«Μεγάλος Αδελφός» στην Υγεία; Τι αλλάζει από 1η Σεπτεμβρίου στις εξετάσεις

Από την 1η Σεπτεμβρίου 2026 αλλάζει ο τρόπος αποζημίωσης σειράς διαγνωστικών εξετάσεων από τον ΕΟΠΥΥ, καθώς τίθεται σταδιακά σε εφαρμογή η υποχρεωτική ψηφιακή καταχώρηση των αποτελεσμάτων στο Ψηφιακό Αποθετήριο Διαγνωστικών Εργαστηριακών Αποτελεσμάτων.

Η επίσημη αιτιολόγηση στηρίζεται στη διαλειτουργικότητα, στη διαφάνεια και στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των αποζημιώσεων. Η συγκέντρωση, όμως, ολοένα περισσότερων ευαίσθητων ιατρικών δεδομένων σε κεντρικά πληροφοριακά συστήματα ανοίγει εκ νέου μια σοβαρή συζήτηση για την προστασία του ιατρικού απορρήτου, την κυβερνοασφάλεια και τα όρια πρόσβασης στα δεδομένα υγείας των πολιτών.

Οι διαβεβαιώσεις για αυξημένα μέτρα ασφαλείας αποτελούν ασφαλώς βασική προϋπόθεση κάθε τέτοιου συστήματος. Η διεθνής εμπειρία, ωστόσο, έχει δείξει ότι ακόμη και μεγάλοι δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με κυβερνοεπιθέσεις ή περιστατικά διαρροής δεδομένων.

Στην περίπτωση των ιατρικών πληροφοριών, οι συνέπειες μιας πιθανής παραβίασης είναι πολύ σοβαρότερες. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν άμεσα την υγεία, τις παθήσεις, τις εξετάσεις και την προσωπική ζωή κάθε πολίτη και επομένως απαιτούν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο προστασίας.

Η ανησυχία δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο μιας εξωτερικής κυβερνοεπίθεσης. Αφορά επίσης το ποιοι μπορούν να αποκτούν πρόσβαση, με ποια δικαιώματα, για πόσο χρονικό διάστημα και με ποιον μηχανισμό ελέγχεται κάθε χρήση των πληροφοριών.

Σε μια εποχή όπου τα δεδομένα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και διοικητική αξία, η διαχείριση του ιατρικού απορρήτου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό τεχνικό ζήτημα ψηφιοποίησης.

Χωρίς ψηφιακή καταχώρηση δεν θα αποζημιώνονται οι εξετάσεις

Με βάση την απόφαση του ΕΟΠΥΥ, οι δημόσιες και ιδιωτικές υγειονομικές μονάδες που είναι συμβεβλημένες με τον Οργανισμό δεν θα αποζημιώνονται για συγκεκριμένες διαγνωστικές εργαστηριακές εξετάσεις, εφόσον τα αποτελέσματά τους δεν έχουν καταχωρηθεί στο Ψηφιακό Αποθετήριο έως την προβλεπόμενη προθεσμία υποβολής.

Ο ΕΟΠΥΥ παρουσιάζει το μέτρο ως μέρος της σταδιακής εφαρμογής της διαλειτουργικότητας μεταξύ του πληροφοριακού συστήματος του Οργανισμού και του Ψηφιακού Αποθετηρίου Διαγνωστικών Εργαστηριακών Αποτελεσμάτων.

Στόχος, σύμφωνα με τον Οργανισμό, είναι να εξασφαλίζεται η πληρότητα των καταχωρούμενων στοιχείων και να πραγματοποιείται ακριβέστερος έλεγχος των υπηρεσιών που υποβάλλονται καθημερινά προς αποζημίωση.

Η τεχνολογική αυτή μεταβολή σημαίνει πρακτικά ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των ιατρικών πληροφοριών θα συγκεντρώνεται σε ψηφιακά διασυνδεδεμένες βάσεις δεδομένων. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση: το κράτος οφείλει να αποδείξει στην πράξη ότι η συγκέντρωση των στοιχείων συνοδεύεται από αυστηρούς μηχανισμούς πρόσβασης, καταγραφής κάθε χρήσης και πραγματικής λογοδοσίας σε περίπτωση παραβίασης.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή τα δεδομένα υγείας συγκαταλέγονται στις πλέον ευαίσθητες κατηγορίες προσωπικών πληροφοριών. Η οποιαδήποτε διαρροή ή μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για τους πολίτες και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο ίδιο το σύστημα υγείας.

Ανησυχίες εκφράζονται επίσης για το κατά πόσο τέτοιες πληροφορίες θα μπορούσαν, σε περίπτωση παράνομης ή καταχρηστικής πρόσβασης, να χρησιμοποιηθούν σε τομείς όπως ασφαλιστικές συναλλαγές ή εργασιακές διαδικασίες. Δεν πρόκειται για συνέπεια που απορρέει αυτομάτως από το νέο σύστημα, αποτελεί όμως κίνδυνο που επιβάλλει αυστηρή προστασία και σαφείς δικλίδες ασφαλείας.

Ποιες εξετάσεις εντάσσονται από την 1η Σεπτεμβρίου

Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΟΠΥΥ, οι ιδιώτες πάροχοι των κατηγοριών Διαγνωστικά Κέντρα και Ιδιωτικές Κλινικές ενημερώνονται ότι από την 1η Σεπτεμβρίου 2026 η καταχώρηση των αποτελεσμάτων στο Ψηφιακό Αποθετήριο καθίσταται υποχρεωτική ως προϋπόθεση αποζημίωσης συγκεκριμένων εξετάσεων.

Στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται είναι οι αιματολογικές και αιμοδοσίας, οι ανοσολογικές, οι βιοχημικές, οι μικροβιολογικές, οι ορμονολογικές, καθώς και εξετάσεις Ανοσολογίας RIA, Βιοχημείας RIA και Ορμονικές RIA.

Στο σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ οι συγκεκριμένες εξετάσεις εμφανίζονται στις κατηγορίες:

Βιολογικά Υλικά – 1
Βιολογικά Υλικά – 2

Κατά την οριστικοποίηση της υποβολής για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2026 και για κάθε επόμενο μήνα, θα πραγματοποιείται αυτοματοποιημένος έλεγχος μέσω διασύνδεσης με το Ψηφιακό Αποθετήριο.

Εάν για κάποια εξέταση του παραπεμπτικού δεν υπάρχει καταχωρημένο αποτέλεσμα, η συγκεκριμένη πράξη δεν θα αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ.

Ο έλεγχος θα γίνεται σε επίπεδο κάθε εξέτασης ξεχωριστά και όχι συνολικά στο παραπεμπτικό, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τις απαιτήσεις ακριβούς και έγκαιρης καταχώρησης από τους παρόχους.

Ο Οργανισμός επισημαίνει ακόμη ότι, προκειμένου να αποφευχθούν αδικαιολόγητες περικοπές κατά τον έλεγχο και την εκκαθάριση, κατά τη μεταφόρτωση των αποτελεσμάτων στο Ψηφιακό Αποθετήριο θα πρέπει να συμπληρώνονται υποχρεωτικά συγκεκριμένα πεδία που θα καθοριστούν από την ΗΔΙΚΑ.

Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται αναγκαία για τη διασύνδεση του πληροφοριακού συστήματος eDAPY του ΕΟΠΥΥ με το Ψηφιακό Αποθετήριο Διαγνωστικών Εργαστηριακών Αποτελεσμάτων.

Το νέο πλαίσιο δημιουργεί επομένως μία αλυσίδα ψηφιακού ελέγχου: η εξέταση εκτελείται, το αποτέλεσμα καταχωρείται, η πληροφορία διασταυρώνεται ηλεκτρονικά και μόνο τότε ενεργοποιείται η δυνατότητα αποζημίωσης.

Από διοικητική άποψη, το σύστημα μπορεί να περιορίσει ασυμφωνίες, εικονικές χρεώσεις και προβλήματα στον έλεγχο των παραπεμπτικών. Από την πλευρά της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όμως, δημιουργείται μια ακόμη μεγαλύτερη δεξαμενή πληροφοριών υγείας, η ασφάλεια της οποίας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας.

Η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει όχι μόνο ποια δεδομένα αποθηκεύονται, αλλά και ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά, πώς καταγράφεται κάθε πρόσβαση, ποιοι μηχανισμοί προστασίας υπάρχουν, για πόσο χρόνο διατηρούνται και τι ακριβώς προβλέπεται σε περίπτωση κυβερνοεπίθεσης ή παραβίασης.

Η επίκληση της ψηφιακής αναβάθμισης και της διαφάνειας δεν αρκεί από μόνη της. Όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση δεδομένων, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ευθύνη του κράτους να αποδείξει ότι αυτά δεν μπορούν να μετατραπούν σε εργαλείο ανεξέλεγκτης παρακολούθησης ή να καταλήξουν σε μη εξουσιοδοτημένα χέρια.

Ήδη, πάντως, έχουν εκφραστεί αντιδράσεις για τον τρόπο και τον χρόνο εφαρμογής της νέας διαδικασίας.

Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών έχει ζητήσει παράταση της εφαρμογής και ουσιαστικό διάλογο με τους αρμόδιους φορείς.

Στην παρέμβασή του αναγνωρίζει τη σημασία του ψηφιακού εκσυγχρονισμού και της διαλειτουργικότητας των συστημάτων υγείας, επισημαίνει όμως ότι ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα απαιτεί πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, επαρκή χρόνο προσαρμογής για τους παρόχους και απολύτως σαφείς τεχνικές προδιαγραφές.

Το μεγάλο στοίχημα επομένως δεν περιορίζεται στο αν το νέο σύστημα θα λειτουργήσει τεχνικά από την 1η Σεπτεμβρίου. Αφορά το εάν η Πολιτεία μπορεί να εγγυηθεί ότι η ψηφιοποίηση της Υγείας θα υπηρετεί τον πολίτη χωρίς να δημιουργεί νέα πεδία ανασφάλειας γύρω από το πλέον προσωπικό και ευαίσθητο απόρρητο: την ίδια την κατάσταση της υγείας του.