε ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για διπλωματικό ή θερμό επεισόδιο, απορρίπτοντας τα σενάρια πανικού, ενώ υπογράμμισε ότι η χώρα δεν εφησυχάζει.

Πολιτικό Σκηνικό και Συνεργασίες

Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, ο κ. Μαρινάκης απέκλεισε κατηγορηματικά το σενάριο συγκυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας με τον Αλέξη Τσίπρα, επικαλούμενος τις σημαντικές πολιτικές διαφορές, κυρίως στον τομέα της οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, σχολίασε τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όπως είπε, έχει επιλέξει να κινηθεί πολιτικά πιο κοντά στον χώρο που εκπροσωπεί ο πρώην πρωθυπουργός. Ακόμη πιο ξεκάθαρος ήταν για το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Αντώνη Σαμαρά, το οποίο χαρακτήρισε ως «καμία απολύτως» πιθανότητα. Ο κ. Μαρινάκης εξήγησε ότι η διαφωνία με τον πρώην πρωθυπουργό δεν είναι προσωπική, αλλά βαθιά πολιτική, και συνδέεται με την κριτική που έχει ασκήσει στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. «Ένας άνθρωπος ο οποίος χαρακτηρίζει "μειοδοτική" την πιο αποτελεσματική εξωτερική πολιτική της Μεταπολίτευσης δεν θα μπορούσε ποτέ να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με την κυβέρνηση αυτή», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί κάποιος να χαρακτηρίζει «προδότη» ή «μειοδότη» έναν υπουργό Εξωτερικών και ταυτόχρονα να συζητά το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε και στις δημοσκοπήσεις, εκτιμώντας ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να επιτύχει καλύτερο αποτέλεσμα στις εκλογές, εφόσον εργαστεί σκληρά και διατηρήσει χαμηλούς τόνους. Επανέλαβε ότι στόχος του κόμματος είναι η αυτοδυναμία, την οποία χαρακτήρισε ως τη μόνη «καθαρή πρόταση διακυβέρνησης». Σε περίπτωση που το πρώτο κόμμα δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, ο κ. Μαρινάκης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιοποίησης της πρώτης διερευνητικής εντολής, τονίζοντας ότι η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση με βασικό κορμό το πρώτο κόμμα και πρωθυπουργό τον πρόεδρο αυτού. «Τους πρωθυπουργούς βγάζουν οι πολίτες και όχι τα κλειστά γραφεία», υπογράμμισε, σχολιάζοντας τη συζήτηση περί καταστατικού και επιλογής πρωθυπουργού. Κλείνοντας το πολιτικό σκέλος, ο κ. Μαρινάκης υπερασπίστηκε τη διαγραφή του κ. Σαμαρά, χαρακτηρίζοντάς την «αναπόφευκτη εξέλιξη», ενώ απέδωσε την ένταση στην πολιτική επίθεση που δέχθηκε η κυβέρνηση. Παράλληλα, αναγνώρισε τη συμβολή του πρώην πρωθυπουργού στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2023, σημειώνοντας ότι «δεν ακυρώνουμε την προσφορά κανενός, αλλά όταν επιλέγει κάποιος να μας επιτεθεί πολιτικά, δεν μπορούμε να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια».