Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΠΟΛΛΩΝ

ΔΩΡΟΘΕΟΣ

ΚΥΝΘΙΑ

ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΣΕΛΗΝΗ

Μελέτη ΚΕΦΙΜ για δημοσιονομικές προκλήσεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Η Ελλάδα πέρασε από έλλειμμα 15,4% το 2009 σε πλεόνασμα 1,3% το 2024.
  • Η χώρα εξήλθε από τη λίστα μακροοικονομικών ανισορροπιών της ΕΕ.
  • Το "κρυφό χρέος" από συντάξεις φτάνει το 403% του ΑΕΠ για την Ελλάδα.
  • Η μελέτη προειδοποιεί για πιέσεις στις δαπάνες την περίοδο 2026-2029.
  • Ο κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός χρειάζεται αυστηρούς κανόνες και λογοδοσία.

Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) δημοσίευσε μια νέα ανάλυση πολιτικής με τίτλο "Δημοσιονομικές Προκλήσεις και Προοπτικές: Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση", την οποία συνέταξαν οι Χρήστος Λούκας και Ίων Βαλλιάνος. Η μελέτη αυτή εστιάζει στη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας, τις προοπτικές για την περίοδο 2026-2029, καθώς και τα ζητήματα που προκύπτουν από την πιθανή επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034.

Η θετική δημοσιονομική εξαίρεση της Ελλάδας

Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μία από τις λίγες θετικές δημοσιονομικές περιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ το 2009 το έλλειμμα της χώρας άγγιζε το 15,4% του ΑΕΠ, το 2024 μετατράπηκε σε πλεόνασμα 1,3%. Μάλιστα, κατά την τριετία 2023-2025, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των μόλις πέντε κρατών-μελών της ΕΕ με θετικό μέσο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μαζί με τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, για πρώτη φορά μετά την κρίση, αποτελεί μια συμβολικά σημαντική εξέλιξη. Αυτή συνδέεται άμεσα με τη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Προκλήσεις και κίνδυνοι για την επόμενη τετραετία

Ωστόσο, η μελέτη του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει ότι η θετική αυτή πορεία δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εσόδων και λιγότερο στη μείωση των δαπανών. Η περίοδος 2026-2029 αναμένεται να συνοδευτεί από σημαντικές πιέσεις, όπως η αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, οι υψηλές αμυντικές υποχρεώσεις και τα περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή εικόνα παραμένει ανησυχητική. Το συνολικό χρέος της ΕΕ-27 ανέρχεται στο 81,7% του ΑΕΠ, με σχεδόν τα μισά κράτη-μέλη να υπερβαίνουν το όριο του 60% που ορίζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Επιπλέον, 22 από τα 27 κράτη-μέλη κατέγραψαν ελλείμματα κατά την περίοδο 2023-2025.

Το "κρυφό χρέος" και οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο λεγόμενο "κρυφό χρέος", δηλαδή τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις για τις οποίες δεν έχουν συσσωρευθεί αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι υποχρεώσεις αυτές φτάνουν το 403% του ΑΕΠ για την Ελλάδα, το 429% για την Ιταλία και το 496% για την Ισπανία. Το γεγονός αυτό καθιστά τους επίσημους δείκτες χρέους ανεπαρκείς για την πλήρη αξιολόγηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι συντάκτες της μελέτης υποστηρίζουν ότι η επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού δεν αποτελεί συνετή επιλογή, αν δεν συνοδεύεται από αυστηρούς μηχανισμούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, ελέγχου, λογοδοσίας και αξιολόγησης της χρήσης των πόρων. Ο βασικός κίνδυνος είναι οι νέοι κοινοί πόροι να κατευθυνθούν σε βραχυπρόθεσμες δαπάνες και πολιτικά ελκυστικές παροχές, αντί σε παραγωγικές επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η ανάγκη για ιδιωτικές επενδύσεις

Η μελέτη καταλήγει ότι το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη δημόσιων πόρων, αλλά η περιορισμένη κινητοποίηση ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η ΕΕ υστερεί κατά 19,7 τρισ. ευρώ έναντι των ΗΠΑ σε συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, καθώς σημαντικοί πόροι παραμένουν δεσμευμένοι στα αναδιανεμητικά συνταξιοδοτικά συστήματα και δεν διοχετεύονται στις κεφαλαιαγορές.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σε δήλωσή του τόνισε ότι η έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί σημαντική αναγνώριση της προόδου, αλλά δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις, όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αυξανόμενες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις και η ανάγκη για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις. Κατέληξε ότι ο κοινός δανεισμός πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία, ενώ η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει τόσο τις συνέπειες της δημοσιονομικής χαλαρότητας όσο και ότι η προσαρμογή είναι εφικτή.