14 Αυγούστου 2026

Μετά τα ΕΛΤΑ, σειρά έχουν τα ΑΤΜ – Η ελληνική επαρχία ξηλώνεται υπηρεσία-υπηρεσία

Η ελληνική επαρχία δέχεται ένα ακόμη πλήγμα σε βασικές υπηρεσίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αυτονόητες. Μετά τη συρρίκνωση καταστημάτων των ΕΛΤΑ και την αποχώρηση τραπεζικών καταστημάτων από δεκάδες μικρές περιοχές, έρχεται τώρα η σταδιακή απόσυρση ΑΤΜ από χωριά και απομακρυσμένους οικισμούς, αφήνοντας τους κατοίκους να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους ακόμη και για μία απλή ανάληψη μετρητών.

Η εικόνα προκαλεί έντονες αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι ηλικιωμένοι αποτελούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού και η πρόσβαση σε ψηφιακές τραπεζικές υπηρεσίες δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη.

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν συνδυάζεται με τη γενικότερη εγκατάλειψη της περιφέρειας. Χωριά χάνουν πληθυσμό, υπηρεσίες κλείνουν, καταστήματα εξαφανίζονται και οι κάτοικοι υποχρεώνονται να διανύουν δεκάδες χιλιόμετρα για υπηρεσίες που κάποτε βρίσκονταν δίπλα τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα δυνατότητα που προωθείται για ανάληψη μετρητών μέσω καταστημάτων λιανικής παρουσιάζεται ως λύση. Στην πράξη, όμως, προκαλεί ακόμη περισσότερα ερωτήματα.

Η σχετική πρόβλεψη αναφέρει ότι θα μπορεί να παρέχεται υπηρεσία ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής μέσω φυσικών καταστημάτων, ακόμη και χωρίς προηγούμενη αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας από τον πελάτη.

Με απλά λόγια, το καφενείο, το μίνι μάρκετ ή το μοναδικό κατάστημα ενός χωριού καλείται να λειτουργήσει και ως σημείο ανάληψης μετρητών.

Οι τράπεζες φεύγουν και το καφενείο καλείται να γίνει… ΑΤΜ

Η κυβερνητική λογική επιχειρεί να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη λύση ως πρακτική διευκόλυνση για τις περιοχές όπου δεν λειτουργούν πλέον τραπεζικά καταστήματα ή ΑΤΜ. Η πραγματικότητα της ελληνικής επαρχίας, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.

Υπάρχουν χωριά στα οποία δεν λειτουργεί ούτε ένα οργανωμένο κατάστημα λιανικής. Υπάρχουν περιοχές όπου το μοναδικό καφενείο ανοίγει λίγες ώρες την ημέρα και επιβιώνει με περιορισμένο τζίρο. Υπάρχουν οικισμοί όπου οι επισκέπτες τον χειμώνα μετριούνται στα δάχτυλα.

Το πρώτο ερώτημα λοιπόν αφορά τη ρευστότητα. Με ποια διαθέσιμα μετρητά θα μπορεί ένας μικρός επαγγελματίας να εξυπηρετεί καθημερινά κατοίκους που θέλουν να κάνουν αναλήψεις;

Ένα κατάστημα που λειτουργεί με μικρό ημερήσιο τζίρο δεν μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μηχανισμό διανομής χρημάτων. Πολύ περισσότερο όταν κανείς δεν έχει εξηγήσει ποιος θα καλύπτει τις ανάγκες ρευστότητας, ποιος θα αναλαμβάνει το κόστος και ποιος θα προστατεύει τον επιχειρηματία.

Ακολουθεί το ζήτημα της ασφάλειας. Ένα ΑΤΜ διαθέτει συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, συστήματα ασφαλείας και ασφαλιστικές δικλίδες. Ένα μικρό καφενείο ή ένα μπακάλικο σε απομακρυσμένο χωριό δεν έχει αντίστοιχη προστασία.

Η συγκέντρωση μεγαλύτερων ποσών μετρητών σε τέτοιους χώρους μπορεί να δημιουργήσει νέο κίνδυνο για τους ίδιους τους επαγγελματίες. Ένα μικρό κατάστημα στην ελληνική επαρχία δύσκολα μπορεί να μετατραπεί σε θωρακισμένο τραπεζικό σημείο.

Υπάρχει ακόμη το θέμα της ιδιωτικότητας. Η ανάληψη από ΑΤΜ αποτελεί προσωπική συναλλαγή. Η πραγματοποίηση της ίδιας διαδικασίας μπροστά στον ιδιοκτήτη ενός καταστήματος σε ένα μικρό χωριό μεταφέρει μέρος αυτής της ιδιωτικότητας σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο.

Και βέβαια παραμένει το πρακτικό ερώτημα των ωραρίων. Τι γίνεται όταν το κατάστημα είναι κλειστό; Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο ρευστό; Τι συμβαίνει σε αργίες, νύχτες ή περιόδους αυξημένης ζήτησης;

Η λύση αυτή μοιάζει περισσότερο με μεταφορά της ευθύνης από τις τράπεζες προς τους μικρούς επαγγελματίες και τους ίδιους τους κατοίκους.

Το παράδοξο είναι ακόμη μεγαλύτερο επειδή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει περάσει από διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις και έχει στηριχθεί αποφασιστικά σε διαφορετικές φάσεις της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, οι πολίτες βλέπουν τραπεζικά καταστήματα να κλείνουν, ΑΤΜ να αποσύρονται και ολοένα περισσότερες υπηρεσίες να μεταφέρονται υποχρεωτικά στο διαδίκτυο.

Η ψηφιοποίηση μπορεί να μειώνει το λειτουργικό κόστος για τις τράπεζες, όμως το κόστος μεταφέρεται στον πολίτη που δεν διαθέτει ψηφιακές δεξιότητες, στον ηλικιωμένο που δεν χρησιμοποιεί εφαρμογές και στον κάτοικο ενός χωριού που πρέπει να ταξιδέψει δεκάδες χιλιόμετρα για μια τραπεζική συναλλαγή.

Η περιφέρεια χάνει υπηρεσίες και το κράτος μοιράζει αρμοδιότητες στους κατοίκους

Η υπόθεση των ΑΤΜ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση αποχώρησης βασικών υπηρεσιών από την ελληνική περιφέρεια.

Το ταχυδρομείο κλείνει και η εξυπηρέτηση μεταφέρεται αλλού. Η τράπεζα αποχωρεί και το καφενείο καλείται να αναλάβει μέρος της δουλειάς της. Οι δημόσιες υπηρεσίες συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερες πόλεις και οι κάτοικοι των μικρών οικισμών πρέπει συνεχώς να προσαρμόζονται.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή τη διαδικασία μέσα από το πρίσμα της ψηφιακής μετάβασης, της αποτελεσματικότητας και της μείωσης του κόστους. Για τον κάτοικο ενός απομακρυσμένου χωριού, όμως, το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο απλό: λιγότερες υπηρεσίες, μεγαλύτερες αποστάσεις και περισσότερη προσωπική ταλαιπωρία.

Κάπως έτσι η περίφημη «ατομική ευθύνη» αποκτά διαρκώς νέες εφαρμογές. Ο πολίτης πρέπει να μάθει ηλεκτρονική τραπεζική, να μετακινηθεί μόνος του, να βρει τρόπο να εξυπηρετηθεί και τελικά να καλύψει τα κενά που αφήνουν πίσω τους οι οργανισμοί και οι υπηρεσίες.

Η εικόνα γίνεται σχεδόν σατιρική: το μίνι μάρκετ μπορεί να λειτουργεί ως ταχυδρομικό σημείο, το καφενείο ως τραπεζικό κατάστημα, ο φαρμακοποιός καλείται συχνά να καλύψει βασικά κενά πρωτοβάθμιας ενημέρωσης και ο κάτοικος ενός απομακρυσμένου χωριού να αντιμετωπίζει μόνος του προβλήματα που στις πόλεις καλύπτονται από οργανωμένες υπηρεσίες.

Αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, η έννοια της κρατικής παρουσίας στην περιφέρεια κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια σειρά ψηφιακών εφαρμογών και τηλεφωνικών κέντρων.

Το δημογραφικό πρόβλημα κάνει την κατάσταση ακόμη πιο σοβαρή. Χωριά που ήδη χάνουν νέους ανθρώπους και μόνιμο πληθυσμό χρειάζονται περισσότερες υποδομές για να παραμείνουν βιώσιμα. Η αφαίρεση υπηρεσιών λειτουργεί στην αντίθετη κατεύθυνση.

Όταν ένας νέος γνωρίζει ότι για τράπεζα, γιατρό, δημόσια υπηρεσία ή ταχυδρομείο πρέπει να διανύει μεγάλες αποστάσεις, έχει ακόμη έναν λόγο να εγκαταλείψει τον τόπο του.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα απλό τραπεζικό μέτρο. Πρόκειται για ζήτημα ισότιμης πρόσβασης στις βασικές υπηρεσίες και τελικά για το εάν η Πολιτεία θεωρεί ότι η ζωή στην περιφέρεια πρέπει να προστατευθεί ή απλώς να προσαρμοστεί στους όρους της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Οι υποστηρικτές της ψηφιακής μετάβασης επισημαίνουν ότι οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες μειώνουν τη γραφειοκρατία και το κόστος. Το επιχείρημα είναι πραγματικό, δεν απαντά όμως στο τι συμβαίνει με όσους βρίσκονται εκτός του ψηφιακού μοντέλου ή ζουν σε περιοχές όπου οι φυσικές υποδομές εξαφανίζονται ταχύτερα από όσο αντικαθίστανται.

Η τεχνολογική πρόοδος δεν μπορεί να σημαίνει ότι τα μεγάλα αστικά κέντρα αποκτούν περισσότερες επιλογές, ενώ η ελληνική περιφέρεια επιστρέφει σε μοντέλο αυτοεξυπηρέτησης περασμένων δεκαετιών.

Η απόσυρση των ΑΤΜ γίνεται έτσι σύμβολο ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος. Δεν αφορά μόνο την ανάληψη χρημάτων. Αφορά το εάν οι κάτοικοι των χωριών θα εξακολουθήσουν να έχουν πρακτική πρόσβαση στις ίδιες βασικές υπηρεσίες με τους κατοίκους των πόλεων.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής κριτικής. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς η αποχώρηση τραπεζικών και άλλων υποδομών συμβαδίζει με τις διακηρύξεις περί αναζωογόνησης της περιφέρειας και αντιμετώπισης του δημογραφικού.

Η μετατροπή του καφενείου σε υποκατάστατο ΑΤΜ μπορεί να παρουσιάζεται ως ευρηματική λύση. Για πολλούς κατοίκους της επαρχίας μοιάζει περισσότερο με παραδοχή ότι οι κανονικές υπηρεσίες αποσύρονται και οι ίδιοι καλούνται για ακόμη μία φορά να καλύψουν μόνοι τους το κενό.

Ο εκσυγχρονισμός κρίνεται από το εάν κάνει τη ζωή του πολίτη ευκολότερη. Όταν η ψηφιακή μετάβαση συνοδεύεται από λιγότερες φυσικές υπηρεσίες, περισσότερες αποστάσεις και μεταφορά αρμοδιοτήτων στον ίδιο τον πολίτη, τότε το ερώτημα για το ποιος τελικά ωφελείται από αυτό το μοντέλο γίνεται απολύτως πολιτικό.