25 Αυγούστου 2026

Μετά τα Τέμπη, ακόμη περιμένουν τα συστήματα ασφαλείας – Νέα παράταση έως τον Οκτώβριο

Με σοβαρές εκκρεμότητες και νέες καθυστερήσεις φαίνεται ότι θα προχωρήσει η πλήρης επανεκκίνηση του σιδηροδρομικού άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι τα έργα αποκατάστασης μετά τις καταστροφές των κακοκαιριών Daniel και Elias βρίσκονται εντός, ακόμη και μπροστά από, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.

Η εικόνα που προκύπτει από τις τελευταίες αποφάσεις του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών είναι διαφορετική. Η εργολαβία που αφορά τα κρίσιμα συστήματα ασφαλείας, τη σηματοδότηση, το ETCS, την τηλεδιοίκηση και την ηλεκτροκίνηση μετατίθεται τουλάχιστον κατά τρεις μήνες, ενώ αντίστοιχη παράταση δίνεται και στη σύμβαση του τεχνικού συμβούλου που επιβλέπει το έργο.

Την ίδια στιγμή, το έργο της υποδομής βαίνει προς ολοκλήρωση με πρόσθετη αποζημίωση άνω των 16 εκατ. ευρώ προς τον ανάδοχο, ώστε να επιταχυνθούν οι εργασίες και να μη χαθεί το δεσμευτικό ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης.

Έτσι διαμορφώνεται ένα σύνθετο σκηνικό αλληλοεξαρτώμενων εργολαβιών, παρατάσεων και πρόσθετων δαπανών, το οποίο δείχνει ότι ο αρχικός σχεδιασμός δεν κατάφερε τελικά να λειτουργήσει με τον συγχρονισμό που είχε παρουσιαστεί ως δεδομένος.

Τρεις μήνες πίσω τα συστήματα ασφαλείας

Η σύμβαση που αφορά τη σηματοδότηση, το ETCS Level 1, την τηλεδιοίκηση και την ηλεκτροκίνηση στο τμήμα της διπλής γραμμής από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Παλαιοφαρσάλου μέχρι τον Σταθμό Κραννώνα είχε αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης την 28η Ιουλίου.

Η προθεσμία παρήλθε χωρίς να έχει ολοκληρωθεί το σύνολο των εργασιών και το υπουργείο ενέκρινε νέα ημερομηνία περαίωσης την 29η Οκτωβρίου 2026.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Δημόσιο αναγνωρίζει ότι η καθυστέρηση δεν βαρύνει την ανάδοχο ALSTOM. Η παράταση δίνεται με αναθεώρηση και χωρίς επιβολή ποινικών ρητρών, εξέλιξη που μπορεί να αποκτήσει οικονομική σημασία και για πιθανές μελλοντικές απαιτήσεις του αναδόχου.

Η βασική αιτία βρίσκεται στην ίδια τη δομή των έργων. Τα συστήματα ασφαλείας μπορούν να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν μόνο όταν έχει προηγηθεί η αποκατάσταση της σιδηροδρομικής υποδομής.

Για να ολοκληρωθούν οι εργασίες της ALSTOM έπρεπε να έχουν προηγηθεί η οριστική τοποθέτηση της γραμμής, η αποκατάσταση της επιδομής, η τοποθέτηση των στρωτήρων και οι απαραίτητες παραλλαγές στα επιμέρους τμήματα.

Πηγές με γνώση της υπόθεσης αποδίδουν σημαντικό μέρος της σημερινής καθυστέρησης στην ηλεκτροκίνηση, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει επιλυθεί πλήρως το ζήτημα της ηλεκτροδότησης.

Η υπουργική απόφαση αναφέρει ότι οι εργασίες που συνδέονται με το ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης –σηματοδότηση, ETCS L1, τηλεδιοίκηση και οι αντίστοιχες δοκιμές, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις– ολοκληρώθηκαν εμπρόθεσμα.

Ωστόσο, πληροφορίες από τον σιδηροδρομικό χώρο επισημαίνουν ότι και η σηματοδότηση, πάνω στην οποία στηρίζεται λειτουργικά το ETCS, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί στο σύνολό της. Το γεγονός αυτό ενισχύει τα ερωτήματα για το πόσο πραγματικά «έτοιμος» θα είναι ο άξονας όταν επανέλθει σε πλήρη λειτουργία.

Οι καθυστερήσεις στην εργολαβία της υποδομής, την οποία εκτελεί η ΜΕΤΚΑ Α.Τ.Ε., μεταφέρθηκαν αναπόφευκτα και στο έργο των συστημάτων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των γεφυριδίων G3, G4 και G6. Οι σχετικές εργασίες ολοκληρώθηκαν, με βάση τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, στα μέσα Ιουλίου, αφήνοντας στην ALSTOM μόλις λίγες ημέρες μέχρι την αρχική λήξη της σύμβασής της στις 28 Ιουλίου.

Η ίδια η εταιρεία είχε υποβάλει στις 24 Ιουλίου αίτημα παράτασης μέχρι τις 28 Οκτωβρίου. Η αρμόδια υπηρεσία αναγνώρισε 13 ημέρες καθυστέρησης χωρίς ευθύνη του αναδόχου, από τις οποίες οι δέκα συνδέθηκαν με περιστατικά ανωτέρας βίας και οι υπόλοιπες με τις επιπτώσεις των αγροτικών κινητοποιήσεων.

Η ALSTOM είχε επικαλεστεί μεταξύ άλλων τις ακραίες θερμοκρασίες του καλοκαιριού του 2025, την κακοκαιρία Byron τον Δεκέμβριο, τις κινητοποιήσεις των αγροτών, προβλήματα πρόσβασης στα εργοτάξια και δυσμενείς καιρικές συνθήκες στις αρχές του 2026.

Το υπουργείο έκανε δεκτό ότι η τρίμηνη μετατόπιση της προθεσμίας δεν μπορεί να καταλογιστεί στην εταιρεία, εγκρίνοντας την παράταση χωρίς ποινικές ρήτρες.

Παράλληλα, έχει ήδη μεταβληθεί σημαντικά και η οικονομική εικόνα της σύμβασης. Ο αρχικός προϋπολογισμός ανερχόταν σε 35,64 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ, ενώ τον Αύγουστο του 2025 εγκρίθηκε συμπληρωματική σύμβαση εργασιών ύψους 5,29 εκατ. ευρώ.

Έτσι, η συνολική δαπάνη αυξήθηκε στα 40,93 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ.

Η νέα παράταση προκάλεσε ντόμινο και στη σύμβαση του τεχνικού συμβούλου PLANET, η οποία επιμηκύνεται έως τις 7 Νοεμβρίου 2026.

Πάνω από 16 εκατ. ευρώ για να μη χαθεί το χρονοδιάγραμμα

Διαφορετικός χειρισμός εφαρμόστηκε στην παράλληλη εργολαβία αποκατάστασης της υποδομής. Εκεί η προθεσμία ήταν ουσιαστικά αμετακίνητη, επειδή συνδεόταν με δεσμευτικό ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αντί να δοθεί παράταση, επιλέχθηκε η επιτάχυνση των εργασιών με πρόσθετη αποζημίωση προς τον ανάδοχο για το αυξημένο κόστος.

Η ΜΕΤΚΑ είχε επικαλεστεί συνολικά 141 ημέρες καθυστέρησης. Η αρμόδια υπηρεσία αναγνώρισε τελικά 81 ημέρες χωρίς υπαιτιότητα της εταιρείας.

Για να επιταχυνθούν οι εργασίες εγκρίθηκε αποζημίωση ύψους 16.061.938,02 ευρώ χωρίς ΦΠΑ.

Στους παράγοντες που αναγνωρίστηκαν περιλαμβάνονται η κακοκαιρία Byron, οι αλλαγές στον τρόπο διεξαγωγής της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας και η μετατόπιση του δικτύου GSM-R.

Η επιλογή αυτή επέτρεψε να διατηρηθεί τυπικά το ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης, κόστισε όμως στο Δημόσιο περισσότερα από 16 εκατ. ευρώ επιπλέον και δεν απέτρεψε τη μεταφορά καθυστερήσεων στις υπόλοιπες συμβάσεις που εξαρτώνται από την ολοκλήρωση της βασικής υποδομής.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολυδιαφημισμένη πλήρης αποκατάσταση του σιδηροδρομικού άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη συνοδεύεται πλέον από σοβαρούς αστερίσκους.

Η κυβέρνηση είχε συνδέσει την ολοκλήρωση των έργων μέσα στο καλοκαίρι με την ασφαλή επιστροφή οκτώ ζευγών δρομολογίων ημερησίως στον κεντρικό σιδηροδρομικό άξονα, από δύο ζεύγη που πραγματοποιούνται σήμερα, με στόχο να αυξηθούν στα 12 ζεύγη από το 2027.

Οι τελευταίες αποφάσεις του υπουργείου δείχνουν, ωστόσο, ότι η πλήρης λειτουργία της υποδομής και κυρίως των συστημάτων ασφαλείας δεν ακολουθεί το ίδιο χρονοδιάγραμμα.

Μετά την τραγωδία των Τεμπών και τις καταστροφές του Daniel και του Elias, το κρίσιμο ζήτημα για τον ελληνικό σιδηρόδρομο δεν μπορεί να περιορίζεται στην τυπική ολοκλήρωση εργολαβιών και χρηματοδοτικών οροσήμων. Το πραγματικό ζητούμενο παραμένει εάν ο βασικός άξονας της χώρας θα λειτουργεί πλήρως, με ενεργά και δοκιμασμένα συστήματα σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης, ηλεκτροκίνησης και αυτόματης προστασίας των συρμών.

Και σε αυτό το σημείο, οι ίδιες οι αποφάσεις του υπουργείου δείχνουν ότι το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα χρειάζεται πλέον τουλάχιστον τρεις μήνες ακόμη.