Μας τα είπε από τις Βρυξέλλες… βρυξελλιώτικα και πασαλιμανιώτικα!
Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης
Ναι, κυρίες και κύριοι. Περιμέναμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιστρέψει από τις Βρυξέλλες και, μεταξύ μας, είχαμε μια μικρή ελπίδα.
Λέγαμε: δεν μπορεί. Θα πήγε εκεί, θα χτύπησε το χέρι στο τραπέζι, θα τους έβαλε —που λέει ο λόγος— τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι και θα επιστρέψει λέγοντάς μας:
«Έλληνες, τα κατάφερα. Έρχονται κονδύλια, ενισχύσεις, μέτρα. Πάρτε μια ανάσα».
Μια ανάσα, βρε αδερφέ.
Όχι τίποτε σπουδαίο.
Να μη γυρίσει το στόμα μας στον σβέρκο από τους λογαριασμούς. Να μη μας γδάρει το κρύο τον χειμώνα. Να μπορούμε να βάλουμε πετρέλαιο χωρίς να κοιτάζουμε το καλοριφέρ σαν να είναι… χρηματοκιβώτιο.
Και τι ακούσαμε τελικά;
Ότι «δεν θα τινάξουμε την μπάνκα στον αέρα για τις εκλογές».
Μάλιστα.
Τι λες, ρε μεγάλε;
Δηλαδή εμείς, οι κοινοί θνητοί, περιμέναμε από την κυβέρνηση να αδειάσει τα κρατικά ταμεία για να μας εξαγοράσει την ψήφο;
Αυτό κατάλαβες;
Μήπως, λέω μήπως, ο πολίτης που ζητά βοήθεια δεν το κάνει επειδή περιμένει το προεκλογικό χαρτζιλίκι, αλλά επειδή δεν του βγαίνει πλέον ο μήνας;
Μήπως ζητά μέτρα επειδή το ρεύμα, τα καύσιμα, η θέρμανση, το σούπερ μάρκετ και το κόστος ζωής έχουν μετατρέψει την καθημερινότητά του σε άσκηση οικονομικής επιβίωσης;
Άλλο, κύριε πρωθυπουργέ, η προεκλογική παροχολογία και άλλο η ανακούφιση μιας κοινωνίας που πιέζεται.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο.
Πρώτα εκπαιδεύεις τον πολίτη στην επιδότηση.
Pass για το ένα.
Επίδομα για το άλλο.
Κουπόνι για το τρίτο.
Ενίσχυση για το τέταρτο.
Δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα στη ρίζα του — προσπαθείς να σβήσεις τη φωτιά με μικρές οικονομικές ενέσεις.
Και όταν τελικά ο πολίτης, επειδή ακριβώς έτσι τον έμαθες, περιμένει την επόμενη ενίσχυση για να μπορέσει να πληρώσει τον λογαριασμό, γυρίζεις και περίπου του λες:
«Τι περιμένεις δηλαδή; Να μοιράζουμε λεφτά επειδή έρχονται εκλογές;»
Ε, κάπου εδώ μπερδεύεται και ο Έλληνας.
Γιατί μέχρι χθες, όταν ανακοινωνόταν ένα επίδομα, παρουσιαζόταν ως «στήριξη της κοινωνίας».
Σήμερα, όταν ο ίδιος πολίτης ζητά ουσιαστικότερη στήριξη, κινδυνεύει περίπου να εμφανιστεί σαν απαιτητικός πελάτης του κρατικού ταμείου.
Πρώτα σε μαθαίνω στο τάισμα και μετά σε κατηγορώ επειδή πεινάς.
Ε, όχι.
Ο πολίτης δεν ζητά να «τιναχτεί η μπάνκα στον αέρα».
Ζητά να καταλάβουν επιτέλους όσοι κυβερνούν ότι υπάρχουν άνθρωποι που μετρούν ευρώ στο σούπερ μάρκετ, που φοβούνται να ανοίξουν τη θέρμανση και που κάθε μήνα κάνουν λογιστική ακριβείας για να αποφασίσουν ποιος λογαριασμός θα πληρωθεί πρώτος.
Και δεν είναι λαϊκισμός να το λες.
Είναι πραγματικότητα.
Αν υπάρχουν περιθώρια για ελαφρύνσεις, να γίνουν.
Αν δεν υπάρχουν, να εξηγηθεί καθαρά το γιατί.
Αλλά ας μη δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Έλληνας που ζητά ανακούφιση από μια οικονομική πίεση την οποία βιώνει καθημερινά, περιμένει να εξαγοραστεί προεκλογικά.
Γιατί τότε το πράγμα γίνεται ακόμη πιο παράξενο:
Η πολιτεία τον συνηθίζει χρόνια ολόκληρα στα επιδόματα αντί στις μόνιμες λύσεις και ύστερα του κουνάει το δάχτυλο επειδή… περιμένει επίδομα.
Και ξέρετε κάτι;
Δεν φταίει μόνο ο Μητσοτάκης.
Φταίμε κι εμείς.
Γιατί έχουμε αποκτήσει μια εκπληκτική ικανότητα να ακούμε τα πάντα, να νευριάζουμε για λίγο, να γκρινιάζουμε στο καφενείο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μετά να επιστρέφουμε στην κανονικότητα σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ίσως κάποια στιγμή πρέπει να στείλουμε κι εμείς κάποιους πολιτικούς… για κανένα τσάι.
Όχι από κακία.
Για να ξεκουραστούν λίγο.
Μπας και, όταν επιστρέψουν, έχουν επανέλθει και στις εργοστασιακές ρυθμίσεις.
Μέχρι τότε, το έργο συνεχίζεται:
Πρώτα σε μαθαίνω στην επιδότηση.
Μετά σε κατηγορώ επειδή την περιμένεις.
Και στο τέλος σου εξηγώ ότι όλα αυτά γίνονται για το καλό σου.
Η παλιά ελληνική παροιμία, τελικά, ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή της:
«Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι».
Μόνο που σήμερα ακόμη και το λάδι…
έχει γίνει πανάκριβο.
Πιο Δημοφιλή
Μαφιόζικη εκτέλεση στη Γλυφάδα; Νεκρός άνδρας με σφαίρα στο κεφάλι
Πιο Πρόσφατα
Μας τα είπε από τις Βρυξέλλες… βρυξελλιώτικα και πασαλιμανιώτικα!