29 Ιουλίου 2026

Μέση Ανατολή σε νέα ανάφλεξη – Στα 88 δολάρια εκτινάχθηκε το Μπρεντ

Η εύθραυστη ηρεμία που είχε επικρατήσει για λίγα μόνο εικοσιτετράωρα στη Μέση Ανατολή κατέρρευσε εκ νέου, καθώς οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι αναχαίτισαν βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν και ακολούθως εξαπέλυσαν, σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, αεροπορικά πλήγματα εναντίον φιλοϊρανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στο Ιράκ.

Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση αναζωπύρωσε άμεσα την ανησυχία για μια ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη και προκάλεσε ισχυρή άνοδο στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, καθώς η ένταση επεκτείνεται σε κρίσιμες ενεργειακές και θαλάσσιες οδούς.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, γνωστή ως CENTCOM, ανακοίνωσε ότι αμερικανικά και σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν σειρά εγκαταστάσεων επιμελητείας και αποθηκών οπλισμού στο ανατολικό Ιράκ.

Κατά την αμερικανική πλευρά, οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνταν από ένοπλες οργανώσεις που χαρακτηρίζονται τρομοκρατικές και διατηρούν στενές σχέσεις με την Τεχεράνη. Η CENTCOM απηύθυνε ευθεία προειδοποίηση προς το Ιράν και τις οργανώσεις που το υποστηρίζουν, ζητώντας να σταματήσουν τις επιθέσεις, διαφορετικά θα ακολουθήσουν νέες αμερικανικές ενέργειες.

Τη συμμετοχή της στους βομβαρδισμούς επιβεβαίωσε και η Σαουδική Αραβία. Το υπουργείο Άμυνας του βασιλείου ανέφερε ότι η σαουδαραβική αεροπορία έπληξε παραστρατιωτικές ομάδες πιστές στο Ιράν, οι οποίες φέρονται να εμπλέκονται σε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη σαουδαραβική επικράτεια.

Το Ριάντ είχε ήδη καταγγείλει παρόμοια περιστατικά τη Δευτέρα και είχε καλέσει την κυβέρνηση του Ιράκ να εμποδίσει τη χρησιμοποίηση της χώρας ως ορμητηρίου για επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων.

Η κυβέρνηση της Βαγδάτης ανακοίνωσε ότι έχει ξεκινήσει έρευνα για τις σχετικές καταγγελίες. Από την πλευρά της, η λεγόμενη «Ισλαμική Αντίσταση στο Ιράκ», ομπρέλα φιλοϊρανικών ενόπλων οργανώσεων, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή σε επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας.

Αναχαιτίστηκαν ιρανικοί πύραυλοι – Άλμα στις τιμές του πετρελαίου

Λίγες ώρες πριν από τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ, η CENTCOM είχε ανακοινώσει ότι αμερικανικά συστήματα αεράμυνας αναχαίτισαν επιτυχώς βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν.

Η αμερικανική διοίκηση δεν διευκρίνισε πόσοι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν ούτε σε ποια ακριβώς σημεία κατευθύνονταν. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για απόπειρα αιφνιδιαστικής επίθεσης εναντίον αμερικανικών δυνάμεων που βρίσκονται σε βάσεις στη Μέση Ανατολή.

Η Τεχεράνη δεν είχε επιβεβαιώσει άμεσα ότι πραγματοποίησε πυραυλική επίθεση κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η απουσία επίσημης ιρανικής τοποθέτησης δεν περιόρισε, πάντως, την κλιμάκωση, καθώς η Ουάσιγκτον προχώρησε γρήγορα σε αντίποινα.

Οι εξελίξεις προκάλεσαν νέα αναστάτωση στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Περίπου στις 04:55 ώρα Ελλάδας, το αμερικανικό αργό WTI διαπραγματευόταν στα 83 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο 4,72%.

Το πετρέλαιο Μπρεντ της Βόρειας Θάλασσας, που αποτελεί βασική διεθνή τιμή αναφοράς, ενισχυόταν κατά 4,70% και είχε φτάσει στα 88,04 δολάρια το βαρέλι.

Η απότομη άνοδος των τιμών συνδέεται με τον φόβο ότι η σύγκρουση θα επηρεάσει τη διακίνηση πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο και θα προκαλέσει διακοπές στις εξαγωγές από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές περιοχές του πλανήτη.

Την ανησυχία ενίσχυσε ανακοίνωση των Φρουρών της Επανάστασης, σύμφωνα με την οποία ιρανικές δυνάμεις έπληξαν τρία πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια που επιχειρούσαν να διασχίσουν το στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ.

Όπως μετέδωσε το ιρανικό πρακτορείο Tasnim, τα τρία πλοία φέρονται να αγνόησαν προειδοποιήσεις του ναυτικού των Φρουρών της Επανάστασης και συνέχισαν την πορεία τους. Κατά την ίδια πηγή, αναγκάστηκαν να σταματήσουν αφού δέχθηκαν πλήγματα.

Δεν είχε γίνει άμεσα γνωστή η σημαία των πλοίων, η έκταση των ζημιών ή αν υπήρξαν τραυματισμοί στα πληρώματά τους. Το περιστατικό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του ρόλου του Στενού του Ορμούζ στη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τις διεθνείς αγορές.

Στο μεταξύ, οι Χούθι της Υεμένης ανακοίνωσαν ότι εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον σαουδαραβικού πετρελαιοφόρου στην Ερυθρά Θάλασσα. Η οργάνωση ισχυρίστηκε ότι το πλοίο είχε παραβιάσει τον ναυτικό αποκλεισμό που δηλώνει ότι επιβάλλει στη Σαουδική Αραβία.

Η νέα φάση της σύγκρουσης επαναφέρει σε ενεργό ρόλο τους Χούθι, έπειτα από περίοδο σχετικής ύφεσης στις εχθροπραξίες με τη Σαουδική Αραβία. Το κίνημα υποστηρίζεται από το Ιράν, ενώ το Ριάντ παραμένει βασικός σύμμαχος της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης.

Η ταυτόχρονη ένταση στο Ιράκ, στο Στενό του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο επιχειρησιακό περιβάλλον. Μια περαιτέρω επέκταση των συγκρούσεων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στη διεθνή ναυσιπλοΐα και να πυροδοτήσει νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας.

Η συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου και ο κοινός στόχος κατά του Ιράν

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Ήταν η πρώτη διά ζώσης συνάντηση των δύο ηγετών μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ περιορίστηκε μετά το τέλος των συνομιλιών σε μια σύντομη ανάρτηση στο Truth Social, αναφέροντας ότι η συνάντηση ήταν πολύ καλή και ότι συζητήθηκαν πολλά σημαντικά ζητήματα.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε βίντεο που δημοσιοποίησε αργότερα, χαρακτήρισε τη συνομιλία τους την καλύτερη που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα. Υποστήριξε ότι στο επίκεντρο βρέθηκε ο κοινός στόχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ να αποτρέψουν την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.

Η Τεχεράνη απορρίπτει εδώ και δεκαετίες τις κατηγορίες ότι επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου, υποστηρίζοντας ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα εξυπηρετεί αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς.

Μετά τη συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε κοινή συνέντευξη Τύπου και οι δύο πλευρές απέφυγαν να δώσουν λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των συνομιλιών ή για ενδεχόμενες διαφωνίες.

Το Ισραήλ είχε συμμετάσχει μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην επίθεση κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία της γενικευμένης σύγκρουσης. Από τις αρχές Ιουλίου, όμως, δεν είχε εμπλακεί άμεσα στον τελευταίο κύκλο στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η επίσκεψη Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκε σε ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική συγκυρία και για τους δύο ηγέτες. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναμένεται να διεκδικήσει νέα θητεία στις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, αντιμετωπίζοντας, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, σημαντικές δυσκολίες.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, από τις οποίες θα κριθεί ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν περιορισμένες πλειοψηφίες και μια παρατεταμένη σύγκρουση με οικονομικές συνέπειες μπορεί να επηρεάσει σοβαρά το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Οι σχέσεις Τραμπ και Νετανιάχου είχαν περάσει περίοδο έντασης τον Απρίλιο, κατά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην πρώτη κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε τότε επιτεθεί δημόσια στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, κατηγορώντας τον ότι υπονόμευε τις διπλωματικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον και δυσκόλευε την επίτευξη συμφωνίας με την Τεχεράνη.

Η νέα συνάντηση δείχνει ότι οι δύο πλευρές επιχειρούν να αποκαταστήσουν τον συντονισμό τους, καθώς η σύγκρουση εισέρχεται σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ επιδιώκουν μια νέα αποκλιμάκωση ή προετοιμάζονται για ευρύτερη στρατιωτική πίεση κατά του Ιράν.

Η αναχαίτιση των πυραύλων, οι βομβαρδισμοί στο Ιράκ και τα πλήγματα σε δεξαμενόπλοια δείχνουν ότι η Μέση Ανατολή επιστρέφει σε τροχιά ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Κάθε νέο χτύπημα αυξάνει τον κίνδυνο άμεσης εμπλοκής περισσότερων κρατών και μετατροπής της περιφερειακής σύρραξης σε πόλεμο με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.