Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν είναι μια ακόμη περιφερειακή σύγκρουση που αφορά αποκλειστικά το Ιράν, το Ισραήλ ή τις εύφλεκτες ισορροπίες της περιοχής. Είναι ένα γεγονός με παγκόσμιες προεκτάσεις, που αποκαλύπτει ποιος επιβάλλει τη στρατηγική, ποιος ακολουθεί σιωπηλά και ποιος πληρώνει το τίμημα. Και αυτό το τίμημα, για άλλη μία φορά, δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης. Μεταφέρεται στην ενέργεια, στην οικονομία, στην κοινωνική ασφάλεια, στην καθημερινότητα των λαών.
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Η Μέση Ανατολή παραμένει το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ενεργειακής και γεωπολιτικής σταθερότητας. Η Ευρώπη το γνωρίζει πολύ καλά. Ξέρει πως χωρίς ενεργειακή επάρκεια δεν υπάρχει ούτε οικονομική ανάπτυξη ούτε κοινωνική συνοχή ούτε πολιτική αυτονομία. Ξέρει, επίσης, ότι κάθε ανάφλεξη στην περιοχή αυτή μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε ακρίβεια, ανασφάλεια, πληθωριστικές πιέσεις και ενεργειακή ασφυξία. Γι’ αυτό και, αντί να διεκδικήσει μια πραγματικά αυτόνομη στρατηγική, προτιμά συνήθως να σκύβει το κεφάλι και να προσαρμόζεται στις αποφάσεις άλλων.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η εξάρτηση της Ευρώπης από τα εξωτερικά ενεργειακά κέντρα. Είναι ότι η ήπειρος συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει διδαχθεί τίποτε από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών. Αντί να επενδύσει σοβαρά στα δικά της ενεργειακά πλεονεκτήματα, αντί να χαράξει σταθερή στρατηγική αξιοποίησης των δικών της πηγών και των δυνατοτήτων που προσφέρουν χώρες όπως η Ελλάδα, παραμένει εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση στρατηγικής αμηχανίας. Αποδέχεται την ακρίβεια ως αναγκαίο κακό και την εξάρτηση ως δήθεν ρεαλισμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική στάση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε στον δημόσιο λόγο και στην πολιτική σκηνή με την εικόνα του ηγέτη που θέλει να εμφανίζεται ως ειρηνοποιός, ως ο άνθρωπος που θα σταματούσε πολέμους, θα επέβαλλε συμφωνίες και θα αποκαθιστούσε την ισορροπία. Αυτή όμως η εικόνα συγκρούεται διαρκώς με την πραγματικότητα. Διότι η πολιτική δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις αλλά από τα αποτελέσματα. Και όταν η ρητορική της ειρήνης χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα σκληρής ισχύος, τότε δεν μιλάμε για ειρηνοποιό, αλλά για έναν ηγέτη που αξιοποιεί την ειρήνη ως εργαλείο επιβολής.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η βαθιά αντίφαση. Ο Τραμπ εμφανίζεται ως πολέμιος των ατελείωτων συγκρούσεων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εντάσσει τη Μέση Ανατολή στη στρατηγική του αποκαλύπτει ότι ο στόχος δεν είναι απλώς η ειρήνευση. Είναι ο έλεγχος. Ο έλεγχος των ισορροπιών, ο έλεγχος των ενεργειακών ροών, ο έλεγχος των συμμαχιών, ο έλεγχος των αντιπάλων. Και αυτή η λογική οδηγεί όχι στη σταθερότητα, αλλά στη μονιμοποίηση της έντασης με άλλους όρους.
Στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης βρίσκεται το Ισραήλ και προσωπικά ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Εδώ τίθεται το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένας ηγέτης ενός κράτους με συγκεκριμένο γεωγραφικό και πολιτικό εκτόπισμα να εμφανίζεται ικανός να επηρεάζει καθοριστικά ακόμη και την αμερικανική στρατηγική; Πώς φτάσαμε στο σημείο μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης να θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι ο Νετανιάχου μπορεί να σπρώχνει τις εξελίξεις, να διαμορφώνει ατζέντες και να εγκλωβίζει ακόμη και την Ουάσιγκτον σε επιλογές που δεν υπαγορεύονται από το συνολικό αμερικανικό συμφέρον, αλλά από τη λογική της διαρκούς περιφερειακής σύγκρουσης;
Η απάντηση δεν είναι απλή, αλλά είναι πολιτικά αποκαλυπτική. Ο Νετανιάχου έχει οικοδομήσει εδώ και χρόνια μια πολιτική μηχανική που συνδυάζει στρατιωτική αποφασιστικότητα, επικοινωνιακή κυριαρχία, διεθνή δικτύωση και συστηματική επίκληση της απειλής ως μηχανισμού νομιμοποίησης. Η πολιτική του βασίζεται στην ιδέα ότι το Ισραήλ δεν πρέπει απλώς να αμύνεται, αλλά να προλαμβάνει, να χτυπά πρώτο, να επιβάλλει όρους, να επανακαθορίζει το πλαίσιο της σύγκρουσης. Και αυτή η λογική, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί, έχει κατορθώσει να επιβάλει τη δική της δυναμική στη διεθνή ατζέντα.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το Ιράν και ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σύμβολο ενός καθεστώτος που επιμένει να λειτουργεί ως δύναμη αντίστασης απέναντι στη Δύση και το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα όριά του μέσα σε μια όλο και πιο επιθετική περιφερειακή πραγματικότητα. Η «υπόθεση Χαμενεΐ» δεν είναι απλώς το ζήτημα ενός ηγέτη ή ενός θεοκρατικού συστήματος. Είναι η αποτύπωση μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις ισχύος: από τη μία η κρατική και στρατιωτική υπεροχή που επιδιώκει να ορίζει μονομερώς τους κανόνες και από την άλλη ένα καθεστώς που επενδύει στην αντοχή, στα δίκτυα επιρροής και στη μακρά φθορά.
Και ο υπόλοιπος κόσμος; Ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί. Άλλοτε με συνενοχή, άλλοτε με ανοχή, άλλοτε με φόβο. Βλέπει τον Νετανιάχου να διατηρεί πρωτοβουλία κινήσεων, βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες να δυσκολεύονται να αποδείξουν ότι ελέγχουν απολύτως τη στρατηγική τους και βλέπει την Ευρώπη να παραμένει οικονομικός γίγαντας αλλά πολιτικός νάνος. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια της εποχής μας: η ισχύς δεν μετριέται μόνο με ΑΕΠ, θεσμούς και διακηρύξεις αρχών. Μετριέται με τη δυνατότητα να επιβάλλεις τη δική σου βούληση στο πεδίο.
Σε αυτό το σημείο η ελληνική διάσταση δεν είναι καθόλου αμελητέα. Η Ελλάδα θα μπορούσε να παίξει πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο ως δύναμη ενεργειακής και γεωπολιτικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Διαθέτει θέση, διαθέτει δυνατότητες, διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Κι όμως, αντί να αξιοποιεί με αυτοπεποίθηση τον ρόλο της, συχνά εντάσσεται παθητικά σε σχεδιασμούς τρίτων. Αντί να διεκδικεί, ακολουθεί. Αντί να χαράσσει στρατηγική, περιορίζεται στη διαχείριση. Και αυτή η παθητικότητα παρουσιάζεται πολλές φορές ως υπευθυνότητα, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά απώλεια εθνικού και πολιτικού κεφαλαίου.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι θα κάνει το Ιράν, πόσο στοχευμένες είναι οι ισραηλινές κινήσεις ή μέχρι πού φτάνουν οι τακτικοί ελιγμοί του Τραμπ. Το ερώτημα είναι αν ο κόσμος θα συνεχίσει να αποδέχεται ως φυσιολογική μια διεθνή κατάσταση όπου οι ισορροπίες καθορίζονται από την ένταση, οι κοινωνίες πληρώνουν την ακρίβεια και την αβεβαιότητα και η Ευρώπη παραιτείται οικειοθελώς από την πολιτική της ωριμότητα.
Διότι στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται στη Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο μια περιφερειακή αναμέτρηση. Κρίνεται ποιος αποφασίζει για την ενέργεια, την ασφάλεια, την οικονομία και τελικά για τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Και όσο η διεθνής κοινότητα βαφτίζει την αδυναμία «σύνεση» και την ανοχή «διπλωματία», τόσο η πραγματική εξουσία θα μεταφέρεται σε εκείνους που δεν διστάζουν να κινούν τα νήματα πίσω από τις λέξεις, πίσω από τις κρίσεις, πίσω ακόμη και από τις υπερδυνάμεις.
Πιο Δημοφιλή
Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο
Στρατιά κυβερνητικών τρολ στήνει ψηφιακή τρομοκρατία
Πιο Πρόσφατα
Μέση Ανατολή: φωτιά και εξουσία
Το άδειο τραπέζι: Γιατί η Δύση ξέχασε πώς να ζει;